WALT WHITMAN – ΜΙΑ ΑΘΟΡΥΒΗ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΗ ΑΡΑΧΝΗ


Μια αθόρυβη υπομονετική αράχνη,
Πρόσεχα αυτήν καθώς στεκόταν μόνη πάνω σ’ ένα μικρό κάβο,
Πρόσεχα πώς εξερευνούσε το άδειο αχανές περιβάλλον,
Πετούσε από μέσα της μπροστά της λεπτά νήματα, νήματα, νήματα,
Ξετυλίγοντάς τα συνεχώς, πάντα ακούραστη στην εκτόξευσή τους.

Κι εσύ ω ψυχή μου όπου στέκεσαι,
Περιτριγυρισμένη, αποσπασμένη, σ’ απέραντους ωκεανούς διαστήματος,
Αδιάκοπα ονειροπολώντας, ριψοκινδυνεύοντας, πετώντας, ψάχνο-
             ντας τις σφαίρες για να τις ενώσεις,
Έως ότου η γέφυρα που θα χρειαστείς να σχηματιστεί, έως ότου
             η εύπλαστη άγκυρα να βαστάξει,
Έως ότου η κλωστή του ιστού της αράχνης σε τινάξει κάπου,
             ν’ αρπαχτείς ω ψυχή μου.

***

T.S. ELIOT – MARINA


Τι θάλασσες, τι ακτές, τι γκρίζοι βράχοι και τι νησιά
Τι νερό που γλείφει τη δαντέλα
Και άρωμα πεύκου κι η τσίχλα του δάσους που κελαηδεί μέσα στη καταχνιά.
Τι εικόνες ξαναγυρίζουν
Ω θυγατέρα μου.
Εκείνοι που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, σημαίνοντας Θάνατο
Εκείνοι που ακτινοβολούν με δόξα τροχίλου, σημαίνοντας Θάνατο
Εκείνοι που κάθονται στο ρυπαρό κάθισμα της ευδαιμονίας, σημαίνοντας
Θάνατο
Εκείνοι που ανέχονται την έκσταση των βανδάλων, σημαίνοντας Θάνατο
Έγιναν ασήμαντοι, νικημένοι από ένα άνεμο,
Μιαν ανάσα πεύκου, και τη μελωδία της ομίχλης του δάσους
Με αυτή τη χάρη εξαφανισμένη επί τόπου

             Ποια είναι αυτή η μορφή, η λιγότερο διαυγής και πιο διαυγής.
Ο σφυγμός του βραχίονα, ο λιγότερο έντονος και πιο έντονος –
Δοθέν η δανεισθέν; πιο μακριά απ’ τ’ άστρα και πιο κοντά απ’ το μάτι
Ψίθυροι και σιγανό γέλιο ανάμεσα στα φύλλα και βιαστικά βήματα
Κάτω απ’ τον ύπνο, όπου όλα τα νερά σμίγουν.
Πλώρη ραγισμένη από πάγο και μπογιά ραγισμένη από ζέστη.
Κατόρθωσα αυτό, έχω λησμονήσει
Και θυμάμαι.
Τα σχοινιά δίχως αντοχή και τα πανιά σάπια
Ανάμεσα σ’ ένα Ιούνη κι έναν άλλο Σεπτέμβρη.
Έκανα αυτό αγνοώντας, μισοαναίσθητος, δίχως γνώση, δικό μου.
Τα σανίδια διαρρέουν, οι ρωγμές χρειάζονται κλείσιμο.
Αυτό το σχήμα, αυτή η όψη, αυτή η ζωή
Ζωντανός να ζω σ’ ένα κόσμο μια εποχής πέρα από μένα ας
Εγκαταλείψω τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, το λόγο μου για εκείνο το μη ειπωθέν,
Το ξύπνημα, όρια χωριστά, η ελπίδα, τα νέα καράβια.

             Τι θάλασσες, τι ακτές, τι γρανιτένια νησιά προς τ’ άρμενά μου
Και η τσίχλα του δάσους που καλεί μες στην καταχνιά
Θυγατέρα μου.

***

MALCOLM LOWRY – ΠΛΗΓΩΜΕΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ


Ίσως ένα παιδί δεν μπορεί να βρίσκει λέξεις για τις λύπες του
Αλλά μπορεί ν’ ακούει κατά τη νύχτα παράξενα προμηνύματα ανακούφισης
Ότι οι πληγωμένες πέτρες ξέρουν να πατούν στη γη,
Ή μπορεί να μαθαίνει ότι οι πέτρες μπορούν να μιλούν στους εαυτούς μου.
Τη σκληρή τους γλώσσα του σπαραγμού καρδιάς.
Μες στη γκαρνταρόμπα είναι το βουητό της θάλασσας
Και κάποια μομφή, αλλά ακόμα κι αυτό είναι άνεση
Το οποίο σημαίνει μια λιγότερη μομφή
Ανάμεσα στον εαυτό του και τον θάνατο…
Και πάνω στο χαλί μπροστά στο τζάκι ατενίζοντας μες στο πύρινο καμίνι
Υπάρχει το μέλλον ─το μερίδιο ίσως─
Κι όμως σκέπτομαι ότι εκεί πρέπει να έχει υπάρξει γέλιο,
Η μοναδική ανάνηψη, λένε οι άνθρωποι, απ’ τη ζωή,
Και έπρεπε αυτός να μην επιζούσε αυτού
Θα ’πρεπε να είχε γνωρίσει ότι ο Rimbaud ένιωθε το ίδιο,
Του οποίου η ανδρική ηλικία υπήρξε τόσο ανέραστη όσο και άλαλη;



Ο ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ


Ένας περιπλανώμενος καλόγηρος περνάει δια μέσου της πόλης τη νύχτα,
Ένας αδαής, ένας ασήμαντος άνθρωπος.
Υπήρξε ένας περιπλανώμενος καλόγηρος όταν ο κόσμος άρχισε
Να μελετάει αλλόκοτους κυνηγούς στο άπειρο.
Οι βράχοι είναι προς τ’ αριστερά, ενώ προς τα δεξιά
Η θάλασσα είναι σαν τη θάλασσα της οποίας η φήμη έτρεχε
Κάποτε στην παιδική του ηλικία στη θυελλώδη πεδιάδα απ’ τη μια άκρη στην άλλη.
Η θάλασσα ήταν επί πλέον ελπίδα, και η φήμη λαμπρή,
Οι βράχοι είναι ψηλοί, η θάλασσα πολύ βαθιά,
Η πόλη είναι ακριβώς ένα ψέμα, που τραντάζεται με ψέματα.
─Θα είχα κουράγιο να μην κοιμάμαι,
Μπορώ να μην ακολουθώ, όταν μπορώ ν’ αφυπνίζομαι;
Δίδαξέ με να διαπλέω τα φιόρδ της τύχης
Κινούμενος μ’ ελιγμούς δια μέσου της χαοτικής μου άγνοιας.


***

SYLVIA PLATH – ΠΡΟΒΑΤΟ ΣΕ ΟΜΙΧΛΗ


Οι λόφοι επιταχύνουν το βάδισμά τους μες στη λευκότητα.
Άνθρωποι ή άστρα
Με κοιτάζουν λυπητερά, τους απογοητεύω.

Το τρένο αφήνει μια γραμμή ανάσας
Ω αργό
Άλογο το χρώμα της σκουριάς,

Οπλές ζώων, θλιβερές καμπάνες ─
Όλως πρωινές
Το πρωί έχει μαυρίσει,

Κάποιο λουλούδι έπεσε
Τα κόκαλά μου διατηρούν μια ηρεμία, οι μακρινοί
Αγροί λιώνουν την καρδιά μου.

Απειλούν
Να με αφήσουν να περάσω σ’ έναν ουρανό
Χωρίς άστρα και χωρίς πατέρα, σ’ ένα σκοτεινό νερό.




από την ανθολογία Άγγλοι και Αμερικανοί Ποιητές 1850-1995, μτφρ. Αλκή Τσελέντη, εκδ. Δωδώνη

ΗΤΑΝ ΧΩΜΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ, και
αυτοί έσκαβαν.

Αυτοί έσκαβαν κι έσκαβαν, έτσι περνούσε
η μέρα τους, η νύχτα τους. Και δε δοξάζανε Θεό,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήθελε,
που, έτσι άκουγαν, όλα αυτά τα ήξερε.

Αυτοί έσκαβαν και δεν άκουγαν τίποτα πια·
δεν έγιναν σοφοί, δεν εφεύραν κανένα τραγούδι,
δεν επινόησαν καμιά γλώσσα.
Αυτοί έσκαβαν.

Ήρθε μια γαλήνη, ήρθε και μια θύελλα,
ήρθαν οι θάλασσες όλες.
Εγώ σκάβω, εσύ σκάβεις, σκάβει και το σκουλήκι,
κι αυτό που τραγουδάει εκεί λέει: αυτοί σκάβουν.

Ω ένα, ω ουδένα, ω κανένα, ω εσύ:
πού πήγαινε, αφού στο πουθενά πήγαινε;
Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, σκάβω μέσα μου ως εσένα,
και στο δάχτυλό μας ξυπνάει το δαχτυλίδι.

***

ΤΟΣΟ ΠΟΛΛΟΙ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ, που
κάποιος μάς προτείνει. Ήμουν,
όταν σε κοίταξα - πότε; -,
έξω
στους άλλους κόσμους.

Ω εκείνοι οι δρόμοι, γαλαξιακοί,
ω εκείνη η ώρα, που
πρόσθεσε τις νύχτες στο βάρος των ονομάτων μας
και τις ζύγισε μαζί. Δεν είναι,
το ξέρω, δεν είναι αλήθεια
ότι ζήσαμε, πέρασε μόνο
μια ανάσα τυφλή ανάμεσα σε
εκεί κι όχι-εδώ και κάποτε,
σαν κομήτης σφυρίζοντας πέρασε ένα μάτι
προς κάτι σβησμένο, μες στα φαράγγια,
εκεί που η φωτιά ξεψύχαγε, στεκόταν
λαμπρός μαστοφόρος ο Χρόνος,
κι από μέσα του βλάσταινε κιόλας
προς τα πάνω και κάτω και πέρα, ό,τι
είναι ή ήταν ή θα είναι -,
εγώ ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, εμείς ξέραμε,
εμείς δεν ξέραμε, αφού
ήμασταν εδώ και όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα στεκόταν ανάμεσα, βρίσκαμε
εντελώς ο ένας τον άλλο.

***

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΟΥ
ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ απόψε τη νύχτα.
Με λέξεις πήγα και σ’ έφερα ξανά, εδώ είσαι,
όλα είναι αληθινά και μια αναμονή
αληθινού.

Σκαρφαλώνει η φασολιά μπρος
στο παράθυρό μας: σκέψου
ποιος πλάι μας μεγαλώνει και
την παρατηρεί.

Ο Θείος, αυτό διαβάσαμε, είναι
ένα μέρος κι ένα δεύτερο, σκόρπια:
με το θάνατο
όλων των θερισμένων
γίνεται ένα και βλασταίνει.

Προς τα εκεί
μας οδηγεί το βλέμμα,
με τούτο το
μισό
έχουμε πάρε-δώσε.

***

ΨΑΛΜΟΣ


Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ώ πάνω
απ’ τ’ αγκάθι.

***

ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ


Τα βράδια σου σκάβονται
κάτω απ’ το μάτι. Με τα χείλη
συγκεντρωμένες συλλαβές ─ ωραίος,
άφωνος κύκλος ─
οδηγούν το αστέρι που σέρνεται
στο κέντρο τους. Η πέτρα,
πλάι στους κροτάφους άλλοτε, εδώ ανοίγεται:

μαζί με όλους
τους διεσπαρμένους
ήλιους, ψυχή,
ήσουν, στον αιθέρα.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ


αυτό
το βάρος
που κάποτε μαζί σου
βυθίζεται στην ώρα. Είναι
ένα άλλο.

Είναι το αντίβαρο που ζυγίζει το κενό,
το κενό που στο δρόμο
θα σου κράταγε το χέρι.
Δεν έχει όνομα, όπως κι εσύ. Ίσως
και να ‘στε το ίδιο πράγμα. Ίσως
μια μέρα κι εσύ να με ονομάσεις
έτσι.

***

A LA POINTE ACEREE


Είναι γυμνές οι φλέβες των ορυκτών, οι κρύσταλλοι
στις πτυχές των πετρωμάτων.
Άγραφο, που
σκλήρυνε κι έγινε γλώσσα, αφήνει
έναν ουρανό ελεύθερο.

(Προς τα πάνω ριγμένοι, στο φως,
λοξά, έτσι
κι εμείς πλαγιάζουμε.

Πόρτα εσύ μπροστά του άλλοτε, πίνακας
με το σκοτωμένο
αστέρι από κιμωλία:
το
έχει τώρα ένα μάτι – που διαβάζει;)

Δρόμοι για εκεί.
Ώρα του δάσους πλάι
στο γάργαρο αυλάκι της ρόδας.
Από κάτω
μαζεμένο,
μικρό, σχισμένο
βελανίδι: κάτι ανοιχτό
και μαυρισμένο, που
το ρωτάνε δάχτυλα σκέψεις
για – –
για πού;

Για
το ανεπανάληπτο, για
αυτό, για
όλα.

Γάργαροι δρόμοι για εκεί.

Κάτι, που προχωράει, αχαιρέτιστο
σαν να ‘γινε καρδιά,
έρχεται.

***

LE MENHIR


Γκρίζο της πέτρας
που βλασταίνει.

Γκρίζα μορφή, βλέμμα της πέτρας
δίχως μάτια, με σένα
πρόβαλε η γη μπροστά μας, ανθρώπινα,
σε σκοτεινούς, σε λευκούς δρόμους έρημης χώρας,
το βράδυ, μπροστά
σου, χάος τ’ ουρανού.
Κάτι που μοιχεύτηκε, παρασυρμένο μέχρι εδώ, βούλιαζε
πίσω από την πλάτη της καρδιάς. Θαλασσό-
μυλος άλεθε.

Με φωτεινά φτερά κρεμόσουν, το πρωί,
ανάμεσα σε σπάρτο και πέτρα,
μικρή πεταλούδα.

Μαύροι, των φυλαχτών
το χρώμα, έτσι ήσαστε,
κόκκοι συμ-
προσευχόμενοι.

***

ΠΟΥ ΜΟΥ  ‘πεσε η λέξη, η αθάνατη:
στο χάος τ’ ουρανού πίσω απ’ το μέτωπο,
εκεί πάει, οδηγημένο από σάλιο και σκουπίδια,
το εφτάφωτο άστρο, που ζει στο πλευρό μου.

Στο σπίτι της νύχτας οι στίχοι, η ανάσα στην κοπριά,
το μάτι δούλος των εικόνων ─
Κι όμως: μια ορθή σιωπή, μια πέτρα,
που παρακάμπτει τη ράμπα του διαβόλου.



Πάουλ Τσέλαν, Του Kανενός το Ρόδο, μτφρ. Χρήστος Λάζος, εκδ. Άγρα
Clip from Yutaka Ikejima’s Waisetsu stalker: Kurayami de idaite! (2002)

  'Είναι και τούτο ωραίο, θεία προσταγή, αδελφέ. Είναι ο άνθρωπος της δημιουργίας η κορωνίδα. Έχει θείο το σπέρμα και υψηλήν την αποστολήν. Σε τούτο διαφέρει μαθές από τα κτήνη και τα βοσκήματα. Αρκεί να το καταλάβη. Να νοιώση βαθειά, τόσο βαθειά, που να τον ποτίση ένας θείος και πολυδύναμος τρόμος, ότι είναι πλασμένος από πάστα περιούσια. Ότι τάχθηκε αυτός μόνος, από μέσα από το πλήθος των ζωντανών οργανισμών, να αποκαλύψη, να σπουδάση και να υπηρετήση κι ύστερα να χαρή και να βασιλέψει μέσα στο τέλειο, στο θαυμαστό αριστούργημα που τούδωκε πλουσιοπάροχα ο δημιουργός του, τον κόσμο. Αλλά χρειάζεται για τούτο αγώνας πολύς και προσπάθεια ηράκλειος. Χρειάζεται να κάνη το μόχθο του άγαλμα κι ύστερα να στέκεται άλαλος από θαυμασμό και βουβαμένος, θαμπωμένος από κρύφια γαλήνη να το βλέπει αχόρταγα, να το θαυμάζει, να το χαίρεται εις τους αιώνας των αιώνων. Είναι πλάνη απόλυτη και άγνοια τυφλή να ισχυρισθούμε ότι δεν υπάρχει μεταθάνατιος ζωή. Όσο και να το λέμε, σε τελευταία ανάλυση δεν το πιστεύει κανείς. Διότι τότε η ζωή χάνει το αλάτι της αυτόματα, χάνει τη βαθύτερη ουσία και τα θέμελά της. Όσοι από τους φιλοσόφους –και είναι λίγοι─ φθάσανε σ’ αυτή την πίστη, πιστέψανε δηλαδή ότι μαζί με το χωμάτινο σαρκίο θάβεται και η ψυχή, η μόνη απάντηση που μας δώσανε ήταν μια σπαρακτική κραυγή άναρθρη κι ανατριχιαστική, γεμάτη σκοτάδι και φρίκη. Γιατί ξεκόψανε τον άνθρωπο από τη μεγάλη και αιώνια πηγή του, το θείο, και τον είδανε απομονωμένο σε μια συγκλονιστική και πανάθλια τραγικότητα.
   Σε θέματα θεού δεν χωρεί λογική συζήτησις, αντιλογία, απόδειξις, μαθηματικοί συλλογισμοί. Δεν χωρεί διαλεκτική, για να χρησιμοποιήσω τον επιστημονικόν όρον. Τούτο μόνο είναι παραδκετόν: Ότι η ύπαρξις του θεού λογικά δεν αποδεικνύεται. Διότι τότε ο θεός θα ήταν θέμα και πρόβλημα της επιστήμης. Ο θεός, αυτός ο αχώρετος, θα κλεινόταν τότε μες στη δικαιοδοσία της ανθρώπινης περιοχής. Αλλά ο άνθρωπος είναι «πεπερασμένος», απίστευτα μικρός μπροστά στη μεγαλοσύνη του δημιουργού. Θάχεις ακουστά για την τριλογία του Πνεύματος: Οι τρεις περιοχές μέσα εις τις οποίες κινείται και μπορεί εκταθή το ανθρώπινον πνεύμα είναι: Το Αληθές (=εις την υπηρεσίαν και την έρευνά του έχουν τεθή οι επιστήμες και κυρίως οι θετικές). Το Αγαθόν (=περιλαμβάνει τα αφορώντα εις τα σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εδώ υπηρετούν το Δίκαιον, αι κοσμικαί επιστήμαι, η οικονομία και η πολιτική). Το Καλόν (=με την έννοιαν του κάλλους. Το υπηρετούν όλες οι καλές τέχνες, δηλαδή μουσική, ζωγραφική, ποίηση κλπ.). Πέρα από τις τρεις αυτές περιοχές δεν υπάρχουν νόμοι και η σκέψι σταματά, φυλακίζεται. Έτσι εδώ έχει λόγο το συναίσθημα. Μπαίνουμε στη μεγάλη περιοχή του Αγίου. Μπαίνουμε εις την Μεταφυσικήν. Στον αγώνα του ο άνθρωπος να νικήσει την πεπερασμένη φύσι του, που έχει ένα τέρμα δηλαδή, να διαρρήξη τα δεσμά που τον φυλακίζουν καταφεύγει στο Άγιον, το Θεό. Χωρίς πια τα όπλα και τα σύνεργα της επιστήμης. Δηλαδή τις λογικές έννοιες. Εδώ έχει ένα άλλο όπλο, διαφορετικό, χίλιες φορές πιο δυνατό. Την Πίστη. Είναι τρομερή αυτή η λέξη. Σκέτη φωτιά. Φωτίζει, πυρώνει, λυώνει το παν. Εξακοντίζει τον άνθρωπο πέρα από την ίδια του την φύση, πέρα από την δύναμή του, σαν αθλητής, ιερέας και προφήτης, ολόφωτος από την προσευχή και θρεμμένος από την νηστεία ξεκινάει για τον μεγάλο και κακοτράχαλο δρόμο, που πάει κατευθείαν στο θεό. Πορεύεται να βρη τον κρύφιο ρυθμό, την άρρητη αρμονία που κυβερνάει τον κόσμο.
   Βρίσκει στη θρησκεία ο άνθρωπος μια καταφυγή, ένα λυτρωμό, μια διέξοδο. Κι αν ποτέ πλησιάζει το θεό, τις ιδέες που λέει ο Πλάτων είναι τόσο φωτεινές, που δεν μπορεί να τις κυττάζη, ούτε να τις περιγράψη. Τις νιώθει μόνον. Τις βιούται, τις θαυμάζει και η φωνή του γίνεται μια αιώνια Σιγή. Η πίστη δεν μεταβιβάζεται, έχει καθαρώς αφετηρίαν προσωπικήν.'

  'Σήμερα γιορτάζω τον επίσημο φιλοξενούμενο, τον πόνο σου. Κι η γνωριμία μου μαζί σου πλουταίνει μ’ ένα καινούργιο στοιχείο: τη διάσταση του απείρου. Ό,τι τόσα χρόνια μας έδενε το βλέπω τώρα σαν ένα ισχνό και ασθενιάρη πρόλογο. Ήταν μια έντρομη και αμφίβολη προετοιμασία – του πρόσκαιρου και αδύναμου ανθρώπου τα σημεία – που κάθε στιγμή ήθελε να γίνει σκόνη, καταστροφή και λησμονιά. Να πεθάνει τον άδικο και ατελέσφορο θάνατο κάθε ανθρώπινης σάρκας. Καλώς μας βρήκε η θεία αλλαγή. Γρήγορα συντελέσθηκε η μεταστροφή σου. Υπάρχει, έγινε η αρχή, που οδηγεί στο έσχατο και λαμπροπερίχυτο τέρμα. Στη μεταμόρφωση του Θαβώρ. Όπου ο άνθρωπος γίνεται θεός. Μπήκες στη μεγάλη πορεία και τη μεγάλη τροχιά.
   Πρέπει μονάχα να ξεύρεις, ότι είσαι στην αρχή και δεν πρέπει να χάσεις τα σημάδια. Μη ξεχάσεις τις μεγάλες αρχές, τις πλάκες του Νόμου. Η αγωνία και η τύψη του σήμερα πρέπει να μεταστοιχειωθεί σε γαλήνη και αταραξία. Ένα σιγαλέο παράπονο και βαθύ ενάντια στη μοίρα, που νάναι αίνος ευλογητικός και μουσικό πλημμύρισμα. Όπως η τρικυμία των ουρανών και τ’ αστροπελέκια στο τέλος γίνονται βροχή παραπονιάρα, γιομάτη βάλσαμο υπομονή και θρήνο.
   Δεύτερος νόμος, το γέλιο σου κι η πράξη σου κι η χάρη σου νάναι η έκφραση του ψυχικού σου ποταμού: της στέρησης και της δυστυχίας και της γόνιμης θλίψης, που γεννιέται από τη γνώση, ότι τον άνθρωπο έπλασε η απεραντοσύνη του άπειρου με ανάστημα νάνου. Κι όταν βλέπεις το ουράνιο τόξο και το αρπάζεις στα χέρια σου σαν πορθητής και στρατηλάτης, αντί για κραυγές και θριάμβους να μπορείς να δακρύζεις, έτσι, με την απαντοχή και το στήριγμα της θυσίας, να περιμένουμε τη μεγάλη ώρα, το θάνατο, το κατά κόσμον τέλος. Κι είναι σκιά του ονείρου η ευτυχία.
   Ο τρίτος μεγάλος νόμος είναι, αγαπημένε φίλε, ο σεβασμός στον άνθρωπο. Μην αδικήσεις πάλι πια άνθρωπο και το σημερινό σου αμάρτημα θα συγχωρεθεί με γέλια και παινέματα και πολλές περγαμηνές. Ας είναι τούτο το τελευταίο σου κακό απέναντι στον άνθρωπο. Γιατί κι όταν ένα μονάχα αδικείς να ξέρεις ότι σ’ ολάκερο το γένος απλώνεται το κακό. Ας ουριοδρομείς στην καινούργια σου πελαγίσια στράτα του Αργοναύτη.
   Κι εγώ ο στρατιώτης της ντάπιας, που ξέρει ότι κάποτε θα πέσει, στην πλατέα με τη μουσική και τα όργανα, ο έρημος πεζολάτης, ο δεσπότης στις κουρασμένες πολιτείες, είμαι κοντά σου πάντοτε.'


Δημήτρης Αλικάκος, Λιαντίνης: Έζησα Έρημος και Ισχυρός, εκδ. Α. Α. Λιβάνη

ΜΕ ΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΡΟΛΟΙ

Κερί,
να σφραγιστεί το άγραφο,
που μάντεψε
το όνομά σου
που αποκρυπτογραφεί
το όνομά σου.

Θα έρθεις, επιτέλους, πλεούμενο φως;

Δάχτυλα, κερωμένα κι αυτά,
τραβηγμένα μέσα από ξένα,
πονεμένα δαχτυλίδια.
Σαν το κερί λιώνουν τα άκρα τους.

Θα έρθεις, πλεούμενο φως;

Κενές από χρόνο οι κερήθρες του ρολογιού,
γαμήλιο το σμάρι των μελισσών,
έτοιμο για ταξίδι.

Έλα, πλεούμενο φως.

* * *

ΚΑΤΩ


Επαναπατρισμένος στη λήθη
ο φιλικός διάλογος
των αργών ματιών μας.

Επαναπατρισμένος συλλαβή τη συλλαβή,
              Κατανεμημένος
στα τυφλωμένα από τη μέρα ζάρια,
που τα αρπάζει το χέρι του παίχτη, μεγάλο,
μέσα στην αφύπνιση.

Και το άγαν του λόγου μου:
Στοιβαγμένο στον μικρό κρύσταλλο
μέσα στο σχήμα της σιωπής σου.

* * *

ΚΗΛΙΔΑ


Κηλίδα στο μάτι:
μεσοστρατίς τα βλέμματα
αντικρίζουν το αφανισμένο.
Ένα Ποτέ υφασμένο με την πραγματικότητα,
επιστρέφει και πάλι.

Δρόμοι, μισοί – και οι πιο μακρινοί.

Νήματα που πάνω τους βάδισαν ψυχές,
γυάλινο ίχνος,
τυλιγμένο ανάποδα,
και τώρα
από το Μάτι-Εσύ στο απλανές
αστέρι πάνω από σένα
με λευκά πέπλα σκεπασμένα.

Κηλίδα στο μάτι:
για να διατηρηθεί
ένα σημάδι φερμένο από το σκοτάδι,
ζωογονημένο από την άμμο (ή τον πάγο;) ενός αλλότριου
χρόνου για ένα πιο αλλότριο Πάντα
και χορδισμένο σαν ένα βουβό
σύμφωνο που δονείται.

* * *

ΚΛΙΝΗ ΧΙΟΝΙΟΥ


Μάτια, τυφλά απέναντι στον κόσμο, μέσα στη νε-
            κρική χαράδρα: έρχομαι,
με βλάστηση τραχιά στην καρδιά.
Έρχομαι.

Σεληνιακό κάτοπτρο ο απόκρημνος τοίχος. Πτώση.
(Λάμπα θυέλλης λεκιασμένη από την ανάσα. Σκόρπιο αίμα.
Ψυχή που σχηματίζει σύννεφα, παίρνει ξανά μορφή.
Δεκαδακτυλικές σκιές – συνδεδεμένες.)

Μάτια τυφλά απέναντι στον κόσμο,
μάτια μέσα στη νεκρική χαράδρα,
μάτια μάτια:

Η κλίνη χιονιού κάτω από εμάς τους δυο, η κλίνη χιονιού.
Κρύσταλλος τον κρύσταλλο,
πλεγμένοι στα βάθη του χρόνου, πέφτουμε,
πέφτουμε και πλαγιάζουμε και πέφτουμε.
Και πέφτουμε:
Ήμασταν. Είμαστε.
Είμαστε σάρκα μία με τη νύχτα.
Μέσα στους διαδρόμους, στους διαδρόμους.

* * *

ΜΑΚΡΙΑ


Αφωνία, και πάλι, ευρύχωρο, ένα σπίτι -:
έλα, πρέπει να το κατοικήσεις.

Ώρες, κλιμακωτές, όμορφες σαν κατάρα: προσιτό
το άσυλο.

Οξύτερος από ποτέ ο αέρας που απέμεινε: πρέπει
             να αναπνέεις,
να αναπνέεις, και να είσαι εσύ.

* * *

ΕΝΑ ΜΑΤΙ, ΑΝΟΙΧΤΟ


Ώρες μαγιόχρωμες, δροσερές.
Αυτό που δεν μπορεί πια να ονομαστεί, καυτό,
μπορεί να ακουστεί στο στόμα.

Κανενός φωνή, ξανά.

Οδυνηρό βάθος της κόρης του ματιού:
το βλέφαρο
δεν στέκεται εμπόδιο, το ματόκλαδο
δεν μετρά αυτό που μπαίνει.

Τα δάκρυα, μισά,
ο οξύτερος φακός, ζωηρός,
σου φέρνει τις εικόνες.



Πάουλ Τσέλαν, Γλωσσικό Πλέγμα, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα

  'Τα χείλη του, μισάνοιχτα, άγγιξαν τα δικά μου και το χέρι του μετακινήθηκε πιο ψηλά, ψηλαφώντας το τρυφερό δέρμα της κοιλιάς μου, εντοπίζοντας μικρές κοιλότητες στους μηρούς και τα οπίσθιά μου, ενώ εγώ, χάνοντας το μυαλό μου, ανασήκωσα τη λεκάνη μου σαν λυγισμένο τόξο, ανυπομονώντας να γευτώ για άλλη μια φορά την ανακουφιστική πλημμύρα που θα με απολύτρωνε.
   Πέρα από τα όρια του εαυτού μου, υπήρχα μόνο στο φιλί, στη διπλή απόλαυση που μου χάριζε το χέρι του και το σκληρό του όργανο, στις άκρες των δαχτύλων που, με κινήσεις ανεπαίσθητες, έδιωχναν τα μαργαριτάρια του ιδρώτα που το σώμα μου γεννούσε στο ντελίριό του, και, πάνω απ’ όλα, στη φρενίτιδα που κατέκλυζε το κέντρο της ύπαρξής μου. Τα δάχτυλά του, έμπειρα στην αφή, άνοιξαν απότομα μέσα μου σαν ψαλίδια, πλημμυρίζοντας το παρθενικό μου σώμα με πόνο κι ηδονή μέχρι τη στιγμή που, χωρίς να το περιμένω, με τη φούστα σηκωμένη πάνω απ’ τη μέση και το κάτω μέρος του κορμιού αφημένο στη θέλησή του, το αντρικό του μέλος, σκληρυμένο κι ανυπόμονο, παραβίασε την θυσανωτή πύλη και με άπληστες κινήσεις έφτασε στην κορύφωση. Το σώμα του, άκαμπτο, με είχε καρφώσει σαν ακόντιο κι έμοιαζε να με σκίζει στα δύο. Η έντασή στους μηρούς μου έσβησε μονομιάς. Τα τεντωμένα μου σκέλια συσπάστηκαν για μια στιγμή κι έπειτα αναπαύτηκαν στη γη σαν μίσχοι κάποιου εξωτικού φυτού. Η έντονη προσήλωσή μου χάθηκε κι η ανακούφιση κύλησε σαν αισθησιακή λάβα στα μπούτια μου.'

  'Για μερικά λεπτά αγγίζαμε ο ένας τον άλλον με τα τεντωμένα μας σώματα, τα χείλη μας κολλημένα μαζί, με το δεξί του χέρι να χαϊδεύει την εκτεθειμένη σάρκα του μηρού μου. Ύστερα γλίστρησε τα χέρια του προς τα κάτω, έπειτα τα ανέβασε πάλι προς τη φούστα μου, προς την μαλακιά καμπύλη του πισινού μου μέχρις ότου, με ένα χέρι σε κάθε γλουτό, με έσπρωξε προς το φύλο του. Με όλο το βάρος του κορμιού μου να ισορροπεί στις παλάμες του, έχωσα τη γλώσσα μου βαθιά μέσα στο στόμα του, ενώ την ίδια στιγμή σήκωσα τα πόδια μου και τα τύλιξα γύρω από τη μέση του. Σ’ αυτή τη στάση με κουβάλησε προς το κάθισμα της λεκάνης όπου και κάθισε, απελευθερώνοντας το φύλο του με μία επιδέξια κίνηση, και με χαμήλωσε, μέχρις ότου ένιωσα τα σωθικά μου να σκίζονται από τη δύναμη του ερεθισμού του. Τέτοια ήταν η ένταση της επιθυμίας μου, τόσο δυνατή η πίεση των ποδιών μου, ώστε μπήκε αμέσως μέσα μου μέχρι τέρμα, διαπερνώντας με. Σ’ αυτή τη στάση, με τα μακριά ξανθά μαλλιά μου να είναι πεσμένα μπροστά στα μάτια μου, άρχισα να κουνιέμαι μπρος πίσω μανιωδώς με όλη τη δύναμη του κορμιού μου. Αυτό που είχε ξεκινήσει σαν ακαθόριστος επιτακτικός παλμός στα λαγόνια μου, τώρα συγκεντρώθηκε σαν διαπεραστική ηδονή μέσα μου και εξερράγη, φέρνοντας μια απολαυστική διάλυση σε κάθε σημείο της σάρκας μου. Ταυτόχρονα, τα νεύρα μου κατέγραψαν τις τελευταίες εκστατικές δονήσεις της δυνατής λόγχης που με είχε καρφώσει. Οι μηροί κου έτρεμαν και ήταν υγροί ακόμα από τη σύγκρουση της σάρκας μας, ενώ ανάμεσα στα μαλακά νεανικά μου οπίσθια οι μεταξένιες τριχούλες μου ήταν ακόμα μπερδεμένες με τις δικές του, στάζοντας ένα υγρό όμοιο με τον πλούσιο χυμό των λουλουδιών. Τα έμπειρα δάχτυλά του ανίχνευαν την πλάτη μου κεντώντας την με λεπτεπίλεπτα σχέδια, ενώ το αποκαμωμένο μου κορμί, πεσμένο πάνω του, βαριανάσαινε.'

  'Όταν ένας άντρας έρθει σε επαφή με τη θερμή χρυσαλλίδα που είναι μια γυναίκα, αυτή η ταύτιση των κινήσεων, οι κοινές ηδονές, μπορούν να γίνουν πάνω σε διάφορους άξονες. Σπαρταρίσαμε αντάμα πάνω σε καυτά κύματα οργασμών, τρέμοντας, τρεμουλιάζοντας, στριφογυρίζοντας, τα σώματά μας ανακατεύονταν, γλιστρούσαν, γοφοί, ώμοι, στόματα, ένα στόμα που φιλάει μια κοιλιά, ένα στήθος που βρίσκεται ανάμεσα σε οπίσθια, μέχρι που, μετά από μια ώρα έξαλλου έρωτα, φτάσαμε στην τελική φάση, ποθώντας ο καθένας τη στιγμή της κορύφωσής του. Κοιτώντας ανάμεσα απ’ τα στήθη μου, κάτω, πέρα απ’ τη σφιχτή μου κοιλιά, έβλεπα το λαίμαργο και στητό αντρικό μέλος, από το οποίο αντλούσα ηδονή. Περιστρεφόμουν αργά καθισμένη στους γλουτούς μου ενώ ο άντρας, που η λευκότητά του ερχόταν σε αντίθεση με το μαύρο τρίχωμά του, καθόταν ανάσκελα ολόγυμνος, κάτω από μένα. Τα χέρια του ακουμπούσαν τα λαγόνια μου, οδηγώντας με να βιαστώ. Το μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι, αυτό το καταφύγιο των ερωτικών μας μαρτυρίων, έτριζε κάτω απ’ το βάρος μας, καθώς η λόγχη του άντρα, γυαλίζοντας από την ασημένια υγρασία του πάθους μου, και η δική μου απαλή πτυχή συναντιόντουσαν ξανά και ξανά, απομακρύνονταν για λίγο και ξαναενώνονταν στην επόμενη βαθύτερη εισχώρηση. Σύντομα τα χέρια του απομακρύνθηκαν απ’ τα λαγόνια μου και οι σφιγμένες του γροθιές γλίστρησαν κάτω απ’ τους δικούς μου γλουτούς, κάνοντας τον φαλλό του να εισχωρήσει ακόμα βαθύτερα στο καταφύγιό μου. Αυτή η τελευταία απότομη κίνηση, που το σώμα μου την ερμήνευσε σαν σημάδι της επερχόμενης κορύφωσής του, έκανε κάθε μόριο του κορμιού μου να πλημυρίσει με τους χυμούς της ερωτικής έκστασης. Σηκώθηκα για μια τελευταία φορά, τεντώνοντας τους μηρούς μου που έσταζαν και κατέβασα με όλη μου τη δύναμη το κορμί μου πάνω στο αμβλύ του όργανο που ξεχείλιζε σαν πίδακας, οδηγώντας με στο ντελίριο του οργασμού.
   Εκείνη τη στιγμή με ξάπλωσε κι ήρθε πάνω μου. Ένιωσα τις τρίχες του στήθους του σαν ηλεκτροφόρα σύρματα να ακουμπούν τα στήθη μου, ενώ η άπληστη κοιλιά μου έκανε ένα σπασμό, λες και ήθελε να τον ρουφήξει ολόκληρο. Τα ρίγη στους καρπούς, τα πλευρά και τις γάμπες μου συνεχίστηκαν για κάμποσο κάτω απ’ τη γλυκιά ασφυξία που συνέχισα να νιώθω κάτω απ’ το βάρος του.'

  'Το όργανό του είχε σκληρύνει τόσο που παραβίασε μεμιάς το τρίχωμα που περιέβαλλε την απαλή μου σχισμή που τον καλοδέχτηκε. Τρελή από πάθος για κείνον, ύψωσα το κάτω μέρος του κορμιού μου για να επισπεύσω την επαφή που ακολούθησε ευθύς αμέσως, ενώ ο εραστής μου σήκωνε τα γόνατά μου ψηλότερα με τα χέρια του. Γονάτισε κι αρπάζοντάς με από τα οπίσθια, έφερε τους μηρούς μου προς το μέρος του, κρύβοντας το πρόσωπό του στο τριχωτό μου καταφύγιο, ενώ η γλώσσα του βυθιζόταν βαθιά στον υγρό μου κόλπο. Μείναμε σ’ αυτή τη θέση για κάμποσο, με το στόμα του να εξερευνά τα απόκρυφα σημεία μου και τις παλάμες του, σαν αστερίες, να υποβαστάζουν τα στιλπνά μου οπίσθια, σπρώχνοντάς τα προς το μέρος του για να βοηθήσει τη διείσδυση. Ύστερα, το στόμα του σταμάτησε το καθήκον του κι ανάμεσα στους ερεθισμένους μου μηρούς υπήρξε μια ακόλαστη αναζήτηση για την ανακάλυψη αυτού του μικρού αμέθυστου που βρισκόταν ανάμεσά τους. Στο μεταξύ, τα δάχτυλά του συνέχισαν να χαϊδεύουν, πλησιάζοντας αυτή τη νέα πηγή της ηδονής κι ένιωσε τις άκρες τους να παίζουν με αβρότητα με τον μυώδη δακτύλιο, που, όπως συνειδητοποίησα με ανυπομονησία, σύντομα θα τον διαπερνούσε η ενσάρκωση του ανδρισμού του. Καθώς τα ακροδάχτυλά του ανίχνευαν την περιοχή, έσφιγγα και χαλάρωνα διαδοχικά τους μύες που έκαναν το σημείο να διαστέλλεται και να συστέλλεται με πάθος. Βλέποντας αυτές μου τις κινήσεις, έχωσε μέσα μου τον αντίχειρά του με απρόσμενη βαρβαρότητα. Για μια στιγμή έμεινα ακίνητη, νιώθοντας την παρουσία της σάρκας του μέσα στη δική μου. Μια αιχμηρή πρόγευση με κατέλαβε. Έπειτα, με προσοχή, σφίγγοντας και χαλαρώνοντας ξανά, άρχισα να νιώθω την αίσθηση που θα επακολουθούσε. Όταν είδε την αντίδρασή μου, τράβηξε τον αντίχειρά του και με γύρισε μπρούμυτα. Με το πρόσωπό μου μέσα στα μαξιλάρια, σφάλισα τα μάτια μου. Επικρατούσε σιωπή. Ο πόθος για τη γνώση αυτού του καινούργιου πόνου που θα με έφερνε να νιώσω αδύναμη, χαλαρωμένη, άψυχη, σαν μια σημαία στη νηνεμία. Για μια ακόμα φορά ένιωσα τα δάχτυλά του να εξερευνούν το άνοιγμα. Ύστερα, άνοιξε τα ιδρωμένα μου οπίσθια και ακούμπησε το όργανό του στην ελαστική μου σχισμή. Κράτησα την ανάσα μου. Το ένα του χέρι γλίστρησε κάτω απ’ τη θερμή καμπύλη της κοιλιάς μου και το μεσαίο του δάχτυλο βρήκε την κλειτορίδα μου. Το άλλο του χέρι με άρπαξε απ’ τα μαλλιά, ενώ το μπράτσο του πίεζε τους ώμους μου προς τα κάτω. Προσπάθησα να μετακινήσω ελαφρά το κορμί μου αλλά συνειδητοποίησα πως τώρα ήμουν αβοήθητη, ακινητοποιημένη μπροστά στη λαγνεία του. Δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής, γιατί πραγματικά ήθελα να δραπετεύσω, αλλά και να δοθώ ταυτόχρονα. Ξαφνικά, με τη δύναμη πολιορκητικού κριού, το όργανό του όρμησε μέσα μου μπαίνοντας μέχρι τις τρίχες του στα τρεμάμενα οπίσθιά μου. Φώναξα με πόνο κι έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να τον διώξω. Όμως, τα πόδια του είχαν πια κλείσει χωρίς έλεος, σαν τα πλοκάμια ενός χταποδιού, γύρω από τα δικά μου, ενώ το χέρι του έσφιγγε ακόμα περισσότερο τα μαλλιά μου. Σύντομα, παρά την αδύναμη αντίστασή μου, το ραβδί του άρχισε να μπαινοβγαίνει σαν πυρακτωμένο κάρβουνο στην απαλή θήκη της σάρκας μου. Σταδιακά, αποδέχτηκα τον πόνο που έχασε την οξύτητά του. Και σε λίγο, παρότι δεν το είχα κατά νου να συμμετάσχω συνειδητά, ένιωσα τα οπίσθιά μου να ανταποκρίνονται στις κινήσεις του με τη δική τους παλινδρομική κίνηση. Ο πόνος είχε περάσει. Αυτό το απαγορευμένο μέρος της σάρκας μου ήταν τώρα τόσο πεινασμένο όσο και το στόμα μου. Ήθελα να βυθιστεί ακόμα περισσότερο μέσα μου, να ολοκληρώσει τις αρχέγονες κινήσεις του στα πιο σκοτεινά βάθη της κοιλιάς μου. Όταν το έκανε τελικά, ήμουν τρελαμένη από τον πόθο. Κάθε μυς, κάθε ιστός του κορμιού μου αποζητούσε την τιμωρία.'


Αλεξάντερ Τρόκι, Έλεν, μτφρ. Δημήτρης Αναστασόπουλος, εκδ. Οξύ
Clip from David Hamilton’s Bilitis (1977)

  'Ἡ σκηνὴ ἀνοίγει μὲ ἕνα χορὸ γυναικῶν, μετὰ ἕνα χορὸ ψυχῶν, ποὺ δεν ἔζησαν ποτὲ ἀλλὰ ποὺ θὰ ἤθελαν πολὺ νὰ ζήσουν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ χοροὶ τραγουδοῦν γιὰ κάτι τὸ πολὺ ἀπροσδιόριστο, κατὰ τὸ πλείστον γιὰ μιὰ κατάρα, ἀλλὰ μὲ ἀποχρώσεις ὑψηλοῦ χιοῦμορ. Ὅμως ἡ σκηνὴ αἴφνης ἀλλάζει, καὶ ἔχουμε μιὰ «Γιορτὴ τῆς ζωῆς», στὴν ὁποία τραγουδοῦν ἀκόμα καὶ τὰ ἔντομα, ἐμφανίζεται μιὰ χελώνα μὲ κάτι λατινικές ἱερὲς ρήσεις, καὶ μάλιστα, ἄν θυμᾶμια καλά, κάτι τραγουδάει κι ἕνα ὀρυκτό, ἤτοι ἕνα ἀντικείμενο ἀπολύτως ἄψυχο. Γενικῶς, ὅλοι ἄδουν ἀσταμάτητα, κι ὅταν μιλᾶνε εἶναι γιὰ νὰ βριστοῦν ἀόριστα κάπως, ἀλλὰ καὶ πὰλι μὲ άποχρώσεις βαθυστόχαστες. Τελικὰ, ἡ σκηνὴ ἀλλάζει καὶ πάλι, κι ἐμφανίζεται ἕνα ἄγριο μέρος, ὅπου περικυκλωμένος ἀπὸ βράχια περιφέρεται ἕνας πολιτισμένος νεαρὸς ἄνδρας, ὁ ὁποῖος κόβει και πιπιλάει κάτι χορτάρια καὶ στὴν ἐρώτηση τῆς νεράιδας γιατὶ πιπιλάει αὐτὰ τὰ βότανα ἀποκρίνεται ὅτι, νιώθοντας μέσα του ἕνα πλεόνασμα ζωῆς, ψάχνει τὴ λήθη καὶ τὴ βρίσκει στοὺς χυμοὺς αὐτῶν τῶν βοτάνων, ὅμως ἡ κύρια ἐπιθυμία του εἶναι νὰ χάσει τὸ συντομότερο δυνατὸν τὸ μυαλό του (ἐπιθυία περιττὴ, ἴσως). Καὶ τότε μπαίνει ἕνας νεαρὸς ἀπερίγραπτης ὀμορφιᾶς, πάνω σὲ μαῦρο ἄλογο, καὶ πίσω του ἀκολουθοῦν ἕνα τρομαχτικὸ πλῆθος λαῶν. Ὁ νεαρὸς ἀπεικονίζει τὸ θάνατο, κι οἱ λαοὶ διψοῦν γι᾽αὐτον. Καὶ, τέλος, στὴν τελευταία πιὰ σκηνή, ἐμφανίζεται αἴφνης ὁ Πύργος τῆς Βαβέλ, κάτι ἀθλητικοὶ τύποι ὁλοκληρώνουν τελικά τὸ χτίσιμό του, τραγουδώντας τὸν ὕμνο τῆς νέας ἐλπίδας κι ὅταν πιὰ τὸν ἕχουν τελειώσει μέχρι πάνω, ὁ κάτοχός του, ἄς ὑποθέσουμε ὁ ἄρχοντας τοῦ Ὀλύμπου, τὸ σκάει κωμικά, καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ποὺ ἔχει ξυπνήσει πιὰ, καταλαμβάνοντας τὴ θέση του, ἀρχίζει ἀμέσως καινούργια ζωὴ μὲ καινούργια προσέγγιση στὰ πράγματα.'



Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Οι Δαιμονισμένοι, μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Ινδικτος

  'Until now, Blue has not had much chance for sitting still, and this idleness has left him at something of a loss. For the first time in his life, he finds that he has been thrown back on himself, with nothing to grab hold of, nothing to distinguish one moment from the next. He has never given much thought to the world inside him, and though he always knew it was there, it has remained an unknown quantity, unexplored and therefore dark, even to himself. He has moved rapidly along the surface of things for as long as he can remember, fixing his attention on these surfaces only in order to perceive them, sizing up one and then passing on to the next, and he has always taken pleasure in the world as such, asking no more of things than that they be there. And until now they have been, etched vivdly against the daylight, distinctly telling him what they are, so perfectly themselves and nothing else that he has never had to pause before them or look twice. Now, suddenly, with the world as it were removed from him, with nothing much to see but a vague shadow by the name of Black, he finds himself thinking about things that have never occurred to him before, and this, too, has begun to trouble him. If thinking is perhaps too strong a word at this point, a slightly more modest term - speculation, for example - would not be far from the mark. To speculate, from the Latin speculatus, meaning mirror or looking glass. For in spying out at Black across the street, it is as though Blue were looking into a mirror, and instead of merely watching another, he finds that he is also watching himself. Life has slowed down so drastically for him that Blue is now able to see things that have previously escaped his attention. The trajectory of the light that passes through the room each day, for example, and the way the sun at certain hours will reflect the snow on the far corner of the ceiling in his room. The beating of his heart, the sound of his breath, the blinking of his eyes - Blue is now aware of these tiny events, and try as he might to ignore them, they persist in his mind like a nonsensical phrase repeated over and over again. He knows it cannot be true, and yet little by little this phrase seems to be taking on meaning.'

Paul Auster, The New York Trilogy, publisher: Faber and Faber

  'Όταν σκέφτομαι τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου έχω συνεχώς την ίδια αίσθηση: κρατώ στην αγκαλιά μου ένα πλάσμα και το σφίγγω στο στήθος μου. Είναι πολύ μικρό, περίπου στο μέγεθος γάτας. Δεν είναι μωρό, αλλά ούτε και ζώο. Όχι ακριβώς. Είναι εν μέρει άνθρωπος και εν μέρει κάτι άλλο. Θυμάμαι ένα περιστατικό στο σπίτι της οδού Πράις. Πρέπει να είμαι δώδεκα δεκατριών χρονών. Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό… σκίουρος ίσως;… όχι ακριβώς. Δεν μπορώ να το δω καθαρά. Δεν ξέρω τι χρειάζεται. Ξέρω όμως ότι με εμπιστεύεται απόλυτα.
   Πολλά χρόνια αργότερα θα μάθαινα ότι μου έχει ανατεθεί ο ρόλος του Φύλακα, να δημιουργήσω και να αναθρέψω ένα πλάσμα, που είναι εν μέρει γάτα, εν μέρει άνθρωπος, και εν μέρει κάτι που κανένας δεν έχει φανταστεί ακόμη, κάτι που θα μπορούσε να προέρχεται από μια ένωση που δεν έχει συμβεί εδώ και εκατομμύρια χρόνια.'

  'Πέμπτη 9 Αυγούστου 1984. Η σχέση μου με τις γάτες μου με γλίτωσε από μια θανάσιμη άγνοια που σε διαποτίζει. Όταν ένας γάτος του αχυρώνα βρει έναν άνθρωπο-προστάτη, που θα τον προαγάγει σε γάτο του σπιτιού, έχει την τάση να το παρακάνει με το μοναδικό τρόπο που γνωρίζει: γουργουρίζει και κουλουριάζεται κοντά του και τρίβει τη μουσούδα του και κυλιέται ανάσκελα για να τραβήξει την προσοχή πάνω του. Σήμερα το βρίσκω αυτό εξαιρετικά συγκινητικό και αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να το θεωρούσα κάποτε ενοχλητικό. Όλες οι σχέσεις στηρίζονται στην ανταλλαγή, και κάθε υπηρεσία έχει το τίμημά της. Όταν μια γάτα είναι σίγουρη για τη θέση της, όπως τώρα ο Ράσκι, γίνεται λιγότερο εκδηλωτική, κι έτσι πρέπει άλλωστε.'

  'Έχω πει ότι οι γάτες παίζουν το ρόλο αγαθών Δαιμονίων, ψυχικών συντρόφων. «Είναι οπωσδήποτε καλή συντροφιά». Τα αγαθά Δαιμόνια ενός γέρου συγγραφέα είναι οι αναμνήσεις του, σκηνές και μορφές από το παρελθόν του, πραγματικές ή φανταστικές. Ένας ψυχαναλυτής θα έλεγε ότι προβάλλω απλώς αυτές τις φαντασίες στις γάτες μου. Ναι, πολύ απλά και κυριολεκτικά, οι γάτες είναι σαν ευαίσθητες οθόνες για πολύ συγκεκριμένες συμπεριφορές, όταν υποδύονται τους κατάλληλους ρόλους. Οι ρόλοι μπορούν να αλλάξουν, και η ίδια γάτα μπορεί να υποδυθεί διαφορετικούς ρόλους: της μητέρας μου, της γυναίκας μου, της Τζόαν˙ της Τζέιν Μπόουλς˙ του γιου μου του Μπίλλυ˙ του πατέρα μου˙ του Κίκι και των άλλων αμίγκο˙ του Ντέντον Γουέλτς, που με επηρέασε όσο κανένας άλλος συγγραφέας, αν και δε συναντηθήκαμε ποτέ. Οι γάτες μπορεί να είναι ο τελευταίος μου ζωντανός κρίκος με ένα είδος που τείνει να εκλείψει…'

  'Η κραυγή που άκουσα μέσω του Ράσκι δεν ήταν μόνο το δικό του σήμα κινδύνου. Ήταν η θλιμμένη, παραπονεμένη φωνή των χαμένων πνευμάτων, ο πόνος που σου γεννά η γνώση ότι είσαι ο τελευταίος του είδους σου., δεν μπορεί να υπάρξει κανένας μάρτυρας σε αυτό τον πόνο. Δεν απομένει κανένας μάρτυρας. Πρέπει να έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Και συμβαίνει και τώρα. Είδη απειλούμενα από εξαφάνιση. Όχι μόνα αυτά που υπάρχουν τώρα ή που υπήρξαν κάποτε και πέθαναν, αλλά όλα τα πλάσματα που μπορεί να υπήρξαν.
   Μια ελπίδα, μια ευκαιρία. Η ευκαιρία χάθηκε. Η ελπίδα πεθαίνει. Μια κραυγή που ακολουθεί τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να την ακούσει, που όμως βρίσκεται ήδη πολύ μακριά για να την ακούσει, μια σπαρακτική θλίψη που σου προκαλεί πόνο. Είναι ένας πόνος χωρίς μάρτυρες. «Είσαι ο τελευταίος. Ο τελευταίος άνθρωπος που κλαίει». Η κραυγή είναι πολύ παλιά. Ελάχιστοι μπορούν να την ακούσουν. Και αυτό είναι πολύ οδυνηρό. Για μια μαγευτική στιγμή η ευκαιρία βρισκόταν εκεί, η ευκαιρία χάθηκε. Λάθος δρόμος. Λάθος χρόνος. Πολύ νωρίς. Πολύ αργά. Να επικαλείσαι την υπέρτατη μαγεία σημαίνει να διακινδυνεύεις το φρικτό τίμημα της αποτυχίας. Να ξέρεις ότι η ευκαιρία χάθηκε επειδή εσύ απέτυχες. Αυτός ο πόνος μπορεί να σε σκοτώσει.'


Ουίλιαμ Μπάροουζ, Η Γάτα Μέσα Μας, μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη & Νίκη Προδρομίδου, εκδ. Απόπειρα
Clip from David DeCocteau’s Nightmare Sisters (1988)

  'Αλλά για μένα η ποίηση είναι η απόλυτη ελευθερία. Είναι πολύ δύσκολο να δημοσιευτεί. Σχεδόν δεν έχει αναγνώστες. Όταν γράφω ποιήματα, νιώθω σαν πιτσιρικάς 15 χρονών που τρέχει, εκτός δρόμου, μέσα σε ένα τεράστιο δάσος. Εγώ, μόνος μου, με πολλή δύναμη και πολλή χαρά, χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Και μάλιστα, δε με ενδιαφέρει να ξέρω τίποτα. Απλώς τρέχω μέσα στο δάσος. Παραμερίζω τα κλαδιά, τους θάμνους. Και δεν κουράζομαι, επειδή έχω πολλή ενέργεια. Μέχρι που συναντάω ένα ποτάμι, βγάζω τα ρούχα μου και βουτάω να κολυμπήσω για να δροσιστώ.
   Αυτό είναι η ποίησή μου. Κατά βάθος πιστεύω ότι για να γράψεις ένα ποίημα δε γίνεται να σκεφτείς πολύ. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Πρέπει να αφεθείς να σε παρασύρει και να αφήσεις το χέρι να κινηθεί ελεύθερο και να γράψει. Και βγαίνει καλό. Εμένα μου βγαίνει καλό. Άλλα, όταν υπάρχει ακόμα και η παραμικρή πρόθεση, ο παραμικρός στόχος, χάνεται αυτή η μαγεία και δε βγαίνει.'

  'Η δουλειά ενός συγγραφέα συνίσταται στο να ζει έντονα στο δρόμο για να κλείνεται μετά μόνος σε ένα δωμάτιο και να παίζει, να ονειρεύεται, να σκέπτεται, να στοχάζεται και, τέλος, να γράφει για όλο τον κόσμο που γνώρισε στο δρόμο. Ωστόσο, οι συγγραφείς ξέρουν ότι δε συμφέρει να παραδεχτούν αυτή τη διαδικασία. Έτσι αποφεύγουν κατοπινά προβλήματα και παράπονα.
   Ως έφηβος, δεν είχα αρχίσει ακόμα να γράφω, αυνανιζόμουν, κι αυτό είναι ένα ακόμα παιχνίδι και ένας ακόμα τρόπος να διευρύνεις και να επεκτείνεις την πραγματικότητα. Όμως, υπάρχει κάτι θεμελιώδες σε όλη αυτή την έννοια του παιχνιδιού της γραφής, που λειτουργεί ως σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην αυστηρότητα και στο παιχνίδι: το θέμα είναι να γράφεις έτσι, ώστε να μη φαίνονται οι ραφές. Να μην μπορεί κανείς να μαντέψει τις βελονιές ανάμεσα σε αυτό που έχεις πάρει αυτούσιο από την πραγματικότητα και σε αυτό που προσθέτεις στο πλαίσιο του παιχνιδιού.
   Κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του ξέρει ότι δεν μπορεί να παραθέτει όμορφες και άχρηστες φράσεις. Κάθε λέξη, κάθε φράση έχει μια λειτουργία. Καθετί διακοσμητικό και επιφανειακό, επιβραδύνει και παρακωλύει την ανάγνωση. Και κάθε φράση πρέπει να είναι πολύ καλά δομημένη, πρέπει να είναι τέλεια, να μην μπορεί να γίνει καλύτερη. Εάν δε σέβεσαι αυτούς τους κανόνες, είσαι τσαπατσούλης. Μεταμορφώνεσαι στο χειρότερο τεχνίτη, σε έναν κύριο που το μόνο που θέλει είναι να γράφει χοντρά βιβλία με περιπέτειες για να διασκεδάσει μη απαιτητικούς αναγνώστες. Βιβλία κακογραμμένα, που πολλές φορές γίνονται μπεστ σέλερ.'

  'Είναι σημαντικό για έναν συγγραφέα. Να γράφει υπό την επήρεια κατάπληξης. Να παραμένει κατάπληκτος, σαν παιδί μπροστά σ’ ένα καινούργιο παιχνίδι, να διερευνά, να εξερευνά, να ανακαλύπτει καινούργια πράγματα κάθε μέρα.
   Ένα συγγραφέα πρέπει να τον ενδιαφέρουν τα πάντα. […] Όλα χρειάζονται, είναι χρήσιμα και συναρπαστικά. Ένας συγγραφέας πρέπει να έχει μια μικρή εγκυκλοπαίδεια ενσωματωμένη στον εγκέφαλό του. Μια εγκυκλοπαίδεια η οποία να αποτελείται από όλα του τα διαβάσματα, τις εμπειρίες της ζωής του, την τεράστια ικανότητά του να παρατηρεί και να συγκρατεί, τα πρόσωπα που έχει γνωρίσει από τα παιδικά του χρόνια, ικανά να μετατραπούν ανά πάσα στιγμή σε χαρακτήρες, μυρωδιές από συγκεκριμένα σημεία, τοπία. Ένα αρχείο που με τα χρόνια γίνεται γιγάντιο, τεράστιο, αλλά που δε βαραίνει, δεν ενοχλεί, δεν παρεμβαίνει γιατί είναι φυλαγμένο στο υποσυνείδητο. Πάντα επιμένω σ’ αυτό: έχουμε ένα εκπληκτικό υποσυνείδητο, πολύ πιο ισχυρό από τον πλέον γιγαντιαίο υπολογιστή στον κόσμο.
   Γι’ αυτό ο κατεξοχήν σύμμαχος του συγγραφέα είναι το ένστικτο, που του επιτρέπει να κινείται με άνεση ─χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται συνειδητά─ μέσα σε αυτό το πλήθος πληροφοριών που συσσωρεύει κατά τη διάρκεια της ζωής του και να επιλέγεται εκείνο που χρειάζεται τη δεδομένη στιγμή. Είναι μια συγκλονιστική διαδικασία. Αλλά, επαναλαμβάνω, δεδομένου ότι δεν είναι κάτι που κάνουμε συνειδητά, λέμε ότι είναι «μαγικό», «μυστήριο», «ποιητικό», «ανεξήγητο» κτλ. Πιστεύω ότι αυτό είναι το απόλυτο κλειδί της συγγραφής.
   Όποιος έχει αναπτύξει αυτή τη μεγάλη αποθήκη και τη χρησιμοποιεί μπορεί να εξελιχθεί σε σπουδαίο συγγραφέα, ποιητή, δημιουργό, καλλιτέχνη. Όποιος δεν ξέρει για τι πράγμα μιλάω παραμένει στην κατηγορία του τεχνίτη και μπορεί να γράψει ευχάριστα έως και ευπώλητα βιβλία, αλλά δεν είναι βαθιά δημιουργικός καλλιτέχνης. Το έργο του δεν έχει αυτή την ανεξήγητη φλόγα. Δε γνωρίζει το ρίγος του διαβόλου. Είναι απλώς ένας τεχνίτης, ένας διεκπεραιωτής, που ξέρει να συντάσσει και να οργανώνει μια ιστορία, χωρίς το άγγιγμα του θείου.'

  'Εκμεταλλεύσου αυτό που ξέρεις και αυτό που σου χρειάζεται για τη γραφή σου. Εάν λειτουργεί καλά, προχώρα. Μην αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου. Μη θέλεις να γράφεις όπως γράφει κάποιος άλλος. Να είσαι ο εαυτός σου. Εάν είσαι παιγνιώδης και χαρούμενος, πολύ ωραία, κι αν είσαι θλιμμένος και δυστυχισμένος, χρησιμοποίησέ το κι αυτό, δε χρειάζεται να μιμηθείς κανέναν. Αν και στην αρχή όλοι οι συγγραφείς μιμούνται. Είναι αναπόφευκτο. Πιστεύω ότι πάντα κάποιον μιμείσαι, ώσπου, μέσα από τη δουλειά σου, βρίσκεις το δικό σου δρόμο, εμφανίζεται η δική σου φωνή, και τότε πρέπει να συνεχίσεις σ’ αυτό το δρόμο.
   Φυσικά, το να βρεις τη δική σου φωνή δεν είναι ζήτημα μιας μέρας, αλλά μιας ολόκληρης ζωής. Πρέπει κανείς να γνωρίσει τον αγώνα και το φόβο και την αποτυχία για να εκτιμήσει τη ζωή σε όλη της την ένταση.
   Η λογοτεχνία αναφέρεται πάντα σε ανθρώπους μπερδεμένους, με ζωές διαταραγμένες από ένα συγκεκριμένο γεγονός ή μια κατάσταση από μια σειρά απαίσιων γεγονότων. Μόνο έτσι δημιουργείται η σύγκρουση και ο ανταγωνισμός που είναι απαραίτητα για να προχωρήσει η αφήγηση. Εάν όλα πηγαίνουν καλά, εάν οι άνθρωποι έχουν δουλειά, έχουν λεφτά, είναι υγιείς, ζουν μια ζωή τακτοποιημένη, μια ομαλή καθημερινότητα, οι σύζυγοι είναι πιστοί, όλα αυτά είναι φυσιολογικά και, επομένως, δεν ενδιαφέρουν κανέναν.
   Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η αταξία, το χάος, η θύελλα που μπορεί να προκαλέσει ένα ναυάγιο, οι ζωές σε οριακές καταστάσεις, εκείνοι που βρίσκονται στο χείλος της αβύσσου, έτοιμοι να πέσουν.
   Αυτή η αβεβαιότητα, αυτός ο αγώνας του ανθρώπου μπροστά στις αντιξοότητες είναι που θρέφει τη λογοτεχνία.
   Ο συγγραφέας που έχει ζήσει όλη του τη ζωή άνετα και ευχάριστα, που δεν έχει περάσει ζόρια, που δεν έχει χρειαστεί να αγωνιστεί για να επιβιώσει σε κάποια φάση της ζωής του ιδιαίτερα σκοτεινή και χαοτική, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να ασχοληθεί με κάτι άλλο.'


Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες, Διάλογος με τη Σκιά Μου, μτφρ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, εκδ. Μεταίχμιο

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΠΡΙΣΜΑΤΟΣ


Εκεί όπου μυρίζεσαι τα σκατά,
μυρίζεσαι το ον.
Ο άνθρωπος μπορούσε θαυμάσια να μην ενσαρκωθεί,
να μην ανοίξει την κωλοτρυπίδα,
αλλά διάλεξε να ενσαρκωθεί
όπως θα διάλεγε να ζήσει
αντί να δεχτεί να ζήσει πεθαμένος.

Και για να μην κοπρίζει,
θα έπρεπε να δεχτεί
να μην είναι,
αλλά δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει να χάσει
             το είναι,
να πεθάνει δηλαδή ζωντανός.

Υπάρχει στο είναι
κάτι το ξέχωρα προκλητικό για τον άνθρωπο
και αυτό το κάτι είναι ακριβώς.

* * *

ΤΑ ΣΚΑΤΑ


Για να υπάρξεις είναι αρκετό να αφεθείς να είσαι,
αλλά για να ζήσεις,
πρέπει να είσαι κάποιος,
και για να είσαι κάποιος,
πρέπει να έχεις ένα ΚΟΚΑΛΟ,
να μη φοβάσαι να δείξεις το κόκκαλο,
και να διακινδυνεύσεις να χάσεις τη σάρκα.

Ο άνθρωπος από πάντα αγαπούσε περισσότερο τη σάρκα
από τη γη των οστών.
Και τότε δεν υπήρχε παρά γη και ξυλεία από κόκαλα,
και αναγκάστηκε να κερδίσει τη σάρκα του,
δεν υπήρχε παρά σίδερο και φωτιά
κι από σκατά ούτε ίχνος,
και ο άνθρωπος φοβήθηκε μήπως χάσει τα σκατά
ή μάλλον επιθύμησε τα σκατά
και γι’ αυτά θυσίασε το αίμα.

[…]

Και από πού προέρχεται αυτή η ταπεινή αισχρότητα;
Από τ’ ότι ο κόσμος δε μορφοποιήθηκε ακόμα ή
από το ότι ο κόσμος δεν έχει παρά μια μίζερη
ιδέα για το σύμπαν
και θέλει να την κρατήσει αιώνια,

προέρχεται από τ’ ότι ο άνθρωπος
μιαν ωραία μέρα
όρισε
                                       την ιδέα του κόσμου.
Δύο δρόμοι του προσφέρονταν:
κείνος του άπειρου εκτός,
κείνος του έσχατου εντός.

Και διάλεξε το έσχατο εντός,
όπου δεν έχει παρά να συντρίβει
το ποντίκι,
τη γλώσσα,
τον πρωκτό,
ή τη βάλανο.
Και ο θεός, ο θεός ο ίδιος κατάστρεψε την κίνηση.

Ο θεός, λοιπόν, είναι ένα είναι;

Αν είναι, είναι σκατά.
Αν δεν είναι ένα είναι,
δεν είναι.
Δεν είναι λοιπόν,
αλλά δεν είναι με τον ίδιο τρόπο που το κενό προχωρά
μ’ όλες του τις μορφές
από τις οποίες η πιο τέλεια απεικόνισή του
είναι η παρέλαση μιας αμέτρητης στρατιάς από μουνόψειρες.

Είστε τρελός κύριε Αρτό, και η Θεία Λειτουργία;

Εγώ αρνούμαι τη βάφτιση και τη λειτουργία.
Δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη
που, στο εσωτερικό ερωτικό επίπεδο,
να είναι πιο βλαβερή από την κάθοδο
του αυτονομαζόμενου Ιησού Χριστού
στις άγιες τράπεζες.

Είναι δύσκολο να με πιστέψουν
και βλέπω ήδη το κοινό να σηκώνει τους ώμους του
αλλά ο λεγάμενος Χριστός είναι κείνος
που μπροστά στο θέαμα της μουνόψειρας του θεού
δέχτηκε να ζήσει χωρίς σώμα,
ενώ μια στρατιά από ανθρώπους,
αποκαθηλωμένοι από ένα σταυρό
όπου ο θεός από καιρό πίστευε πως τους είχε καρφωμένους,
επαναστάτησε,
και πάνοπλη από σίδερο,
από φωτιά και από κόκαλα,
προχωράει βρίζοντας τον Αόρατο
για να ξεμπερδέψει μια για πάντα με την
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.



Αντονέν Αρτό, Για να Τελειώνουμε με την Υπόθεση του Θεού, μτφρ. Λυδία Κουβάτσου, εκδ. Αιγόκερως

  'Γλυκειὰ εἶναι ἡ γεύση τῆς ζωῆς· πικρὴ ὅμως εἶναι ἡ ἀπόγευσή της. Κανένας δὲν γελάει τελευταῖος· ὁ τελευταῖος φεύγει θρηνώντας. Καὶ ὅταν ἡ ἀνηλεὴς ἡμέρα ἐπιπέσει σὲ παλιὰ κεφαλή, τοῦτο ἔρχεται ὡσὰν ἀναμενόμενος καρπὸς περασμένης ἀνθοφορίας. Πῶς, ὅμως, νὰ δεχτεῖς ὡς ἀνελέητη ἡμέρα τὴν πιὸ φωτερὴ ἠμέρα τῆς ἀνοίξεως τῆς ζωῆς; Γιατί τόσο ἀσήκωτο κακὸ καταμεσῆς τῆς εὐδίας τοῦ κόσμου;
   Πολλὰ σημαντικὰ συμβαίνουν γύρω μας. Καὶ βρίθουν τὰ συμβαίνοντα ὰπὸ ἐμπράγματο φόρτο. Καὶ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος εἶναι φορτία περισσῆς πραγματικότητας. Καὶ ὄμως ἀφανίζονται σὰν τὴν πρωϊνὴ ἀχλύ. Καὶ τὸ ἐρώτημα αἰωρεῖται ἀναπάντητο εἰς τὸν αἰώνα.
   Ἴσως ἔτσι κερδίζεται ἡ αἰώνια παιδικότητα. Τὸ ἄφωνο δέος μετασχηματίζεται σὲ μεταθανάτια χαρμονή, έπειδὴ διασώθηκε ἡ παιδικότητα τοῦ κόσμου. Διότι ἡ αἰωνιότητα εἲναι ἡ παιδικότητα· ἕνα ἔκπαγλο ἄνθος στὸν ξερό βράχο τοῦ κόσμου, χωρὶς ἐρώτημα, δίχως ἀπάντηση, μιὰ εὐλογία βαθειά, τρίσβαθη, ἀκαταμέτρητη.
   Ἴσως. Καὶ ὄμως, ἡ εὐλαβικὴ σκιὰ τοῦ ἀγαπημένου, χαμένη σὲ μάκρος ὀνείρου, τυραννεῖ τὴ μνήμη, ὤσπου καὶ τούτη νὰ πετρώσει καὶ νὰ μείνει σῆμα ἐς ἀεί· μιὰ στήλη ἀλάθευτης μαρτυρίας, σὰν τὶς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ. Ὅταν ὁ πόνος μαρμαρώσει, ἀντιμάχεται τὸν χρόνο καὶ ἀκινητεῖ ὡσὰν τρόπαιο τοῦ νοήματος καὶ ὡσὰν ἀποτρόπαιο τοῦ μηδενός, ποὺ ἐλλοχεύει.
   Ἡ μνήμη τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ, μὲ τὶς γαλάζιες ἡμέρες τοῦ παιδικοῦ θρύλου καὶ μὲ τὶς ἀνελέητες ἡμέρες τοῦ σπαραγμοῦ. Οἱ χωρισμοὶ ἀρχίζουν ἀπὸ πολύ νωρίς, ἀπὸ τὸν ὄρθρο ἀκόμη τῆς ζωῆς. Καὶ ὅταν ὁ χωρισμὸς εἶναι ριζικὸς καὶ τελεσίδικος, ἀπλώνει τὸν ἴσκιο του σὲ ὅλες τὶς κατοπινὲς χαρὲς, ποὺ πλούσια συγκομίζει ἡ ζωή, καθὼς καταφθάνει πληθωρικὴ καὶ ἀμέριμνη. Χωρὶς τὸν ἴσκιο αὐτοῦ τοῦ τέλους θὰ ἐπαιρόταν ἡ ζωὴ ὡς ἀτελεύτητη. Ἐνῶ στῆς αἰωνιότητας τὰ σπλάχνα εἶναι βυθισμένο ἤδη τὸ ξίφος τοῦ θανάτου.
   Καθὼς ἡ ζωὴ εἰσορμᾶ τροπαιοφόρα ἀπὸ ὅλες τὶς πύλες, ἀπὸ πύλη ἀφύλαχτη εἰσορμᾶ καὶ ὁ θάνατος. Καὶ στοῦ κόσμου τὸ πανηγύρι συνορχεῖται καὶ ὁ χάροντας. Καὶ λαχαίνει σὲ χαρωπὲς φωνὲς νὰ ἀποσβολωθοῦν αἰφνίδια. Καὶ συμβαίνει σὲ ματάκια διάφανα ἀπὸ γαλανὸ οὐρανὸ νὰ πέσει ἡ νύχτα. Καὶ ὁ λόγος ξεμένει πίσω ἀνήμπορος, πελιδνός.
   Θεέ μου, λύσε με ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦτο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, ἀπὸ τὸ μάγεμα τοῦτο ποὺ ποὺ στὰ δίχτυα του ἔχω ἐμπλακεῖ, απὸ τὸ αἴνιγμα τοῦτο τὸ ἄλυτο καὶ τὸ ἀξεδιάλυτο εὶς τὸν αἰώνα.'

Χρίστος Μαλεβίτσης, Ο Έγκοπος Λόγος. Φιλοσοφία και Θρησκεία, εκδ. Αρμός