Tὰ ἕξι ὡραιότερα λεπτὰ τῆς ἱστορίας τοῦ κινηματογράφου


Ο ΣΑΝΤΣΟ ΠΑΝΤΣΑ μπαίνει στὸν κινηματογράφο μιᾶς ἐπαρχιακῆς πόλης. Ψάχνει τὸν Δὸν Κιχώτη καὶ τὸν βλέπει νὰ κάθεται παράμερα μὲ τὸ βλέμμα καρφωμένο στὴν ὀθόνη. Ἡ αἴθουσα εἶναι σχεδὸν γεμάτη, ὁ ἐξώστης μοιάζει μὲ μία τεράστια στοὰ καὶ εἶναι ἐντελῶς κατελειμμένος ἀπὸ παιδιὰ ποὺ θορυβοῦν ἀσταμάτητα. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μάταιες προσπάθειες νὰ φτάσει στὸν Δὸν Κιχώτη, ὁ Σάντσο κάθεται ἀπρόθυμα στὴν πλατεία δίπλα σὲ ἔνα κοριτσάκι (τὴ Δουλτσινέα;), ποὺ τοῦ προσφέρει ἕνα γλειφιτζούρι. Ἡ προβολὴ ἄρχισε, εἶναι ἕνα ἔργο ἐποχῆς, στὴν ὀθόη τρέχουν ἀρματωμένοι ἱππότες, ξάφνου ἐμφανίζεται μία γυναίκα πού βρίσκεται σὲ κίνδυνο. Μεμιᾶς ὁ Δὸν Κιχώτης σηκώνεται ὄρθιος, ξεθηκαρώνει τὸ σπαθί του, χυμάει στὴν ὀθόνη καὶ οἱ σπαθιές του ἀρχίζουν νὰ κομματιάζουν τὸ πανί. Στὴν ὀθόνη συνεχίζουν νὰ φαίνονται ἡ γυναίκα καὶ οἱ ἱππότες, ἀλλὰ τὸ μαῦρο σχίσιμο ποὺ δημιούργησε τὸ σπαθὶ τοῦ Δὸν Κιχώτη μεγαλώνει ὅλο καὶ περισσότερο, καταβροχθίζει ἀδυσώπητα τὶς εἰκόνες. Στὸ τέλος δὲν μένει τίποτα σχεδὸν ὰπὸ τὴν ὀθόνη, διακρίνεται μόνο τὸ ξύλινο πλαίσιο ποὺ τὴ στήριζε. Τὸ κοινὸ ἀγανακτισμένο ἐγκαταλείπει τὴν αἴθουσα, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται στὸν ἐξώστη δὲν σταματοῦν νὰ ἐνθαρρύνουν μὲ πάθος καὶ φανατισμὸ τὸν Δὸν Κιχώτη. Μόνο τὸ κορίτσι στὴν πλατεία τὸν κοιτάζει ἀποδοκιμαστικά.

Τί πρέπει νὰ κάνουμε μὲ τὶς φαντασιώσεις μας; Νὰ τὶς ἀγαπάμε, νὰ τὶς πιστεύουμε σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ νὰ πρέπει νὰ τὶς καταστρέψουμε, νὰ νοθεύσουμε τὸ περιεχόμενό τους (αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ νόημα τοῦ κινηματογράφου τοῦ Orson Welles). Ἀλλὰ ὅταν, στὸ τέλος, ἀποκαλυφθοῦν κενές, μὴ εἰσακουσθεῖσες καὶ ἀνεκπλήρωτες, ὅταν δείξουν τὸ τίποτα ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι καμωμένες, μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ πληρώσουμε τὸ τίμημα τῆς ἀλήθειας τους, καὶ θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ Δουλτσινέα –τὴν ὁποία σώσαμε– δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀγαπήσει.'



Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Βεβηλώσεις, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου