The Fireside (1880-85) - Edgar Degas

'ΚΑΜΙΛΛΟΣ: Η ρότα σου αυτή σου τάζει πιο πολλά, παρ’ άγρια
να ’χεις ριχτεί σε απάτητα νερά, σ’ αφάνταστες
αχτές, και μόνον βέβαιος για κακά σωρό∙
χωρίς ελπίδα βοηθό, παρά ν’ αφήνεις
τη μία για να πιαστείς από άλλη∙ σιγουριά
καμιάν, έξω απ’ τις άγκυρές σου, που η καλύτερη
υπηρεσία τους θα ‘ναι να μπορούν να σε κρατάν
εκεί που δε σ’ αρέσει να ’σαι. Ξέρεις άλλωστε
πως μόνον η ευτυχία δίνει την αγάπη,
που και τα δυο, νεαρό της μούτρο και ψυχή της
τ’ αλλάζει η θλίψη.
ΠΕΡΝΤΙΤΑ: Το ’να απ’ αυτά ειν’ αλήθεια:
η θλίψη ίσως μπορεί τα μάγουλα να βλάψει,
μα ως την ψυχή δε φτάνει.'

Ουίλιαμ Σέξπιρ, Το Χειμωνιάτικο Παραμύθι, μτφρ. Βασίλης Ρώτας, εκδ. Επικαιρότητα

  'Το πέρασμα μέσα στο κείμενο δεν είναι παρά ένα πέρασμα στην αυτή πραγματικότητα από νέα είσοδο. Το κείμενο ανήκει αναπάντεχα στην πραγματικότητα, όχι το αντίθετο. Αναζητείται όμως και ορισμένη έξοδος από το κείμενο, για την οποία συνήθως δεν γίνεται λόγος. Το τέκμωρ της εξόδου είναι το κλειδί που καθιστά τη λογοτεχνία δημιουργία και όχι απλή κατασκευή. Διότι, και σε απόλυτη συνάφεια με το ολικό διακείμενο, είμαστε, παρόλες τις ευγενείς διακρίσεις που προσφέρονται, εφαρμογές εντός δημιουργίας όχι εντός κατασκευής. Παρεκτός εάν υφιστάμεθα μονομερώς το διάκενο κάποιας επιζητούμενης σωτηρίας∙ δηλαδή, παρεκτός και αν δεν ζούμε εντελώς.'

  'Η λογοτεχνία συμβαίνει, δημιουργείται σε μεγάλο βαθμό, για να μετατρέψει τις ειδικές συνθήκες του «σήπομαι», υπό όποιες συνθήκες. Κάθε επιπρόσθετη συνθήκη, οι νέοι τρόποι, και ειδικά όσοι δεν εμπίπτουν στην προκαθορισμένη επικράτεια της προαναφερθείσας τέρψης, είναι οι τρόποι (μέθοδοι) με τους οποίους η λογοτεχνία καταφέρνει τα απαιτούμενα βήματα — εκείνα που απαιτούνται για την απομάκρυνση από την κοιτίδα του φαινομενικού και την σταχυολόγηση εκείνων των διάσπαρτων και οριακά ενυπόστατων στοιχείων που θα συμπήξουν κάποιο καινούργιο, προς εκτόνωση και κατανάλωση, κέντρο.
   Λογοτεχνία μπορεί να είναι ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο συνδιαλέγεται κάποιος με τον περιπτερά της γειτονιάς του, ή μιλά στον εαυτό του. Ή ο τρόπος με τον οποίο φροντίζει να αποδεκατίσει σταδιακά τον άγρυπνο εαυτό του, στήνοντάς του παιχνίδια, αδιαφορώντας γι’ αυτόν, ή περνώντας τον από πρωτόγνωρες δοκιμασίες, συναντήσεις με τις αλλοπρόσαλλες πτυχές που κατοικούν εντός, με τις περσόνες που δουλειά τους είναι να κρατούν τον εαυτό τους δέσμιο της μερικότητας και του αγώνα της διανοητικής αυτοσυντήρησης, με κάθε θυσία. Όταν τολμήσει κανείς να θέσει ετούτους τους μηχανισμούς σε κοινή θέα, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, φέρνει αποτέλεσμα τόσο σε πνευματικό όσο και σε καθαρά ηθικό επίπεδο. Καταστρέφεται η δυνατότητα παροχής συγχώρεσης ή χάρης, οριστικά και αμετάκλητα. Αυτοί, λοιπόν, που μιλούν μέσα από το στόμα ενός λογοτέχνη είναι παραπάνω από ένας, μα, δεν καρπώνεται ουδείς αυτή την τρομακτική αποτελεσματικότητα. Γιατί απώτερος στόχος είναι να λείψουν ακόμη και τα τρύπια παπούτσια.
   Σαν τρίτη παράγραφο, εδώ, ή και αλλού, συνεπώς ακόμη και στο πουθενά, δεν τρομάζει εκείνος που θρέφει τον άκαρπο ίλιγγο, μα, εκείνος που μέριμνά του είναι η αποτίναξη, ή καλύτερα, η φαντασίωση της πιθανότητας της απολύτου εξαφάνισης του ιλλιγώδους.'
 
   'Η επίφαση είναι η ικανότητα να αποτυγχάνεις ακόμη και στην αποτυχία. Παρόλα αυτά η λογοτεχνία της επίφασης είναι προτιμότερη από την αποτυγχημένη λογοτεχνία, γιατί δεν ενδιαφέρει η λογοτεχνία αλλά η δυνατότητα αδιάλειπτης αναζωπύρωσης της επίφασης. Ο επιφανειακός δεν είναι επιφανειακός λόγω άρνησης, αλλά κυρίως, λόγω της ανάγκης για επίφαση. Η επιφανειακή ζωή είναι μια ζωή φτωχή ή πλούσια σε εντυπώσεις, η αληθινή ζωή είναι φτωχή ή πλούσια σε εμπειρίες. Οι εντυπώσεις γεννούν εκτιμήσεις, οι εμπειρίες γεννούν ιδέες. Η επίφαση πρήζει αλλά δεν χορταίνει τη ζωή, γεμίζει σελίδες αλλά τίποτα δεν σημαίνει. Παρόλη, όμως, την ηγεμονική θέση της επίφασης μέσα στη ζωή, για την κάλυψη της απόστασης από την επίφαση ως το ουσιώδες, μία ολόκληρη ζωή δεν είναι σίγουρα αρκετή. Αυτό σημαίνει πως η λογοτεχνία απουσιάζει πιο συχνά απ’ όσο εμφανίζεται. Πόσο εξαίσια ετούτη η φυσική επαλήθευση.'


Γιάννης Λειβαδάς, Ανάπτυγμα, εκδ. Κουκούτσι

'Abba Zaba' [album: Safe as Milk (1967)] - Captain Beefheart and his Magic Band

  'Δυο σουσουράδες, στριφογυρνώντας και τιτιβίζοντας, ρίχτηκαν στα πόδια των αλόγων και ξαναπέταξαν αμέσως, για να σμίξουν πάλι λίγο μακρύτερα.
   - Βλέπετε τα πουλιά των αγρών, είπε η νεαρή κόρη. Μπορούν να είναι πιο φτωχά απ’ όσο είναι; Κι όμως, παρ’ όλ’ αυτά, σχηματίζουν ζευγάρια που διαρκούν όλο το χρόνο και συχνά ακόμη περισσότερο.
   - Βέβαια, απάντησε ο Οτμάρ, αλλά η ένωσή τους οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στις ανάγκες της αναπαραγωγής. Η φωλιά, τα αβγά, η επώαση, η διατροφή των νεογνών, όλα αυτά απαιτούν την παρουσία και του αρεσνικού και του θηλυκού. Αλλά το fin amor τοποθετείται απείρως πιο υψηλά από τις απαιτήσεις της αναπαραγωγής. Δεν υπάρχει καθαρός έρως παρά μονάχα αποσαρκωμένος, πνευματοποιημένος, άγονος όπως ο γαλάζιος ουρανός ή το άσπιλο χιόνι που καλύπτει το χειμώνα την κορυφή του Μπεν Νέβις.
   - Θέλετε να πείτε ότι τα σώματα δεν παίρνουν καθόλου μέρος στο fin amor σας; είπε ανήσυχα η Κολομπέλ. Πρέπει κανείς να είναι καθαρό πνεύμα για να υψωθεί, όπως το απαιτείτε, πάνω απ’ την κοινή ανθρώπινη μοίρα;
   - Όχι, βέβαια, αλλά το σώμα δε φίνεται αξιαγάπητο παρά χάρη στην ψυχή που το κατοικεί, όπως η φλόγα που δημιουργεί το φανάρι. Αν σβησει η φλόγα, το φανάρι δεν είναι πλέον παρά ένα μικρό, γκρίζο και σκυθρωπό κλουβάκι.
   - Το φως, όμως, αυτό της ψυχής πώς περνάει μέσ’ απ’ τη σάρκα και τα ρούχα που τη σκεπάζουν;
   - Υπάρχουν τα χέρια, υπάρχει το πρόσωπο, υπάρχουν κυρίως, τα μάτια που αποτελούν τα ανοιχτά παράθυρα της ψυχής προς τον αγαπημένο, και τα οποία τον φωτίζουν και τον ζεσταίνουν. Έχετε ποτέ διαισθανθεί το παγωμένο σκοτάδι που ασχημίζει το πρόσωπο των τυφλών;'

Μισέλ Τουρνιέ, Ερωτικό Απόδειπνο, μτφρ. Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδ. Εξάντας

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ 1928




 
ΣΟΥΖΑΝ ΜΥΖΑΡ ΚΑΙ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ


Μ: Τι είναι το φιλί;
Σ: Ένα παραλήρημα, όλα στριφογυρίζουν.

Σ: Τι είναι η μέρα;
Μ: Μια γυναίκα που κάνει το λουτρό της γυμνή το σούρουπο.

Μ: Τι είναι η ελευθερία;
Σ: Ένα πλήθος από μικρά πολύχρωμα σημάδια στα βλέφαρα.

Σ: Τι είναι η έξαρση;
Μ: Μια σταγόνα λάδι σε ένα ρυάκι.

Σ: Τι είναι τα μάτια;
Μ: Ο νυχτοφύλακας σε ένα αρωματοποιείο.

Σ: Τι είναι η σελήνη;
Μ: Ένας υπέροχος υαλουργός.

Μ: Τι πλανιέται πάνω από τη Σ. κι εμένα;
Σ: Μεγάλα σύννεφα, μαύρα κι απειλητικά.

Μ: Τι είναι το κρεβάτι;
Σ: Μια βεντάλια που ξεδιπλώνεται γρήγορα. Το φτερούγισμα ενός πουλιού.

Μ: Τι είναι η αυτοκτονία;
Σ: Πολλά εκκωφαντικά κουδούνια.

Μ: Τι είναι η απουσία;
Σ: Ένα ήρεμο, διάφανο νερό, ένας κινούμενος καθρέφτης.



 
ΣΟΥΖΑΝ ΜΥΖΑΡ ΚΑΙ ΜΑΞ ΜΟΡΤΖ


Μ: Τι είναι ο ανθρωποφάγος;
Σ: Μια μύγα σε μια κούπα γάλα.

Μ: Τι είναι το φυτικό βασίλειο;
Σ: Μια τρύπα σε ένα πουπουλένιο μαξιλάρι.

Μ: Τι είναι η ιδιοφυία;
Σ: Ένα στρώμα από βερνίκι που ραγίζει (το από κάτω είναι θαμπό), μια βαθιά ρίζα που αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο.





ΣΟΥΖΑΝ ΜΥΖΑΡ ΚΑΙ ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ


Σ: Γιατί συνεχίζουμε να ζούμε;
Α: Γιατί στην πύλη των φυλάκων υπάρχουν μόνο κλειδιά που τραγουδούν.

Α: Γιατί πρέπει να σπάσε ένα τζάμι σε περίπτωση πυρκαγιάς;
Σ: Γιατί έχει πιάσει πάγο κι οι σκέψεις γλιστρούν.




ΣΟΥΖΑΝ ΜΥΖΑΡ ΚΑΙ ΜΑΡΣΕΛ ΝΟΛ


Σ: Τι είναι ένας σωρός πέτρες;
Ν: Μια κακή ενέργεια.

Ν: Τι είναι ο θαυμασμός;
Σ: Μια βιτρίνα ζαχαροπλαστείου όπου οι καραμέλες αντικαταστάθηκαν με σαπουνόφουσκες.

Ν: Τι είναι η άνοιξη;
Σ: Μια λάμπα που, αντί για πετρέλαιο, καίει πυγολαμπίδες.

Ν: Τι είναι ο στρατηγός;
Σ: Μια κουραστική πορεία πάνω σε μυτερά χαλίκια… Ζήτω η έρημος, οι καμήλες και η άμμος.

Ν: Τι είναι το ταξίδι;
Σ: Μια μεγάλη γυάλινη σφαίρα με πολλές αντανακλάσεις.



ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ ΚΑΙ ΜΠΕΝΖΑΜΕΝ ΠΕΡΕ


Π: Τι είναι ο δικαστικός;
Μ: Ένας αλήτης, ένας βρωμιάρης, ένας μαλάκας.

Π: Τι είναι η ισότητα;
Μ: Μια ιεραρχία όπως όλες οι άλλες.

Π: Τι είναι η αδελφοσύνη;
Μ: Ίσως ένα κρεμμύδι.

Μ: Τι είναι ο βιασμός;
Π: Ο έρωτας της ταχύτητας.

Π: Γιατί τα σκυλιά γαβγίζουν τη σελήνη;
Μ: Επειδή οι καμινάδες των εργοστασίων είναι κόκκινες.

Μ: Τι είναι η στρατιωτική θητεία;
Π: Ο θόρυβος που κάνει ένα ζευγάρι μπότες, καθώς πέφτει από μια σκάλα.

Π: Τι είναι ένα ποτάμι αίμα;
Μ: Σταμάτα. Διάγραψε αυτή τη φρικτή ερώτηση.

Μ: Τι είναι ένα βέλος;
Π: Ένα γιώτα που έχασε τον τόνο του.

Π: Τι κρύβεται στον πάτο του ποτηριού ενός μανδαρίνου;
Μ: Μια εβραϊκή μύτη.

Μ: Τι είναι ο Μπωντλαίρ;
Π: Ένας στρατιώτης των αποικιών που δε γνωρίζει ούτε ανάγνωση ούτε γραφή και τρώει μόνο χλόη.

Μ: Τι είναι η ύπαρξη;
Π: Ένα αναποδογυρισμένο καροτσάκι που σαπίζει σε μια δημόσια πλατεία δίπλα σε ένα ξεκοιλιασμένο άλογο.

Π: Τι είναι ο διάβολος;
Μ: Ο γύρος του κόσμου με δεκανίκια.

Μ: Τι είναι ένα μωρό;
Π: Ένας γέρος με γενειάδα που τραυλίζει και διαβάζει το μυθιστόρημα σε συνέχειες της Ηχούς του Παρισιού.



ΑΝΤΟΝΕΝ ΑΡΤΩ ΚΑΙ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ


Α: Ο σουρεαλισμός έχει πάντα την ίδια σπουδαιότητα στην οργάνωση και την αποδιοργάνωση της ζωής σας;
Μ: Είναι μια λάσπη φτιαγμένη με λουλούδια.

Α: Πόσες φορές σκέπτεστε να αγαπήσετε ακόμη;
Μ: Ένας στρατιώτης βρίσκεται στη σκοπιά του. Αυτός ο στρατιώτης είναι μόνος. Κοιτάζει μια φωτογραφία που μόλις έβγαλε από το πορτοφόλι του.

Α: Ο θάνατος έχει σημασία στη ζωή σας;
Μ: Είναι ώρα για ύπνο.

Μ: Τι είναι ο αθάνατος έρωτας;
Α: Η φτώχεια δεν είναι ελάττωμα.

Α: Νύχτα ή βάραθρο;
Μ: Είναι σκοτάδι.

Α: Τι σας αηδιάζει περισσότερο στην αγάπη;
Μ: Εσείς, αγαπητέ φίλε, κι εγώ.







από το Τα Σουρεαλιστικά Παιχνίδια (Μάρτιος 1921 – Σεπτέμβριος 1962), μτφρ. Δημήτρης Χορόσκελης, εκδ. Καστανιώτης
Alex Varenne’s