'Στο Άμστερνταμ, η εικοσιδυάχρονη Κάντυ –το πραγματικό της όνομα είναι Γιοχάννα– φωτογραφίζεται σ’ ένα στούντιο. Φωτογραφίζεται σαν να έχει μόλις γεννηθεί, χωρίς όμως τα αίματα – αν και οι σκούροι άλικοι τοίχοι του στούντιο παραπέμπουν στα υγρά της γέννησης. Η Κάντυ αναδιπλώνεται σαν πεπιεσμένο χαρτί. Οι πτυχώσεις του άτριχου φύλλου της, όπως διαθλάται το φως πάνω τους, αντανακλώνται στον ανθρακί φακό της κάμερας. Λωρίδες σέπιας αποτυπώνονται στη σάρκα της. Η Κάντυ έχει το βλέμμα της στραμμένο πάνω απ’ τον ώμο του καμεραμάν – οι ωμοπλάτες του και η κάμερα μοιάζουν με οροσειρές. Έχει το βλέμμα της στραμμένο προς έναν οργασμό που έρχεται. Το βλέμμα της μοιάζει ρυθμιζόμενο με πηδάλια στις φτέρνες και στους καρπούς της. Το σώμα της είναι έτοιμο για περιδίνηση γύρω απ’ τη βάση του. Θυμάται μια πορσελάνινη κούκλα που είχε η γιαγιά της, έπαιζε μουσική και γυρνούσε γύρω απ’ τον εαυτό της. Πασχίζει να μιμηθεί την κίνηση της κούκλας. Είναι πιο δύσκολο τώρα γιατί δεν υπάρχει μουσική για ν’ ακολουθήσει τον ρυθμό, παρά μόνο στο κεφάλι της – τα κλικ της μηχανής προσποιούνται την ταπετσαρία ενός άμπιεντ ρυθμού. Είναι πιο εύκολο τώρα γιατί αυτή εδώ η μπαλαρίνα δε χρειάζεται να σπάσει και κυρίως δε χρειάζεται να γυρίσει κάτω απ’ τα ψυχρά μάτια της γιαγιάς.'

Κωσταντίνος Τζήκας, από το διήγημα 'Κάντυ' της συλλογής Κομμένα, εκδ. Νεφέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου