'Πριν το συνειδητοποιήσει, κοίταζε πάλι την πέτρα, αφήνοντάς την περίεργη επιρροή της να ξυπνήσει μέσα στο νου του μια επιβλητική λιτανεία. Είδε πομπές από ραντυσμένες, κουκουλοφόρες μορφές που το περίγραμμά τους δεν ήταν ανθρώπινο, και ατένιζε σε ατέλειωτες λεύγες ερήμου με παρατάξεις από σκαλιστούς, τιτάνιους μονόλιθους. Είδε πύργους και τείχη σε θεοσκότεινα βάθη κάτω από τη θάλασσα, και δίνες του διαστήματος όπου ρυάκια μαύρης καταχνιάς αρμένιζαν μπροστά από ανάριες μαρμαρυγές μιας παγερής μενεξελιάς θολούρας. Και πέρα από όλα τ’ άλλα είδε φευγαλέα ένα άπειρο χάος σκοταδιού, όπου υλικές και ημιυλικές μορφές γίνονταν αντιληπτές μόνο από τα ανεμώδη ανασαλέματά τους, και όπου νεφελώδεις διατάξεις δύναμης φαίνονταν να επιβάλλουν τάξη στο χάος και να κρατούν το κλειδί για όλα τα παράδοξα και τα μυστήρια των κόσμων που γνωρίζουμε.'

Χ. Φ. Λάβκραφτ, από το διήγημα 'Ο Στοιχειωτής του Σκοταδιού', Ο Στοιχειωτής του Σκοταδιού και Άλλες Ιστορίες, μτφρ. Γιώργος Μπαλάνος, εκδ. Locus 7

ΟΠΩΣ ΣΑΣ ΕΛΕΓΑ


νούμερο ένα σε όλα δεν υπήρξε δεν υπάρχει δεν θα υπάρξει
άντρας πιο ντούρος από μένα στο κρεβάτι
έκανα μια φορά μιαν υπηρέτρια
δεκάξι απανωτές φορές να χύσει

εγώ είμ’ αυτός που ανακάλυψε την Γκαμπριέλα Μιστράλ
πριν από μένανε κανείς δεν ήξερε τι είναι ποίηση
είμαι αθλητής: τρέχω το κατοστάρι
σ’ ένα ανοιγοκλείσιμο ματιού

πρέπει να ξέρετε ότι εγώ έφερα στη Χιλή
τον ομιλούντα κινηματογράφο
από μια άποψη μπορεί κανείς να πει
ο πρώτος ότι είμ’ επίσκοπος αυτής της χώρας
ο πρώτος κατασκευαστής καπέλων
το πρώτο άτομο που οραματίστηκε
τη δυνατότητα των πτήσεων στο διάστημα

εγώ ’μαι που ’λεγα στον Τσε Γκεβάρα «Bolivia no»
με πλήθος λεπτομέρειες του εξήγησα
και τον προειδοποίησα πως τη ζωή του ρίσκαρε

αν μ’ είχε ακούσει
δε θα πάθαινε ό,τι έπαθε
Θυμόσαστε τι έπαθε ο Τσε στη Βολιβία;

ηλίθιο με λέγαν στο γυμνάσιο
όμως εγώ ήμουν ο πρώτος μαθητής στην τάξη
ακριβώς όπως με βλέπετε εσείς τώρα
νέος – ωραίος – έξυπνος
διάνοια θα έλεγα
─ακαταμάχητος─
με μια ψωλή Χριστέ και Παναγιά μου
που οι μαθήτριες από μακριά τη διακρίνουν
αν κι εγώ πασχίζω να την κρύψω όσο γίνεται.

* * *

ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ


Ι

Ένα παιδί προσγειώνεται στον πύργο της μητρόπολης
και με του ρολογιού τους δείχτες αρχίζει και παίζει
πάνω τους ακουμπώντας την πορεία τους σταματά
και ως δια μαγείας πετρώνουν οι περαστικοί
σε στάσεις όπως
με το ’να πόδι στον αέρα
κοιτώντας προς τα πίσω σαν του Λωτ τη στήλη
ανάβοντας τσιγάρο κτλ κτλ.
αρπάζει ύστερα τους δείχτες και τους περιστρέφει ξέφρενα
τους σταματάει ξαφνικά─ τους γυροφέρνει ανάποδα
και οι περαστικοί ηλεκτρισμένοι τρέχουν─ σταματούν απότομα
υποχωρούνε με τρελή ταχύτητα
σαν τις εικόνες στις βουβές ταινίες μένουνε μετέωροι
μπρος πίσω τριποδίζουν
ή βαδίζουνε επίσημα με βήμα αργό
σ’ αντίθετη κατεύθυνση από του ρολογιού τους δείχτες.
Ένα ζευγάρι παντρεύεται─ κάνει παιδιά και χωρίζει σε κλάσματα δευτερολέπτου
τα παιδιά παντρεύονται κι αυτά─ πεθαίνουν.

Στο μεταξύ το παιδί
Θεός ή όπως θέλεις πες το
Μοίρα ή μόνο Χρόνος σκυλοβαριέται
και ξαναρχίζει να πετά προς το νεκροταφείο.


ΙΙΙ

Πεθαίνοντας στα γέλια το παιδί γυρνάει στην πόλη
κάνει να εμφανιστούνε τέρατα
προκαλεί σεισμούς
τρέχουν γυμνές γυναίκες μαλλιαρές
γέροι που μοιάζουν έμβρυα γελάνε και καπνίζουν.

Ξεσπάει μια θύελλα ηλεκτρική
που κορυφώνεται με την εμφάνιση μιας σταυρωμένης κόρης.

* * *

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ


Χ

Τάισε με χολή τις μέλισσες
Μπόλιασε με σπέρμα το στόμα
Γονάτισε σε μια λίμνη αίματος
Φταρνίσου μες στον νεκροθάλαμο
Άρμεξε μιαν αγελάδα
Και περίλουσέ την με το ίδιο της το γάλα.


ΧΙΙ

Εγώ δε θλίβομαι εύκολα
Για να ’μια ειλικρινής
Και τα κρανία ακόμη με κάνουν να γελώ.
Σας χαιρετά με δάκρυα αίματος
Ο ποιητής που κοιμάται σ’ ένα σταυρό.


ΧV

Για τελευταία φορά το ξαναλέω
Οι προνύμφες είναι θεές
Οι πεταλούδες είναι άνθη σ’ αέναη κίνηση
Χαλασμένα δόντια
                        δόντια που θρύβουν
Στην εποχή ανήκω του βωβού σινεμά.

Το γαμήσι είναι πράξη λογοτεχνική.

* * *

AGNUS DEI


Χωμάτινος ορίζοντας
                                   χωμάτινα άστρα
Δάκρυα και λυγμοί πνιγμένοι
Στόμα που φτύνει χώμα
                                   δόντια μαλακά
Κορμί που δεν είναι παρά ένα σακί χώμα
Χώμα με χώμα - χώμα με σκουλήκια.

Ψυχή αθάνατη - πνεύμα χωμάτινο.

Αμνέ του θεού που ξεπλένεις τις αμαρτίες του κόσμου
Πες μου πόσα μήλα υπάρχουν στον γήινο παράδεισο.

Αμνέ του θεού που ξεπλένεις τις αμαρτίες του κόσμου
Κάνε μου τη χάρη να μου πεις την ώρα.

Αμνέ του θεού που ξεπλένεις τις αμαρτίες του κόσμου
Δώσ’ μου το μαλλί σου να φτιάξω ένα πουλόβερ.

Αμνέ του θεού που ξεπλένεις τις αμαρτίες του κόσμου
Άσε μας να γαμούμε εν ειρήνη:
Μη χώνεις τη μύτη σου σ’ αυτή την ιερή υπόθεση.



Νικανόρ Πάρα, Ποιήματα Επείγουσας Ανάγκης, μτφρ. Αργύρης Χιόνης, εκδ. Γαβριηλίδης

'Απάνω στο άλογο, καβάλα όλη τη μέρα, όλη τη νύχτα, όλη τη μέρα.
Πάνω στο άλογο, να πηγαίνεις, να πηγαίνεις, να πηγαίνεις.
Και το θάρρος έχει τόσο αποκάμει, και η νοσταλγία τόσο θεριέψει. Δεν έχει πια βουνά, μήτε ένα δέντρο. Τίποτα δεν τολμάει να σηκωθεί. Ξένες καλύβες κείτονται διψασμένες πλάι σε βαλτωμένες βρύσες. Δε βλέπεις μήτε έναν πύργο. Και όλο η ίδια εικόνα. Δε χρειάζεται κανείς να ’χει δυο μάτια. Μόνο, μέσα στη νύχτα, θαρρεί κανείς καμιά φορά πως του είναι γνώριμος ο δρόμος. Μήπως τη νύχτα όλο γυρίζουμε πάλι πίσω το δρόμο που κερδίσαμε με κόπο κάτω από τον ξένο ήλιο; Έτσι πάει κανείς να πιστέψει. Ο ήλιος καίει βαρύς, όπως σ’ εμάς μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Μα όταν εμείς μισέψαμε ήτανε καλοκαίρι. Τα μακριά φορέματα των γυναικών έφεγγαν μέσα από την πρασινάδα. Και τώρα έχουμε τόσον καιρό που πορευόμαστε πάνω στο άλογο. Πρέπει λοιπόν να ’ναι φθινόπωρο. Τουλάχιστο εκεί που τώρα μας συλλογίζονται κάποιες θλιμμένες γυναίκες.'

'Κάποιος που είναι ντυμένος στο άσπρο μετάξι, νιώθει, πως δεν μπορεί να ξυπνήσει˙ γιατί είναι ξύπνιος και ταραγμένος από την πραγματικότητα. Έτσι φεύγει ταραγμένος μες στο όνειρο, και στέκει στο πάρκο, μονάχος στο μαύρο πάρκο, και η γιορτή έχει μείνει μακριά. Και το φως είναι απατηλό, και η νύχτα στέκει γύρω του και είναι δροσερή. Και εκείνος ρωτάει μια γυναίκα που τον χαιρετάει με υπόκλιση:
«Είσαι η νύχτα;»
Κι αυτή χαμογελάει.
Και τότε εκείνος ντρέπεται για τη λευκή του φορεσιά.
Και θα ’θελε να βρίσκεται μακριά και μόνος και με τον οπλισμό του.
Με όλο τον οπλισμό του.'


Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Η Αγάπη και ο Θάνατος του Σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε, μτφρ. Ρένα Καρθαίου, εκδ. Νεφέλη

  'Το Ταξίδι μέσα στο χειμώνα ήταν μια αφήγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Η ιστορία ξετυλιγόταν σ’ ένα μισοφανταστικό περιβάλλον, όπου ο βαρύς ουρανός, τα πυκνά σκοτεινά δάση, οι απαλοί λόφοι και οι διώρυγες με τους σκουροπράσινους υδατοφράκτες θύμιζαν με κάποια επίβουλη επιμονή τα τοπία της Φλάνδρας και των Αρδεννών. Το βιβλίο χωριζόταν σε δύο μέρη: το πρώτο και συντομότερο ξαναζωντάνευε με σιβυλλικούς όρους ένα ταξίδι μυσταγωγικό, κάθε σταθμός του οποίου φαινόταν να συνεπάγεται μία ήττα, και στο οποίο ο ανώνυμος ήρωας, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν νέος, έφθανε σε μια λίμνη πνιγμένη σε πυκνή ομίχλη. Εδώ τον περίμενε ένας βαρκάρης που θα τον μετέφερε σ’ ένα απόκρημνο νησί όπου ορθωνόταν ένα ψηλό και σκοτεινό κτίριο. Μόλις ο νέος πάτησε το πόδι του στο στενό γεφυράκι, που ήταν και το μοναδικό μέσον πρόσβασης στο νησί, εμφανίστηκε μπροστά του ένα παράξενο ζευγάρι: ένας γέρος άνδρας και μια γριά γυναίκα, τυλιγμένοι και οι δύο μέσα σε μακριές μαύρες κάπες, που θαρρείς πως αναδύθηκαν από την ομίχλη, τον ζύγωσαν, τον άρπαξαν από τους αγκώνες, σφίχτηκαν όσο γινόταν απάνω στα πλευρά του και έτσι, σχεδόν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο, σκαρφάλωσαν ένα ανηφορικό και ολισθηρό μονοπάτι, μπήκαν στο σπίτι, ανέβηκαν μία ξύλινη σκάλα και έφτασαν σ’ ένα δωμάτιο. Εδώ, οι δύο γέροι εξαφανίστηκαν με τον ίδιο ανεξήγητο τρόπο με τον οποίο είχαν εμφανιστεί, αφήνοντας το νεαρό μόνο του στη μέση του δωματίου. Η επίπλωση ήταν υποτυπώδης: ένα κρεβάτι με λουλουδάτο κάλυμμα, ένα τραπέζι, μια καρέκλα. Μια φωτιά σπινθηροβολούσε στο τζάκι. Το φαί ήταν έτοιμο στο τραπέζι: φακές σούπα και τσίχλες. Από το ψηλό παράθυρο του δωματίου ο νέος ατένισε την πανσέληνο που ξεπρόβαλε πίσω από τα σύννεφα, κατόπιν, κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να τρώει. Εδώ, με το μοναχικό αυτό δείπνο, τελείωνε και το πρώτο μέρος του βιβλίου.'

Ζορζ Περέκ, Ταξίδι στο Χειμώνα, μτφρ. Ιωάννα Κυριακοπούλου, εκδ. Χατζηνικολή
video
Clip from Orson Welles’s F for Fake (1973)

Η ΣΥΝΘΛΙΨΗ ΤΩΝ ΣΤΑΓΟΝΩΝ


Εγώ δεν ξέρω, κοίτα, είναι τρομερό το πως βρέχει.
Βρέχει όλη την ώρα, έξω πυκνά και γκρίζα,
εδώ κόντρα στο μπαλκόνι με σταλαγματιές πηχτές και σκληρές,
που κάνουν πλαφ και συνθλίβονται σαν γροθιές
μια μετά την άλλη, τί αηδία.
Τώρα εμφανίζεται μια σταγονίτσα στο πάνω μέρος
στο περβάζι του παραθύρου,
μένει τρεμάμενη απέναντι στον ουρανό
που την κομματιάζει σε χίλιες σβησμένες λάμψεις,
μεγαλώνει και ταλαντεύεται, τώρα θα πέσει και δεν πέφτει,
ακόμα δεν πέφτει. Είναι κολλημένη με όλα της τα νύχια,
δεν θέλει να πέσει και φαίνεται πως γαντζώνεται με τα δόντια,
ενώ της μεγαλώνει η κοιλιά,
πια είναι μια σταγονάρα που κρέμεται μεγαλοπρεπής,
και ξαφνικά, ωπ, να την, πλαφ, διαλύεται,
τίποτα, ένας λεκές στο μάρμαρο.

Μα υπάρχουν κι αυτές που αυτοκτονούν
που παραδίνονται αμέσως, εμφανίζονται στο περβάζι
και την ίδια στιγμή πέφτουν,
μου φαίνεται ότι βλέπω το τρέμισμα του άλματος,
τα ποδαράκια τους ν’ απλώνονται και την κραυγή
που τις μεθάει σ’ αυτό το τίποτα της πτώσης και της εξαφάνισης.
Θλιβερές σταγόνες, στρογγυλές αθώες σταγόνες.
Αντίο σταγόνες. Αντίο.

* * *

ΠΟΙΗΜΑ


Σ’ αγαπώ απ’ το φρύδι, απ’ τα μαλλιά,
σε διαφιλονικώ σε διαδρόμους
λευκότατους όπου παίζονται οι πηγές του φωτός
σε αμφισβητώ σε κάθε όνομα, σε πιάνω με λεπτότητα ουλής
σου βάζω στα μαλλιά στάχτες από κεραυνό
και κορδέλες που κοιμούνταν στη βροχή.
Δεν θέλω να έχεις μια μορφή, να είσαι,
ακριβώς ότι έρχεται πίσω από το χέρι σου,
γιατί το νερό, υπολόγισε το νερό, και οι λέοντες
όταν διαλύονται στη ζάχαρη του μύθου,
και οι χειρονομίες, αυτή η αρχιτεκτονική του τίποτα,
ανάβοντας τις λάμπες της στη μέση της συνάντησης.
Όλο το αύριο είναι ο πίνακας
όπου σε εφευρίσκω και σε σχεδιάζω
για να σε σβήσω σύντομα, έτσι δεν είσαι, ούτε καν
μ’ αυτά τα ίσια μαλλιά, αυτό το χαμόγελο.
Ψάχνω το άθροισμά σου, στην άκρη της κούπας όπου το κρασί
είναι επίσης η σελήνη κι ο καθρέφτης,
ψάχνω αυτή τη γραμμή που κάνει να τρέμει ένας άνθρωπος
σε μια στοά του μουσείου.
Επίσης σ’ αγαπώ, και έχει καιρό και κρύο.

* * *

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣ, ΙΙ



Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

* * *

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7, Από το ΚΟΥΤΣΟ


Σου αγγίζω το στόμα, μ’ ένα δάχτυλο αγγίζω την άκρη
απ’ το στόμα σου, τη σχεδιάζω λίγο λίγο, σαν να πρόβαλε
από το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισάνοιγε για πρώτη
φορά, και το χέρι μου φτάνει να κλείσω το μάτια για να τα σβήσω
όλα και να ξαναρχίσω, κάνω να γεννηθεί κάθε φορά
το στόμα που θέλω, το στόμα που το χέρι μου διαλέγει
και σου σχεδιάζει στο πρόσωπο,
ένα στόμα διαλεγμένο ανάμεσα σε άλλα,
με κυρίαρχη ελευθερία διαλεγμένη από μένα
για να το σχεδιάσω με το χέρι μου στο πρόσωπό σου,
και από μια τύχη που δεν ψάχνω να καταλάβω
συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει
κάτω από αυτό που το χέρι μου σου σχεδιάζει.
Με κοιτάς, από κοντά με κοιτάς, κάθε φορά
από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα,
κοιταζόμαστε από κάθε φορά και πιο κοντά
και τα μάτια μας μεγεθύνονται,
πλησιάζουν μεταξύ τους, σωφιλιάζονται
και οι κύκλωπες κοιτάζονται, ανασαίνοντας μπερδεμένοι,
τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν χλιαρά,
δαγκώνονται με τα χείλη, αφήνοντας μόλις τη γλώσσα
στα δόντια, παίζοντας στις φραγές τους όπου ένας αέρας
βαρύς πηγαινοέρχεται με ένα άρωμα παλιό και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου ψάχνουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου,
να θωπεύσουν αργά τη βαθύτητα των μαλλιών σου
ενώ φιλιόμαστε σαν να είχαμε το στόμα γεμάτο
από λουλούδια, από ψάρια, από κινήσεις ζωηρές,
από μυρωδιά σκοτεινή. Κι αν δαγκωνόμαστε
ο πόνος είναι γλυκός, κι αν πνιγόμαστε σε μια σύντομη
και τρομερή απορρόφηση ταυτόχρονη της ανάσας,
αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι ωραίος.
Και υπάρχει ένα μόνο σάλιο και μια γεύση
μόνο από φρούτα ώριμα, κι εγώ σε νιώθω να τρέμεις
πάνω μου σαν μια σελήνη στο νερό.



Χούλιο Κορτάσαρ, Η Σύνθλιψη των Σταγόνων, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης, εκδ. Bibliotheque

  '«Στα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχής», λέει ο Lotze, «συγκαταλέγεται… δίπλα στην τόσο μεγάλη φιλαυτία σε επιμέρους ζητήματα, η γενική απουσία φθόνου κάθε παρόντος σε σχέση με το μέλλον». Αυτός ο συλλογισμός μας δείχνει πως η εικόνα που διατηρούμε για την ευτυχία είναι πλήρως εμποτισμένη στο χρόνο, στον οποίο μας αποδόθηκε κάποτε η ροή της ίδιας μας της ύπαρξης. Το είδος της ευτυχίας που θα μπορούσε να μας προκαλέσει φθόνο, υπάρχει μόνο στον αέρα που θα έχουμε αναπνεύσει, με ανθρώπους στους οποίους θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, με γυναίκες που θα μπορούσαν να μας δοθούν. Με άλλα λόγια, η εικόνα που έχουμε για την ευτυχία είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη της απολύτρωσης. Το ίδιο συμβαίνει με την εικόνα του παρελθόντος, πράγμα που εισαγάγει την ιστορία στις υποθέσεις του, το παρελθόν κουβαλάει ένα μυστικό δείκτη, που το παραπέμπει στην απολύτρωση. Δεν μας αγγίζει μήπως κι εμάς μια πνοή του αέρα που περιέβαλε τους προηγούμενούς μας; Δεν υπάρχει μια ηχώ αυτών που έχουν πια σιωπήσει, στις φωνές που φτάνουν σήμερα στα αυτιά μας; Δεν έχουν οι γυναίκες, για τις οποίες ενδιαφερόμαστε, αδελφές που δεν τις αναγνωρίζουν πια; Αν είναι έτσι, τότε υπάρχει μια μυστική συμφωνία μεταξύ των γενεών που πέρασαν και της δικής μας. Επειδή η άφιξή μας στη γη ήταν αναμενόμενη. Επειδή μας είχε δωριστεί, όπως σε κάθε γενιά που προηγήθηκε, μια ασθενική μεσσιανική δύναμη, πάνω στην οποία το παρελθόν εγείρει αξιώσεις. Αυτές οι αξιώσεις δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθούν με φθηνό τίμημα. Ο ιστορικός υλιστής γνωρίζει το γιατί.'
 
   'Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με το όνομα Angelus Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι όπου μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Τα μάτια του είναι διάπλατα ανοιχτά, το στόμα του ανοιχτό και οι φτερούγες του τεντωμένες. Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός˙ βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παράδεισου αδράχνοντας τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Η θύελλα τον ωθεί ακαταμάχητα προς το μέλλον, στο οποίο η πλάτη του είναι στραμμένη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα.'
 
 
Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, εκδ. Λέσχη Κατασκόπων 21ου αιώνα
 
  'Η τραγωδία μπορεί να ορισθεί, εδώ, ως απόπειρα επανάκτησης της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και στα πράγματα, με την έννοια της νέας αξίας˙ αυτό θα ήταν εντέλει μια δοκιμασία, όπου η νίκη θα συνίστατο στο να έχεις ηττηθεί. Η τραγωδία εμφανίζεται λοιπόν ως η τελευταία επινόηση του ανθρωπισμού για να μην αφήσει τίποτα να διαφύγει: εφόσον η ομοφροσύνη ανάμεσα στον άνθρωπο και τα πράγματα έχει τελικώς καταγγελθεί, ο ανθρωπισμός διασώζει την επιβολή του, εγκαθιδρύοντας πάραυτα μια νέα μορφή αλληλεγγύης, αφού το ίδιο το διαζύγιο κατέστη η βασιλική οδός για τη σωτηρία.
   Είναι και πάλι σχεδόν μια σύμπνοια, αλλά επώδυνη, διαρκώς σε εκκρεμότητα και πάντα αναβαλλόμενη, που η αποτελεσματικότητά της είναι ανάλογη με εκείνη ενός απρόσιτου χαρακτήρα. Είναι μια ανάποδη όψη, είναι μια παγίδα─ και είναι μια παραποίηση.
   Βλέπουμε πράγματι σε ποιο βαθμό έχει διαστραφεί αυτό το είδος ενότητας: αντί να είναι η αναζήτηση ενός καλού, αυτή τη φορά είναι η ευλογία ενός κακού. Η δυστυχία, η αποτυχία, η μοναξιά, η ενοχή, η τρέλα, όλα αυτά, είναι ατυχήματα της ζωής μας που θα ήθελαν να μας κάνουν να τα υποδεχθούμε ως τα καλύτερα εχέγγυα της σωτηρίας μας. Να υποδεχθούμε, όχι να αποδεχθούμε: το ζήτημα είναι να τα θρέψουμε ιδίοις εξόδοις συνεχίζοντας παράλληλα να τα αντιμαχόμαστε. Διότι η τραγωδία δεν ενέχει ούτε αληθή αποδοχή, ούτε αληθινή άρνηση. Είναι η μετουσίωση μιας διαφοράς.
   Ας ιχνογραφήσουμε, εν είδει παραδείγματος, τη λειτουργία της «μοναξιάς». Τηλεφωνώ. Δε μου απαντά κανείς. Αντί να συμπεράνω πως δεν είναι κανείς εκεί ─πράγμα που θα μπορούσε να είναι μια καθαρή και απλή διαπίστωση, χρονολογημένη, εντοπισμένη, στο χώρο και στο χρόνο─, αποφασίζω να δράσω ωσάν να ήταν εκεί κάποιος, που όμως, για τον άλφα ή βήτα λόγο, δε θα απαντούσε. Η σιωπή που έπεται της κλήσης μου δε θα είναι εφεξής, αληθινή σιωπή˙ θα είναι επιφορτισμένη με περιεχόμενο, με βάθος, με ψυχή─ η οποία με παραπέμπει πάραυτα στη δική μου σιωπή. Η απόσταση ανάμεσα στην κραυγή μου, στα ίδια μου τα αυτιά, και τον βουβό (ίσως κρυφό) συνομιλητή στον οποίο απευθύνεται η κραυγή, γίνεται η αγωνία, η ελπίδα μου και η απελπισία μου, ένα νόημα για τη ζωή μου. Τίποτε πλέον δε θα μετράει από εκεί και πέρα για μένα., εκτός από αυτό το πλαστό κενό και τα προβλήματα που μου θέτει. Πρέπει να τηλεφωνώ για πολύ ακόμα; Πρέπει να κραυγάζω πιο δυνατά; Πρέπει να προφέρω άλλα λόγια; Προσπαθώ ξανά… Πολύ γρήγορα καταλαβαίνω ότι δε θα απαντήσει κανείς η αόρατη παρουσία όμως που εξακολουθώ να δημιουργώ με την κλήση μου, με αναγκάζει, στο διηνεκές, να εκτοξεύω στη σιωπή τη δυστυχισμένη κραυγή μου. Σύντομα ο ήχος που βγαίνει αρχίζει να μου φέρνει ζάλη. Σαν μαγεμένος, καλώ και πάλι…, και πάλι, ξανά. Η μοναξιά μου, σε παροξυσμό, μετατρέπεται εντέλει, για την αλλοτριωμένη συνείδηση μου, σε ανώτερη αναγκαιότητα, υπόσχεση της λύτρωσής μου. Και προκειμένου να λυτρωθώ, υποχρεούμαι να κραυγάζω πεισματικά για το τίποτα μέχρι το θάνατό μου.
   Σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, η μοναξιά μου δεν είναι πια ένα τυχαίο, στιγμιαίο, δεδομένο της ύπαρξής μου. Αποτελεί μέρος του εγώ μου, ολόκληρου του κόσμου, όλων των ανθρώπων: είναι, για μία ακόμη φορά, η φύση μας. Είναι μια μοναξιά παντοτινή.
   Παντού όπου υπάρχει απόσταση, χωρισμός, διχασμός, διαχωρισμός, υπάρχει δυνατότητα να τα αισθανθεί κανείς αυτά ως οδύνη, κατόπιν να άρει αυτή την οδύνη στο ύψος μιας υπέροχης αναγκαιότητας, οδός προς ένα μεταφυσικό επέκεινα, αυτή η ψευδής αναγκαιότητα είναι ταυτόχρονα μια πόρτα κλειστή σε κάθε ρεαλιστικό μέλλον. Η τραγωδία, εάν σήμερα μας παρηγορεί, απαγορεύει κάθε κατάκτηση πιο στέρεη για το αύριο. Απεναντίας, πίσω από την πρόσοψη μιας αέναης κίνησης, καθηλώνει το σύμπαν σε μια γουργουρίζουσα κατάρα. Δεν τίθεται πλέον θέμα να αναζητήσουμε κάποιο γιατρικό για τη δυστυχία μας, αφ’ ης στιγμής η τραγωδία στοχεύει να μας κάνει να αγαπήσουμε τη δυστυχία.
   Βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε ένα πλάγιο διάβημα του σύγχρονου ανθρωπισμού, που υπάρχει κίνδυνος να μας εξαπατήσει. Εφόσον δεν τίθεται πλέον ζήτημα επανάκτησης των πραγμάτων, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε εκ πρώτης όψεως ότι η ρήξη ανάμεσα σ’ αυτά και τον άνθρωπο έχει ούτως ή άλλως συντελεστεί. Σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική: είτε με τα πράγματα συνάψουμε συμφωνία είτε με την απομάκρυνσή τους, καταλήγουμε στο ίδιο˙ η «ψυχική γέφυρα» υφίσταται ανάμεσα σε εκείνα κι εμάς˙ μάλλον αυτή θα έβγαινε ενισχυμένη από αυτό το εγχείρημα.
   Γι’ αυτό η τραγική σκέψη δε στοχεύει ποτέ στο να διαγράψει τις αποστάσεις: αντιθέτως τις πολλαπλασιάζει όπως της αρέσει. Απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τους άλλους ανθρώπους, απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον εαυτό του, ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, ανάμεσα στον κόσμο και τον ίδιο, τίποτα δε μένει ανέπαφο: όλα διαρρηγνύονται, σχίζονται, τέμνονται, αποσπώνται. Στο εσωτερικό των πιο ομοιογενών αντικειμένων, όπως και των λιγότερο διφορούμενων καταστάσεων, δημιουργείται ένας είδος μυστικής απόστασης. Ωστόσο, πρόκειται όντως για μια εσωτερική απόσταση, μια ψευδή απόσταση, που στην πραγματικότητα αποτελεί ανοικτή δίοδο, τουτέστιν, ήδη μια συμφιλίωση.'

Αλέν Ρομπέ-Γκριγιέ, Φύση, Ανθρωπισμός, Τραγωδία, μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδ. alloglotta