Εκείνη η μέρα


Αυτό είναι το γραφείο όπου κάθομαι
κι αυτό είναι το γραφείο όπου σε αγαπώ πάρα πολύ
κι αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
όπου χθες μόνο το σώμα σου κάθισε ενώπιόν μου
με τους ώμους του μαζεμένους σαν σε αρχαιοελληνικό χορό,
με τη γλώσσα του σαν βασιλιάς που εφευρίσκει κανόνες στο διάβα του
με τη γλώσσα του αρκετά ανοιχτά σαν γάτα γάλα λάφτοντας
με τη γλώσσα του – κι οι δυο μας περιελισσόμενοι στη γλιστερή ζωή του.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη τη μέρα.

Εκείνη ήταν η μέρα της γλώσσας σου,
της γλώσσας που ξεπετάχτηκε απ’ τα χείλη σου,
δύο ανοιχτήρια, μισά ζώα, μισά πουλιά
γραπωμένα στις πύλες της καρδιάς σου.
Εκείνη η μέρα ήταν που υπάκουσα στους κανόνες του βασιλιά,
προσπερνώντας τις κόκκινες φλέβες σου και τις μπλε φλέβες σου,
τα χέρια μου χαμηλά στη ραχοκοκαλιά, ταχύβολα κάτω σαν φωτιά σε κοντάρι,
χέρια ανάμεσα σε πόδια όπου επιδεικνύεις την εσώτατή σου γνώση,
όπου αδαμαντωρυχεία θάβονται και ξεπροβάλλουν για να θάψουν,
ξεπροβάλλουν πιο αιφνίδια κι από αναστηλωμένη πόλη.
Ολοκληρώνεται σε δευτερόλεπτα αυτό το μνημείο.
Το αίμα ρέει υπογείως, εγείρει όμως έναν πύργο.
Αξίζει να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για ένα τέτοιο οικοδόμημα.
Για ένα θαύμα περιμένει στη σειρά κανείς και πετάει κομφετί.
Σίγουρα ο Τύπος είναι εδώ γυρεύοντας τίτλους ειδήσεων.
Σίγουρα κάποιος πρέπει να κρατάει το πανό στο πεζοδρόμιο.
Αν χτιστεί μια γέφυρα δεν κόβει μια κορδέλα ο δήμαρχος;
Αν ένα φαινόμενο αποκαλυφθεί δεν θα έπρεπε να ‘ρθουν
οι Μάγοι με τα δώρα;
Χθες ήταν η μέρα που έφερα δώρα για το δώρο σου
και ήρθα από την κοιλάδα να σ’ ανταμώσω στο λιθόστρωτο.
Αυτό ήταν χθες, εκείνη τη μέρα.

Εκείνη ήταν η μέρα του προσώπου σου,
το πρόσωπό σου μετά τον έρωτα, πλάι στο μαξιλάρι, ένα νανούρισμα.
Μισόξυπνος δίπλα μου ν’ αφήνεις την παλιομοδίτικη
κουνιστή πολυθρόνα ν’ ακινητοποιείται,
η ανάσα μας έγινε ένα, παιδική ανάσα έγινε ενωμένη,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά ο στα σφαλιστά σου μάτια,
καθώς τα δάχτυλά μου ζωγράφιζαν μικρά χαμόγελα στο στόμα σου,
καθώς ζωγράφιζα ΣΕ ΑΓΑΠΩ στο στήθος σου και το σφυρί του
και ψιθύρισα «Ξύπνα!» και μουρμούριζες στον ύπνο σου
«Σουτ. Οδηγούμε στο Κέιπ Κοντ. Κατευθυνόμαστε στη Γέφυρα Μπουρν.
Κάνουμε κύκλους γύρω από τον Κόμβο Μπουρν». Μπουρν!
Τότε σε ήξερα μέσ’ απ’ το όνειρό σου και προσευχήθηκα για τον καιρό
που θα γινόμουν διάτρητη κι εσύ θα ρίζωνες μέσα μου
και που θα μπορούσα να ανατρέφω τον γεννημένο σου, θα γινόταν ν’ ανέχομαι
το εσύ σου ή το φάντασμα του εσύ σου στο μικρό μου σπιτικό.
Χθες δεν ήθελα να γίνω προϊόν δανεισμού
αλλά αυτή είναι η γραφομηχανή που κάθεται ενώπιόν μου
και η αγάπη είναι εκεί όπου ήταν το χθες.

* * *

Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή


Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι πανούργο,
έξω απ’ τη φυλή του εαυτού μου, η ανάσα μου
σε βρίσκει άφαντο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Είμαι φαγωμένη.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγάπη μου, πάρε για παράδειγμα τούτο το βράδυ,
πως κάθε ζευγάρι ξεχωριστά συνενώνει
μ’ ένα συντονισμένο αναποδογύρισμα, χαμηλά, ψηλά,
την πλούσια δυάδα επάνω σε σφουγγάρια και φτερά,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το κορμί μου έτσι,
θαύμα ενοχλητικό. Θα μπορούσα να
μοστράρω την πραμάτεια των ονείρων;
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Δαμασκηνάκι μου είν’ αυτό που είπες.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Έπειτα ήρθε η μαυρομάτα αντίζηλός μου.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της κι ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
κι έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω την ψαροβελόνα σου και τα βιβλία.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Φερμουάρ ανοίγουν.
Βγάζουν παπούτσια. Το φως σβήνουν.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Είναι παραφαγωμένα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.



Αν Σέξτον, Ερωτικά Ποιήματα, μτφρ. Ευτυχία Παναγιώτου, εκδ. Μελάνι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου