'Η νύχτα απλωνόταν απέραντη μπροστά απ’ το φωταγωγημένο κτίριο. Η κοιλάδα έμοιαζε σαν να ‘χε βουλιάξει κι ο ουρανός, υγρός και κατάμαυρος, είχε τη λάμψη των μουσκεμένων βρύων. Ούτε εδώ έκανε δροσιά, τίποτα δεν είχε αλλάξει· όμως μπορούσε κανείς ν’ αναγνωρίσει παντού εκείνο το επικίνδυνο πάντρεμα της δίψας και της μέθης που ένιωθα στο ίδιο μου το αίμα. Κάτι αρρωστημένο και υγρό, σαν την εφίδρωση κάποιου που ψήνεται στον πυρετό, αιωρείτο πάνω απ’ τα χωράφια, απ’ όπου σηκωνόταν ένας γαλακτώδης αχνός· μακρινές λάμψεις εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα, ενώ ένας κίτρινος δακτύλιος πλαισίωνε το φεγγάρι δίνοντάς του μια μοχθηρή όψη. Ένιωθα αφάνταστη κούραση. Μια ψάθινη πολυθρόνα ήταν ξεχασμένη εκεί. Σωριάστηκα πάνω της. Τα μέλη μου έμειναν κρεμασμένα σε πλήρη ακινησία· απλώθηκα και δεν ξανασάλεψα. Και τότε, εκεί, παραδομένος και βυθισμένος μέσα στην ευλύγιστη ψάθα, τούτο το πνίγος μου φάνηκε μεμιάς σαν κάτι το υπέροχο. Δε με τυραννούσε πια, με πίεζε μόνο, απαλά και ηδονικά, κι εγώ δεν πρόβαλλα αντίσταση. Κρατούσα κλειστά τα μάτια για να μη βλέπω τίποτα, για να νιώθω πιο έντονα το σφιχταγκάλιασμα της φύσης, αυτού του ζωντανού πράγματος. Σαν πολύποδας, σαν ένα πλάσμα μαλακό και λείο, η νύχτα με τύλιγε τώρα με τα πλοκάμια της και με άγγιζε με απειράριθμα χείλη. Ήμουν ξαπλωμένος κι ένιωθα πως παραδινόμουν, πως αφηνόμουν σε κάτι που με άρπαζε, κολλούσε επάνω μου, με έσφιγγε, ρουφούσε το αίμα μου· και μέσα σ’ ετούτη την ασφυκτική αγκαλιά ένιωσα για πρώτη φορά όπως μια γυναίκα που χάνεται λιγωμένη στη γλυκιά έκσταση του δοσίματος, Ένα γλυκό ρίγος με διαπέρασε στη σκέψη ότι έπαψα μονομιάς ν’ αντιστέκομαι, ότι εκείνη τη στιγμή πρόσφερα το σώμα μου στο σύμπαν· ήταν υπέροχη ετούτη η αόρατη δύναμη που άγγιζε τρυφερά το δέρμα μου, που τρύπωνε σιγά σιγά κάτω από τη σάρκα, που παρέλυε τις αρθρώσεις μου, δίχως να υπάρξει αντίσταση σε τούτο το μούδιασμα των αισθήσεων. Αφέθηκα σ’ αυτές τις πρωτόγνωρες αισθήσεις, και τότε, εντελώς ακαθόριστα, σαν μέσα σε όνειρο, μία μόνο εντύπωση σχηματίστηκε στο νου μου: η εντύπωση της νύχτας και η πρόσφατη ανάμνηση εκείνου του βλέμματος· η γυναίκα και το τοπίο δεν ήταν παρά ένα και μόνο πράγμα, μέσα στο οποίο ήταν απολαυστικό να χάνεται κανείς. Μερικές φορές μου φαινόταν πως η σκοτεινιά γύρω μου δεν ήταν άλλη από εκείνη, πως η ζεστασιά που κατέκλυζε τα μέλη μου ήταν το δικό της σώμα που σκόρπιζε μέσα στη νύχτα σαν το δικό μου, και –καθώς την ένιωθα μέχρι και στ’ όνειρό μου– χανόμουν σ’ ένα κατάμαυρο, ζεστό κύμα ηδονικής εγκατάλειψης.'

Στέφαν Τσβάιχ, Η Γυναίκα και το Τοπίο, μτφρ. Βασίλης Πατέρας, εκδ. Ροές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου