'Ο Αλκιβιάδης τις μέρες εκείνες κατευθυνόταν στα Σούσα, για να συναντήσει το βασιλιά των Περσών. Σταμάτησε όμως, για να ξεκουραστεί σ’ ένα χωριό της Περσίας, τη Μέλισσα, έχοντας μαζί του και την εταίρα Τιμάνδρα. Εκεί το βρήκαν οι δύο απεσταλμένοι του Φαρνάβαζου, οι οποίοι υποκίνησαν τους κατοίκους του χωριού εναντίον του.
   Τη νύχτα περικύκλωσαν το σπίτι του, όπου έμενε ο Αλκιβιάδης, χωρίς να τολμήσουν όμως να μπουν μέσα σ’ αυτό, και αφού τοποθέτησαν σωρούς από ξύλα γύρω γύρω, έβαλαν φωτιά· οι φλόγες είχαν ζώσει το σπίτι· τότε αυτός, μόλις είδε τη φωτιά, αρπάζει διάφορα ρούχα, που υπήρχαν στο σπίτι, και τα ρίχνει πάνω στα ξύλα που έβγαζαν φλόγες. Και πατώντας πάνω σ’ αυτά πέρασα μέσ’ από τις φλόγες χωρίς να πάθει τίποτε, κρατώντας στα χέρια του ένα ξίφος· πίσω του ερχόταν η Τιμάνδρα και ένας φίλος του πιστός από την Αρκαδία. Οι δολοφόνοι, μόλις είδαν τον Αλκιβιάδη, από φόβο φεύγουν τρέχοντας· αλλά, όταν απομακρύνθηκαν, έριχναν βέλη και ακόντια από τα οποία ο Αλκιβιάδης έπεσε νεκρός. Τότε οι χυδαίοι δολοφόνοι απέκοψαν το κεφάλι του και το έστειλαν στο Φαρνάβαζο. Τον ακέφαλο νεκρό, αφού τύλιξε και σκέπασε με τα δικά της ρούχα η Τιμάνδρα, έκαψε, και την τέφρα του έθαψε με όσες τιμές είχε τη δυνατότητα λόγω των περιστάσεων.
   Έτσι χάθηκε άδοξα ένας άνδρας με αρκετά ελαττώματα αλλά και με πολλά και σπάνια προτερήματα. Ένας άνδρας που πίκρανε την πατρίδα του, αλλά και που πικράθηκε απ’ αυτήν.
   Ο οποίος, όπως φάνηκε, καταδιώχτηκε δόλια και ανελέητα από τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά που εκδικήθηκε άδικα την πατρίδα του· που την έπληξε, αλλά και που σε δύσκολες γι’ αυτήν μέρες της πρόσφερε ανυπολόγιστες υπηρεσίες.
   Η Αθήνα σε στιγμές κρίσιμες έχασε ένα Αλκιβιάδη ικανό να τη βγάλει από το αδιέξοδο που την οδήγησαν οι ανίκανοι αντίπαλοί του.'


Μ. Ελ. Βολονάκη, Επιφανείς Προσωπικότητες της Αρχαίας Ελλάδας: Αλκιβιάδης, Αθηναίος Στρατηγός και Πολιτικός, εκδ. Βολονάκη

'Two waves' [album: Splitting Image (1994)] - Les Diaboliques

  ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ


Ι

Ἄλλοι χρειάζονται σὲ μακροὺς δρόμους
πρὸς τοὺς σκοτεινοὺς ποιητές, νὰ πᾶνε·
ἕναν ὁποιοδήποτε πάντα ρωτᾶνε
μὴ κ᾽ εἶδε νὰ τραγουδᾶ κάποιον
ἤ σὲ χορδὲς τὰ δάχτυλα νὰ βάζει.
Μονάχα τὰ κορίτσια δὲ ρωτᾶνε
ποιά γιοφύρια σ᾽ εἰκόνες ὁδηγοῦν·
μόνο ποὺ πιὸ φωτεινὰ χαμογελοῦν
κι᾽ ἀπὸ ἕνα περιδέραιο μαργαριτάρια
ποὺ σ᾽ ἀργυρὸ δένονται κογχύλι.

Κάθε πόρτα ἀπὸ τὴ ζωή τους ξεκινάει
που σ᾽ ἕναν Ποιητή πάει
καὶ στὸν κόσμο.


ΙΙ

Εἶναι Ποιητὲς ὅσοι ἀπὸ σᾶς μαθαίνουν,
κορίτσια, ὅ,τι φιλέρημο εἶναι, νὰ τὸ ποῦν·
κ᾽ ἐκτάσεις σὲ σᾶς μαθαίνουνε νὰ ζοῦν,
ὅπως οἱ ἑσπέρες συνηθίζουν
τὴν αἰωνιότητα σὲ μεγάλα ἀστέρια.

Στὸν Ποιητὴ νὰ δωρηθεῖ ποτὲ δὲν πρέπει
καμιά σας, ἄν χτυπᾶ καὶ γιὰ γυναῖκες
τὸ μάτι του· γιατὶ ὡς κορίτσια δύνεται μονάχα
νὰ σᾶς λογιάσει : στὶς κλειδώσεις τῶν χεριῶν σας
ἡ ἀφὴ θὰ ράγιζε ἀπὸ χρυσοκέτηντο μετάξι.

Ἀφῆστε τον στὸν κῆπο του νά ᾽ναι μονάχος,
ἐκεῖ ποὺ σὰν Αἰώνιες σᾶς ὑποδεχόταν,
στοὺς δρόμους ποὺ ἐπερπάτει κάθε μέρα,
πλάι στὰ παγκάκια ποὺ καρτεροῦν σύσκια
καὶ στὸ δωμάτιο τὸ λαγοῦτο ὁποὺ κρεμόταν.

Φύγετε! . . . Σκοτεινιάζει. Τὴ φωνή σας,
τὸ πρόσωπό σας, οἱ αἰσθήσεις του πιὰ δὲν ζητοῦνε.
Καὶ μακροὺς ἀγαπᾶ τοὺς δρόμους κι᾽ ἄδειους
κι᾽ ἄσπρο βιβλίο κανένα μὲς στὰ μαῦρα, —
καὶ τὴν βουβή, ἀγαπᾶ περίσσια, κάμαρά του
. . . Ἀγροικᾶ τὶς φωνές σας ποὺ ἀλαγεύουν
(ἀνάμεσα σ᾽ ἀνθρώπους, κουρασμένους
ποὺ τοὺς κρίνει) : κ᾽ ἡ τρυφερή του σκέψη πονεῖ, τότε,
στὴν αἴσθηση πὼς πολλὰ μἀτια σᾶς κοιτάζουν.

* * *

ΤΥΜΒΟΣ ΝΕΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ


Ἀκόμα τὸ σκεφτόμαστε. Σάμπως, ὅλα τοῦτα,
ὤφειλαν ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ ξαναϋπάρξουν.
Σὰν ἕνα δέντρο στὴ λεμονορράχη
σήκωνες τὰ μικρά σου ἀλαφριὰ στήθη,
μἐσα στὸ βόμβο τοῦ αἵματος του : — ἐκείνου

τοῦ Θεοῦ.
               Τοῦ λιγνοκαμωμένου
δραπέτη, ποὺ πλανεύει τὶς γυναῖκες.
Γλυκός, θερμὸς καί, σὰν τὴ σκέψη σου, ὅλο πάθος,
σκέπαζε μὲ τὸν ἴσκιο του τ᾽ ἄγουρο πλευρό σου
καί, σὰν τὰ φρύδια σου, ἀπάνω σου γερμένος.

* * *

ΤΑΦΟΙ ΕΤΑΙΡΩΝ


Κείτονται πάνω στὰ μακρυὰ μαλλιά τους,
μὲ μελαψά, βαθιὰ ρουφηγμένα, πρόσωπα. Σάμπως
μπροστὰ σὲ ἀπέραντην ἀπόσταση, ἔτσι εἶναι κλεισμένα
τὰ μάτια τους. Σκελετοί, στόματα, λουλούδια. Μὲς στὸ στόμα
τὰ στιλπνὰ δόντια, σὰν πιόνια φιλντισένιου
ταξιδιωτικοῦ ζατρικίου, στὴ σειρὰ στημένα.
Κι᾽ ἄνθη, μαργαριτάρια κίτρινα, κόκκαλα ἰσχνά,
χέρια καὶ πουκαμίσες, ὑφάσματα λυωμένα
πάνω ἀπὸ τὴν καρδιά, ποὺ ἔχει γκρεμιστεῖ μέσα
στὸ κουφάρι. Μὰ κάτω ἀπὸ τὰ δαχτυλίδια κεῖνα καὶ τὰ φυλαχτὰ
καὶ τοὺς ὀφθαλμοκύανους λίθους (ἀναθήματα ὅλα τοῦτα
ἐραστῶν), στέκει ἡ ἤρεμη κρύπτη τοῦ φύλλου ἀκόμη
ὡς πάνω στὴν καμπύλη της πετάλα ἀνθέων γιομάτη.
Καὶ κίτρινα μαργαριτάρια πάλι, ποὺ ἔχουνε κυλήσει,
κοῦπες ψημένες γῆς, ποὺ ἔχει, ἱστορισμένη,
ἡ ράχη τους, καθεμιᾶς τὴν εἰκόνα, πράσινα συντρίμμια
ἀπὸ βαζάκια μυρωδικῶν, ποὺ ἀκόμη
μοσκοβολοῦν σὰν ἄνθη, καὶ μικρῶν Θεῶν εἴδωλα : βωμοὶ
σπιτικοὶ : τῶν ἐταιρῶν ὁ οὐρανὸς μὲ τοὺς γοητευτικούς του
Θεούς. Σκαραβαῖοι ἐπίπεδοι, λυμένες ζῶνες,
μικρὲς φιγοῦρες γιγαντιαιών ἀνδρικῶν φύλων,
ἕνα στόμα ὅλο γέλιο, χορευτές, δρομεῖς,
ψηφία χρυσά, τόξα, τόσο πολύ μικρά, σὰ νὰ ᾽ταν
τὰ ζῶα καὶ τὰ πουλιὰ τῶν φυλαχτῶν νὰ κυνηγήσουν,
μακρουλὲς πόρπες, κομψά σπιτικὰ σκεύη
κ᾽ ἕνα στρογγυλὸ κυπέλλο ἀπὸ τερρακόττα,
καὶ πάνω του, σὰ μαύρη ἐπιγραφὴ κάποιας εὶσόδου,
τὰ τεντωμένα σκέλη ἑνὸς τεθρίππου.
Κι᾽ ἄνθη, ξανὰ μαργαριτάρια ποὺ ἔχουνε κυλήσει,
οἱ φωτεινές πλευρὲς μιᾶς μικρῆς λύρας
κι᾽ ἀνάμεσα ἀπὸ πέπλα, ποὺ ὡς ὁμίχλη πέφτουν,
σάμπως ξεπουλιασμένη χρυσαλίδα, μέσα ἀπ᾽ τὰ σαντάλια :
τῆς ἄκριας τοῦ ποδιοῦ ἡ πεταλούδα ἡ ἁνάλαφρη.

Ἔτσι κείτονται, ἀπὸ ἀντικείμενα πλημμυρισμένες,
πολύτιμα ἀντικείμενα, λίθους, παιγνίδια, σκεύη σπιτικά,
μικρά, ἀσήμανρα πράματα σπασμένα (ὅ,τι ἔδυσε μαζί τους)
κι᾽ ὡς ποταμίσια κοίτη σκοτεινιάζουν.

Κοῖτες ποταμῶν ἤτανε
ποὺ πάνω τους σὲ βραχύχρονα κύματα γοργὰ
(ἤθελαν στὴν ἑπόμενη ζωὴ νὰ προχωρήσουν)
ρίχνονταν τὰ κορμιὰ πολλῶν ἐφήβων
κ᾽ οἱ χείμαρροι πολλῶν ἀνδρῶν μουγκρίσαν.
Καὶ, κάποτε, ἔσπαζαν παιδιὰ ἀπὸ τὰ βουνὰ
τῆς παιδικῆς ἡλικίας, μὲ τὰ πράματα ἐπαίζαν,
ὥσπου κυρίευεν ἡ κατηφοριὰ τὴν αἴσθησή τους :

Μὲ διάφανο, ἤσυχο νερὸ γιομίζαν ὕστερα
ὅλο τὸ φάρδος τοῦ φαρδιοῦ αὐτοῦ δρόμου
καὶ στὶς βαθιὲς μεριὲς στρόβιλους προκαλοῦσαν·
κ᾽ οἱ ὄχθες, γιὰ πρώτη φοράν, ἀντανακλοῦσαν
ἀλαργινὰ λαλήματα πουλιῶν, ἐνῶ, ψηλά,
στὸν οὐρανό, οἱ ἔναστρες νύχτες κάποιας γλυκιᾶς χώρας
μεγαλώναν καὶ πουθενὰ δὲν κλειοῦσαν.



Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιίηματα, μτφρ. Άρης Δικταίου, εκδ. Ηριδανός