'Ἡ έπαφή μὲ τὸν ἄλλο ποὺ πραγματώνεταια διὰ μέσου τῆς σωματικότητας καὶ τῶν δυό μας καταφέρνει νὰ θεμελιώσει τὴν κοινότητα ἑνὸς ἀντιληπτοῦ κόσμου στὸν ὁποῖο συμμετέχουμε καὶ οἱ δύο. Ὁ Μερλὼ Ποντὺ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὀς πὼς ὁ κόσμος καὶ τὸ σῶμα μας συνυφαίνονται καὶ παρατηρεῖ πὼς ὁ κόσμος διέπεται ἀπὸ μιὰ «καθολικότητα τοῦ αἰσθάνεσθαι» πάνω στὴν ὁποία ἀναπτύσσεται ἡ συνταύτιση τοῦ ὑποκειμένου μὲ τοὺς γύρω του καὶ ἡ ἀντίληψη τοῦ ἄλλου. Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὶς συμπεριφορὲς τῶν ἄλλων γιατὶ μετέχουμε ἀπὸ κοινοῦ στὸν κόσμο, «γιατί ὁ κόσμος ποὺ ἀντιλαμβάνομαι σέρνει ἀκόμη μαζί του τὴ σωματικότητά μου, γιατὶ ἡ ἀντίληψή μου εἶναι ἀντίκτυπος τοῦ κόσμου πάνω μου καὶ ἀγκίστρωμα τῶν κινήσεών μου πάνω του, ἔτσι ὥστε ἀνάμεσα στὰ πράγματα ποὺ σκοπεύουν οἱ κινήσεις τοῦ κοιμωμένου καὶ στὶς ἴδιες αὐτὲς κινήσεις, στὸ μέτρο ποὺ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ συμμετέχουν στὸ πεδίο μου, δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἐξωτερική σχέση ἑνὸς ἀντικειμένου μὲ ἕνα ἀντικείμενο, ἀλλὰ ὅπως ἀπὸ τὸν κόσμο σ᾽ ἐμένα, ἀντίκτυπος, ὅπως ἀπὸ μένα στὸν κόσμο ἀγκιστρωμα». Ὁ άντίκτυπος καὶ τὸ ἀγκίστρωμα περιγράφουν γλαφυρά τὴ σχέση τοῦ ἐνσώματου ὑποκειμένου μὲ τὸν κόσμο. Ἡ σχέση ὅμως ἀναπτύσσεται σὲ συνάφεια μὲ την ὑποκειμενικότητα τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ καὶ σὲ συνάφεια μὲ τὴ γενικὴ συμμετοχὴ τοῦ ὑποκειμένου στὸ Εἶναι, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ Μερλώ-Ποντύ.
   Μὲ ἕναν τρόπο παρόμοιο μὲ τὸν Χοῦσσερλ, ὁ Γάλλος φαινομενολόγος ὁρίζει τὴν ἀνάδυση τῆς ὑποκειμενικότητας σὲ συνάρτηση μὲ τὴν ἀνάδυση τοῦ ἄλλου. Παρατηρεῖ, δηλαδή, ὅτι ἀναπτύσσεται μιὰ συμπληρωματικότητα τοῦ ἰδιου σώματος (corps propre) μὲ τὸ σῶμα τοῦ ἄλλου, καθὼς «ὁ ἄλλος ἐμβάλλεται πάντα στὴν κλείδωση τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας, βρίσκεται πάντα ἐδῶθε ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὸ μέρος μου πιότερο παρὰ μέσα σὲ αὐτὰ, γιατὶ (ὁ ἄλλος) εἶναι ἕνα γενικευμένο ἐγώ, γιατὶ ἕχει τὸν τόπο του ὄχι στὸν ἀντικειμενικὸ χῶρο πού, ὅπως σωστὰ τὸ εἶπε ὁ Καρτέσιος, εἶναι δίχως πνεῦμα, ἀλλὰ σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀνθρωπολογικὴ “τοποθεσία”, ὕποπτο περιβάλλον, ὅπου ἡ ἀστόχαστη ἀντίληψη κινιέται ἄνετα, ἀλλὰ πάντα στὸ περιθώριο τοῦ στοχασμοῦ (περιβάλλον) ἀδύνατο νὰ δημιουργηθεῖ, ἀνέκαθεν δημιουργημένο: Βρίσκουμε τὸν ἄλλο μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ βρίσκουμε τὸ σῶμα μας». Τὸ ἀνέκαθεν δημιουργημένο περιβάλλον μοιάζει νὰ εἶναι τὸ κοινωνικό, ποὺ δὲν εἶναι «ἀπλὼς ἕνα ἀντικείμενο, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ κατάστασή μου», κάτι τὸ ὁποῖο παραπέμπει εὐθέως στὸν χουσσερλιανὸ στοχασμὸ περὶ τοῦ κόσμου τῆς ζωῆς (Lebenswelt). Τὸ ὑποκείμενο βρίσκεται, λοιπόν, πάντοτε μέσα σὲ ἕναν κόσμο ἐγκαθιδρυμένων σημασιῶν, σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ὑπάρχουν οἱ ἄλλοι, ὅπου ὑπάρχει μιὰ γλώσσα διὰ τῆς ὁποίας ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄλλοι μποροῦν νὰ «λεχθοῦν». Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ περιβάλλον εἶναι λογικὰ καὶ χρονικὰ πρότερο τῆς συγκρότησης τοῦ ὑποκειμένου.'

Βασίλης Πολάτος, Ο Μερλώ-Ποντύ και η Κοινοτοπία της Δημιουργίας, εκδ. Περισπωμένη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου