'Ο Χούριν δεν κοίταξε την πέτρα γιατί ήξερε τι ήταν γραμμένο εκεί˙ και τα μάτια του είχαν δει ότι δεν ήταν μόνος. Στη σκιά της πέτρας βρισκόταν μια φιγούρα γονατισμένη. Κάποιος περιπλανώμενος άστεγος, τσακισμένος από τα γηρατειά όπως φαίνεται, πολύ κουρασμένος για να δώσει σημασία στον ερχομό του. Όμως τα κουρέλια που φορούσε ήταν τα υπολείμματα γυναικείων ενδυμάτων. Τελικά, καθώς ο Χούριν στεκόταν εκεί σιωπηλός, η γυναίκα έριξε πίσω την κουρελιασμένη κουκούλα της και σήκωσε αργά το πρόσωπό της, τσακισμένο και πεινασμένο σαν του λύκου που τον κυνηγούν καιρό. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα, με μύτη γαμψή και σπασμένα δόντια˙ και με αποσκελετωμένο χέρι έσφιξε το μανδύα στο στήθος της. Αλλά ξαφνικά τα μάτια της κοίταξαν μέσα στα δικά του και τότε ο Χούριν τη γνώρισε˙ γιατί, αν και ήταν αγριεμένα τώρα και γεμάτα φόβο, άστραφτε ακόμη μέσα τους ένα φως δύσκολο να το αντέξεις: το φως των Ξωτικών, που πριν από πολύν καιρό της είχε δώσει το όνομά της. Έλεδγουεν, η πιο περήφανη από τις θνητές γυναίκες των τελευταίων ημερών.
   «Έλεδγουεν! Έλεδγουεν!» φώναξε ο Χούριν˙ κι αυτή σηκώθηκε και προχώρησε σκοντάφτοντας και την έπιασε στην αγκαλιά του.
   «Ήρθες επιτέλους», του είπε. «Περίμενα πολύν καιρό».
   «Ήταν σκοτεινός ο δρόμος. Ήρθα όπως μπορούσα», απάντησε.
   «Άργησες όμως», του είπε, «και είναι πολύ αργά. Χάθηκαν».
   «Το ξέρω», της είπε. «Εσύ όμως όχι».
   «Κοντεύω κι εγώ», του απάντησε. «Δε μου ‘χει μείνει ίχνος αντοχής. Θα φύγω μαζί με τον ήλιο. Εκείνοι χάθηκαν». Έσφιξε το μανδύα του. «Λίγος χρόνος μένει», είπε. «Αν ξέρεις, πες μου! Πώς τον βρήκε εκείνη;»
   Αλλά ο Χούριν δεν απάντησε και κάθισε δίπλα στην πέτρα με τη Μόργουεν στην αγκαλιά του. Και δεν ξαναμίλησαν. Ο ήλιος έδυσε και η Μόργουεν αναστέναξε κι έσφιξε το χέρι του κι ύστερα έμεινα ακούνητη. Κι ο Χούριν κατάλαβε πως είχε πεθάνει.'

Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Τα Παιδιά του Χούριν, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Αίολος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου