Σμίλη


Κάθε φορά
περνώντας ἀπό σένα
στό μέρος πού ἡ φθορά
μιᾶς ἄλλης μέρας
μέ τραβᾶ σέ σένα,
σεβαστικά θ᾽ ἀφήσεις
τήν ἐπιθυμία μου νά γλύφει
τό κορμί σου σάν μιά φλόγα,
τίς πτυχές, απόκρυφες ὥς
μέσα στήν ψυχή σου κι ὥς
τήν θυμωμένη ρώγα σέ ρωγμές
καί παρυφές βελούδινες
ἐκεῖ πού ἡ θλίψη λειτουργεῖ
στά σπλάχνα καί στά χείλη
σάν σμίλη τήν πληγή.

* * *

Ἰδεόγραμμα

Στόν Νίκο Ἐγγονόπουλο

Οἱ ἑταῖρες εἶν᾽ ἐδῶ καί πουθενά
πολλοί τίς λέν ἁπλῶς πουθάνες
ἀποτελοῦνται ἀπό μαστούς καί κρέας
ἕτοιμο στήν Ἀγορά, κρέας ὠμό
πρίν τό ψημένο καί τόν τροπικό
τούς στουκτουραλιστές ἤ τίς στρουθο-
καμήλους, ἀνθρωπολόγους καί οἰωνούς
οἱ ἀνθρωποφάγοι νουνεχεῖς πεινοῦν.

Κρέας ἰδέας ἤ μιᾶς ἡδονῆς
πού σάν μαχαίρι γαργαλάει τό χέρι.

* * *

Τό μυστικό τοῦ γυναικείου σώματος

Ὦ βάθος καί σιωπή τῆς Παρθενιᾶς!
Α. ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ,  «Ἡ συνείδηση τῆς γυναίκας»

Ἐξερευνώντας πάντοτε τό γυναικεἶο
σῶμα σκέπτομαι τίς πτυχές ἐκεῖνες
τῶν βυζιῶν, τίς ἀνακόλουθες ἐλλείψεις
κάποια ρωγμή βαθειά στό αἰδοῖο αἱμάσσουσα
τά ὑγρά τῆς βλεννογόνου ροδοπέταλα
σάν ἕνα λυκαυγές μέσα στό δάσος
ἤ στήν ἀμμουδιά μιᾶς θάλασσας πού μόλις
ἀκουμποῦν τά χείλη μέ τήν βραδυνύ παλίρροια·
χείλη τοῦ ἀνοίγματος λυτά, χείλη τοῦ περιναίου
καθώς τό γυναικεῖο σῶμα περιμένει.

Καί περιμένοντας αἰώνια, ναυτικούς, ἐργάτες
ἄλλους βιαστικούς, τυχαίους πόρνους
μέ τούς ὄρχεις τους πρησμένους
εἴτε στήν πλατεία Βάθης, είτε στό Faubourg
Saint Denis πού ξεχειλίζουν οἱ πουτάνες
σάν μπουγάδες ἀπό κάποια ξεχασμένη σκάφη
μέ λουλάκι, ἀπορρυπαντικά, ψωλόχυμα
κι ἄλλες ἀπόλυτες ἀπορρίψεις.

Τό πατητῆρι τοῦ μυαλοῦ ἀποστάζει λέξεις
μά στήν γλυφή δοκιμασία τοῦ αἵματος
στήν σύληση, στήν σύλληψη τῆς μήτρας
ποιό εἶναι τό μυστικό τοῦ θείου γκαστρώματος;
Ἄν ὁ Θεός κατοίκησε στίς παρυφές τῆς μήτρας
ἔστω καί σάν ὑπόθεση, έντυπωσιάζουν τά σημεῖα
(μήπως ἦταν ἀρχή ἑνός καρκινώματος;)
μά πῶς νά τό πιστέψεις ἄν δέν γίνεις ἅγιος
σέ μιά έποχή πού οἱ ἅγιοι φεύγουν ἤ ἐνοχλοῦν σάν μύγες
κουβαλώντας μόνο μόλυνση ἀπό τσίμπημα
σέ τσίμπημα, σέ τσίμπημα.

* * *

Ἡ σπηλιά

«ἄρρητα ρήματα ἄ οὐκ ἐμόν ἀνθρώπῳ, λαλῆσαι»
Κατ᾽ Ἐπιτάφιον «ἀναβατικόν Παύλου»:  ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.


Ἰδού ἡ σπηλιά πού ὁ γεροξούρας
ἔγραφε μέ δάκτυλα λειψά, λεπρός
μέ τό μυαλό γεμάτο μαλακύνσεις
κι ἕνα κρανίο νά γυαλίζει σάν καθῆκι
πεταμένο στά σκουπίδια, παρέα
κάνοντας μέ τόν σκορπιό, μονάχα,
τήν ἀράχνη καί τό δοντιασμένο φίδι
τρώγοντας τσιριχτά ποντίκια
σκατοκάνθραους ἤ μύγες,
λέξεις ψελλίζοντας ἀπό σπυριά καί μύξες
διυλίζοντας τόν Λόγο στό γουδί
τό γουδοχέρι μέ βότανα φαρμακερά
καί μανιτάρια κίτρινα, κόπρανα
κι ἕναν κόπανο στό χέρι,
μιαρός ὁ γεροξούρας, μοχθηρός
μέ τσίμπλες, μάτια γουρλωμένα,
τό χνῶτο του βρωμοκοπώντας:
τί περιμένεις ἀπ τό στόμα του νά βγεῖ
καί τί ν ἀποκαλύψει, πλήν
ἐμετοῦ καί σάπιου ἐντέρου;



Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952-1990, εκδ. Πλέθρον


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου