'Σχόλασε και το απόγευμα γύρισε σπίτι της. Έβαλε το κλειδί και μπήκε. Δεν μπορούσε να βγάλει τον νεαρό από το μυαλό της. Κατευθύνθηκε αμέσως στην κουζίνα κι ετοίμασε κάτι πρόχειρο να φάει - λίγα μακαρόνια με τυρί, μισό γιαούρτι, δυο φέτες πορτοκάλι. Εντάξει, όχι  και λίγα για βράδυ. Μα είχε μια πείνα, μια πείνα... Μετά έγειρε στον καναπέ της φουσκωμένη, όμως πεινούσε ακόμη. Σκέφτηκε αμέσως, χωρίς φανερή αιτία, εκείνες τις τεράστιες γάμπες του, τα δυο δυνατά, νευρικά, περήφανα κομμάτια όρθιου, αλύγιστου, στίλβοντος κρέατος, τις δυο γάμπες που υψώνονταν αγέρωχες σαν στιλπνοί ναοί πάνω από τα απλωτά, μακριά, φουσκωτά σκούτερ των αθλητικών του παπουτσιών – εκείνες τις γάμπες, που νόμιζε πως ούτε καν είχε προσέξει. Μα αφού δεν προσέχει αυτή τέτοια! Θυμήθηκε πως ο νεαρός φορούσε μια μακριά βερμούδα που μετά βίας κάλυπτε το γόνατό του. Ψηλός, σκέφτηκε. Σαν τον παλιό θείο Νίκο. Θυμήθηκε τις πλάτες του. Φαρδιές, σκέφτηκε. Βύθισε αμέσως το χέρι της στο παντελόνι της. Ένα δροσερό, μακό, μακρύ, υποκίτρινο παντελόνι με πιέτες. Βρήκε το εσώρουχό της. Βαμβάκι και δαντελωτό νάιλον. Αν φαινόταν καλά, θα βλέπαμε πως υπάρχουν πάνω του, μπροστά, τρία συμμετρικά λουλούδια μηχανής. Ακαθόριστη ποικιλία άγνωστου βιομηχανικού είδους. Που δε μαραίνονται, αλλά σαν ζαρωμένα. Τα τρία δάχτυλα του δεξιού της χεριού παραμέρισαν το εσώρουχο, εντόπισαν και ίσα που άγγιξαν τις λεπίδες της σχισμής της. Όμως είχε ξεχάσει πριν να κλείσει το παντζούρι. Το διαμέρισμά της βρισκόταν σε έναν τρίτο όροφο, κάπου στα ανατολικά της πόλης. (Μέχρι πέρσι ζούσε εδώ μαζί με τη μητέρα της. Αλλά φέτος η μητέρα της αποδόμησε. Εις Κύριον. Αλλιώς το λένε «κατέληξε». Αλλιώς το λένε «έσβησε».) Εκεί ακριβώς, έτσι μισοξαπλωμένη, η Πόλυ αυτή τελείωσε μες σε δέκα δευτερόλεπτα. Για ώρα μετά καθόταν σαν αγία εν εκστάσει, κατατρυπημένη από τη λόγχη του αγγέλου. Συνήλθε, φαίνεται, από τις φωνές της. Σηκώθηκε με ίλλιγο, το παντελόνι της διακριτικά ανοιχτό, χάσμα μικρό αλλά από κοντά σχεδόν χαώδες. Με την άκρη του ματιού της αντιλήφθηκε ότι είχε σκορπίσει τα παπούτσια της στις δυο άκρες του δωματίου - μπορεί την κρίσιμη ώρα. Μάζεψε με το ένα χέρι τα χαμηλά κρεπ παπούτσια της και πηγαίνει γρήγορα κι ανοίγει με το άλλο, το ελεύθερο, και το δεύτερο παράθυρο του μικρού σαλονιού. Το άνοιξε πολύ, να μπει πολύς αέρας. Αν είχε κι άλλα παράθυρα, θα τα άνοιγε τώρα κι αυτά. Αν είχε κι άλλα παράθυρα, θα τα άνοιγε τώρα κι αυτά. Αλλά αέρας δεν υπήρχε πολύς για να μπει - καλοκαίρι. Ευχήθηκε να είχε σαράντα επτά παράθυρα να ανοίξει, όσα τα χρόνια της, και να είχαν ακουστεί από όλα οι φωνές της. Ας άκουγαν όλοι, όχι, δεν είναι αμαρτία, δεν είναι καθόλου. Όμως ακριβώς τότε συνέβη κάτι που για να τονιστεί θα μπει με πλάγια γράμματα, και ήταν το εξής: για τα επόμενα δέκα λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα ξέχασε επιτέλους όλους τους συγγενείς (μητέρα, πατέρα, θείους, ξαδέρφια, τον κακορίζικο αδερφό της), αλλά και το όνομα και το επώνυμό της. Όχι ότι προσπάθησε να τα θυμηθεί ή ότι αντιλήφθηκε πως τα ξέχασε. Έτσι όπως είχε καθίσει σύξυλη με τα δύο κρεπ μαλακά παπούτσια της στο χέρι, κοιτώντας αφηρημένα μέσα απ’ το παράθυρο, δεν καταλάβαινε τίποτα και την να την τρυπούσες. Αλλά μη έχοντας συνειδητοποιήσει ότι για δέκα λεπτά και τριάντα δεύτερα ξέχασε τους συγγενείς, το όνομα και το επώνυμό της, η γυναίκα αυτή έχασε πια την ευκαιρία να βρει για τον εαυτό της ένα νέο όνομα, ένα όνομα αληθινά καινούργιο. Αυτή την Πόλυ την αφήνουμε τώρα εδώ, να κρατά ακόμη -χαμένη πια μπροστά στην τηλεόαραση- τα κρεπ μαλακά παπούτσια της, που κρέμονται από το δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού της χεριού και χτυπιούνται ελαφρώς μεταξύ τους, σαν ακίνδυνες ψαλιδιές στον αέρα. Την αφήνουμε χωρίς ελπίδα να την ξανασυναντήσουμε στο μέλλον της ζωής μας (θα σου είναι πάντα αθέατη, σαν να την καλύπτει πέπλο μυστηρίου ή σαν να έχει βυθιστεί μες στην αχλή του τίποτα). Ας λυπηθούμε, αν θέλουμε, γι’ αυτόν τον πρόωρο αποχαιρετισμό, αλλά καλύτερα να μην, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν προλαβαίναμε να συνδεθούμε συναισθηματικά μαζί της. Αφήνω πάντως λίγο χρόνο, αν θέλουμε να λυπηθούμε, και ας σκεφτούμε αυτό το λίγο χρόνο σαν αναίτια λεπίδα ψαλιδιού, αλλά και σαν μια κενή ή σβησμένη σειρά που τώρα κιόλας ακολουθεί μπροστά μας:                                                                                                        '  

Βασίλης Αμανατίδης, από το διήγημα 'Ψαλίδι' της συλλογής Ο Σκύλος της Χάρυβδης, εκδ. Καστανιώτη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου