Frame grabs from Usama Alshaibi’s The Amateurs (2003)

  'Η αξία μιας έννοιας έγκειται στη ζωή που τις επιφυλάσσουμε. Δεν χρησιμεύει τόσο στο να καθοδηγεί την αναπαράσταση και τη δράση, όσο στο να ενεργεί με καταλυτικό τρόπο στις σφαίρες αναφοράς (univers de reference) που πλαισιώνουν το πραγματικό πεδίο. Δεν ήταν πρόθεσή μου σήμερα να εκθέσω τις προσωπικές μου θεωρήσεις μεταμοντελοποίησης που επιχειρούν να συγκροτήσουν ένα διαδικασιακό ασυνείδητο, στραμμένο μάλλον προς το μέλλον παρά κολλημένο σε καθηλώσεις του παρελθόντος, χάρη στους εξής τέσσερις συναρτητές: τους Κυματισμούς (Flux), τα μηχανογενή Φύλα (Phylums machiniques), τα υπαρξιακά Εδάφη (Territories existentiels) και τις Σφαίρες αναφοράς. Δεν αποσκοπούν καθόλου σε μια πιο επιστημονική περιγραφή της ψυχής. Έχουν επινοηθεί ούτως ώστε τα μορφώματα της υποκειμενικότητας να είναι ουσιαστικά ανοιχτά σε μια ηθικοαισθητική πραγματιστική διάσταση. Και σε αυτούς τους συναρτητές αντιστοιχούν τέσσερις «επιταγές»: 

– η μη αναστρεψιμότητα της τετελεσμένης συνάντησης, που δίνει η αυθεντικότητα, χροιά «πρωτόγνωρου» στο αναλυτικό διάβημα· 

– η ενικοποίηση, που συνεπάγεται διαρκή διαθεσιμότητα στην εισβολή κάθε νοηματικής ρήξης η οποία, ακριβώς, θα είναι ένα πραγματικό γεγονός διότι ανοίγει σε σφαίρες αναφοράς ενός νέου αστερισμού·

– η ετερογένεση, που οδηγεί στην αναζήτηση της ιδιαιτερότητας του οντολογικού πεδίου όπου αναδύονται οι διαφορές επιμέρους συνιστώσες υποκειμενικότητας·

– η αναγκαιοποίηση, που προϋποθέτει την υποχρέωση ενός παθήματος (affect), ενός παραστού (percept) ή μιας έννοιας (concept) να ενσαρκωθούν σε ένα υπαρξιακό Έδαφος που σηματοδοτείται από την περατότητα και την αδυναμία να «μεταφράζεται», να ερμηνεύεται με τον όποιο ερμητικό κώδικα.

Και βλέπουμε ότι οι σχιζοαναλυτικές αυτές επιταγές θα μπορούσαν εξίσου να εφαρμοστούν στο πεδίο της εκπαίδευσης, της οικολογίας, της τέχνης κτλ. Διότι η ηθικοπολιτική ρίζα της ανάλυσης, έτσι όπως την εννοούμε εδώ (το επαναλαμβάνω), ως παραγωγή υποκειμενικότητας, βρίσκεται σε συμμετρία κλίμακος -δανείζομαι τον όρο από τη μαθηματική θεωρία των θραυσματικών συνόλων- με όλα τα άλλα πεδία παραγωγής υποκειμενικότητας, σε όποιο επίπεδο και να τα προσεγγίσουμε.
   Η ενασχόληση με τη θεωρητική μοντελοποίηση λειτουργεί υπαρξιακά. Από αυτή την άποψη δεν μπορεί να είναι μόνο προνόμιο των θεωρητικών. Το δικαίωμα στη θεωρία και στη μεταμοντελοποίηση θα χαραχτεί μια μέρα στη μετώπη κάθε οργανισμού που έχει σχέση με την υποκειμενικότητα.'

Φελίξ Γκουαταρί, Από τη Λέρο στη Λα Μπορντ: Παρουσίαση από τη Μαρί Ντεπυσσέ, μτφρ. Ελισάβετ Κούκη, εκδ. Κουκίδα

Tὰ ἕξι ὡραιότερα λεπτὰ τῆς ἱστορίας τοῦ κινηματογράφου


Ο ΣΑΝΤΣΟ ΠΑΝΤΣΑ μπαίνει στὸν κινηματογράφο μιᾶς ἐπαρχιακῆς πόλης. Ψάχνει τὸν Δὸν Κιχώτη καὶ τὸν βλέπει νὰ κάθεται παράμερα μὲ τὸ βλέμμα καρφωμένο στὴν ὀθόνη. Ἡ αἴθουσα εἶναι σχεδὸν γεμάτη, ὁ ἐξώστης μοιάζει μὲ μία τεράστια στοὰ καὶ εἶναι ἐντελῶς κατελειμμένος ἀπὸ παιδιὰ ποὺ θορυβοῦν ἀσταμάτητα. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μάταιες προσπάθειες νὰ φτάσει στὸν Δὸν Κιχώτη, ὁ Σάντσο κάθεται ἀπρόθυμα στὴν πλατεία δίπλα σὲ ἔνα κοριτσάκι (τὴ Δουλτσινέα;), ποὺ τοῦ προσφέρει ἕνα γλειφιτζούρι. Ἡ προβολὴ ἄρχισε, εἶναι ἕνα ἔργο ἐποχῆς, στὴν ὀθόη τρέχουν ἀρματωμένοι ἱππότες, ξάφνου ἐμφανίζεται μία γυναίκα πού βρίσκεται σὲ κίνδυνο. Μεμιᾶς ὁ Δὸν Κιχώτης σηκώνεται ὄρθιος, ξεθηκαρώνει τὸ σπαθί του, χυμάει στὴν ὀθόνη καὶ οἱ σπαθιές του ἀρχίζουν νὰ κομματιάζουν τὸ πανί. Στὴν ὀθόνη συνεχίζουν νὰ φαίνονται ἡ γυναίκα καὶ οἱ ἱππότες, ἀλλὰ τὸ μαῦρο σχίσιμο ποὺ δημιούργησε τὸ σπαθὶ τοῦ Δὸν Κιχώτη μεγαλώνει ὅλο καὶ περισσότερο, καταβροχθίζει ἀδυσώπητα τὶς εἰκόνες. Στὸ τέλος δὲν μένει τίποτα σχεδὸν ὰπὸ τὴν ὀθόνη, διακρίνεται μόνο τὸ ξύλινο πλαίσιο ποὺ τὴ στήριζε. Τὸ κοινὸ ἀγανακτισμένο ἐγκαταλείπει τὴν αἴθουσα, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται στὸν ἐξώστη δὲν σταματοῦν νὰ ἐνθαρρύνουν μὲ πάθος καὶ φανατισμὸ τὸν Δὸν Κιχώτη. Μόνο τὸ κορίτσι στὴν πλατεία τὸν κοιτάζει ἀποδοκιμαστικά.

Τί πρέπει νὰ κάνουμε μὲ τὶς φαντασιώσεις μας; Νὰ τὶς ἀγαπάμε, νὰ τὶς πιστεύουμε σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ νὰ πρέπει νὰ τὶς καταστρέψουμε, νὰ νοθεύσουμε τὸ περιεχόμενό τους (αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ νόημα τοῦ κινηματογράφου τοῦ Orson Welles). Ἀλλὰ ὅταν, στὸ τέλος, ἀποκαλυφθοῦν κενές, μὴ εἰσακουσθεῖσες καὶ ἀνεκπλήρωτες, ὅταν δείξουν τὸ τίποτα ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι καμωμένες, μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ πληρώσουμε τὸ τίμημα τῆς ἀλήθειας τους, καὶ θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ Δουλτσινέα –τὴν ὁποία σώσαμε– δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀγαπήσει.'



Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Βεβηλώσεις, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα

  'Η νύχτα απλωνόταν απέραντη μπροστά απ’ το φωταγωγημένο κτίριο. Η κοιλάδα έμοιαζε σαν να ‘χε βουλιάξει κι ο ουρανός, υγρός και κατάμαυρος, είχε τη λάμψη των μουσκεμένων βρύων. Ούτε εδώ έκανε δροσιά, τίποτα δεν είχε αλλάξει· όμως μπορούσε κανείς ν’ αναγνωρίσει παντού εκείνο το επικίνδυνο πάντρεμα της δίψας και της μέθης που ένιωθα στο ίδιο μου το αίμα. Κάτι αρρωστημένο και υγρό, σαν την εφίδρωση κάποιου που ψήνεται στον πυρετό, αιωρείτο πάνω απ’ τα χωράφια, απ’ όπου σηκωνόταν ένας γαλακτώδης αχνός· μακρινές λάμψεις εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα, ενώ ένας κίτρινος δακτύλιος πλαισίωνε το φεγγάρι δίνοντάς του μια μοχθηρή όψη. Ένιωθα αφάνταστη κούραση. Μια ψάθινη πολυθρόνα ήταν ξεχασμένη εκεί. Σωριάστηκα πάνω της. Τα μέλη μου έμειναν κρεμασμένα σε πλήρη ακινησία· απλώθηκα και δεν ξανασάλεψα. Και τότε, εκεί, παραδομένος και βυθισμένος μέσα στην ευλύγιστη ψάθα, τούτο το πνίγος μου φάνηκε μεμιάς σαν κάτι το υπέροχο. Δε με τυραννούσε πια, με πίεζε μόνο, απαλά και ηδονικά, κι εγώ δεν πρόβαλλα αντίσταση. Κρατούσα κλειστά τα μάτια για να μη βλέπω τίποτα, για να νιώθω πιο έντονα το σφιχταγκάλιασμα της φύσης, αυτού του ζωντανού πράγματος. Σαν πολύποδας, σαν ένα πλάσμα μαλακό και λείο, η νύχτα με τύλιγε τώρα με τα πλοκάμια της και με άγγιζε με απειράριθμα χείλη. Ήμουν ξαπλωμένος κι ένιωθα πως παραδινόμουν, πως αφηνόμουν σε κάτι που με άρπαζε, κολλούσε επάνω μου, με έσφιγγε, ρουφούσε το αίμα μου· και μέσα σ’ ετούτη την ασφυκτική αγκαλιά ένιωσα για πρώτη φορά όπως μια γυναίκα που χάνεται λιγωμένη στη γλυκιά έκσταση του δοσίματος, Ένα γλυκό ρίγος με διαπέρασε στη σκέψη ότι έπαψα μονομιάς ν’ αντιστέκομαι, ότι εκείνη τη στιγμή πρόσφερα το σώμα μου στο σύμπαν· ήταν υπέροχη ετούτη η αόρατη δύναμη που άγγιζε τρυφερά το δέρμα μου, που τρύπωνε σιγά σιγά κάτω από τη σάρκα, που παρέλυε τις αρθρώσεις μου, δίχως να υπάρξει αντίσταση σε τούτο το μούδιασμα των αισθήσεων. Αφέθηκα σ’ αυτές τις πρωτόγνωρες αισθήσεις, και τότε, εντελώς ακαθόριστα, σαν μέσα σε όνειρο, μία μόνο εντύπωση σχηματίστηκε στο νου μου: η εντύπωση της νύχτας και η πρόσφατη ανάμνηση εκείνου του βλέμματος· η γυναίκα και το τοπίο δεν ήταν παρά ένα και μόνο πράγμα, μέσα στο οποίο ήταν απολαυστικό να χάνεται κανείς. Μερικές φορές μου φαινόταν πως η σκοτεινιά γύρω μου δεν ήταν άλλη από εκείνη, πως η ζεστασιά που κατέκλυζε τα μέλη μου ήταν το δικό της σώμα που σκόρπιζε μέσα στη νύχτα σαν το δικό μου, και –καθώς την ένιωθα μέχρι και στ’ όνειρό μου– χανόμουν σ’ ένα κατάμαυρο, ζεστό κύμα ηδονικής εγκατάλειψης.'

Στέφαν Τσβάιχ, Η Γυναίκα και το Τοπίο, μτφρ. Βασίλης Πατέρας, εκδ. Ροές
Clip from Valerian Borowcyk᾽s Contes immoraux (1974)

'Yard' [album: Jazz Meets Indiai (1967)] - 
Dewan Motivar Trio / Irene Schweizer Trio / Manfred Schoof / Barney Wilen

Σμίλη


Κάθε φορά
περνώντας ἀπό σένα
στό μέρος πού ἡ φθορά
μιᾶς ἄλλης μέρας
μέ τραβᾶ σέ σένα,
σεβαστικά θ᾽ ἀφήσεις
τήν ἐπιθυμία μου νά γλύφει
τό κορμί σου σάν μιά φλόγα,
τίς πτυχές, απόκρυφες ὥς
μέσα στήν ψυχή σου κι ὥς
τήν θυμωμένη ρώγα σέ ρωγμές
καί παρυφές βελούδινες
ἐκεῖ πού ἡ θλίψη λειτουργεῖ
στά σπλάχνα καί στά χείλη
σάν σμίλη τήν πληγή.

* * *

Ἰδεόγραμμα

Στόν Νίκο Ἐγγονόπουλο

Οἱ ἑταῖρες εἶν᾽ ἐδῶ καί πουθενά
πολλοί τίς λέν ἁπλῶς πουθάνες
ἀποτελοῦνται ἀπό μαστούς καί κρέας
ἕτοιμο στήν Ἀγορά, κρέας ὠμό
πρίν τό ψημένο καί τόν τροπικό
τούς στουκτουραλιστές ἤ τίς στρουθο-
καμήλους, ἀνθρωπολόγους καί οἰωνούς
οἱ ἀνθρωποφάγοι νουνεχεῖς πεινοῦν.

Κρέας ἰδέας ἤ μιᾶς ἡδονῆς
πού σάν μαχαίρι γαργαλάει τό χέρι.

* * *

Τό μυστικό τοῦ γυναικείου σώματος

Ὦ βάθος καί σιωπή τῆς Παρθενιᾶς!
Α. ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ,  «Ἡ συνείδηση τῆς γυναίκας»

Ἐξερευνώντας πάντοτε τό γυναικεἶο
σῶμα σκέπτομαι τίς πτυχές ἐκεῖνες
τῶν βυζιῶν, τίς ἀνακόλουθες ἐλλείψεις
κάποια ρωγμή βαθειά στό αἰδοῖο αἱμάσσουσα
τά ὑγρά τῆς βλεννογόνου ροδοπέταλα
σάν ἕνα λυκαυγές μέσα στό δάσος
ἤ στήν ἀμμουδιά μιᾶς θάλασσας πού μόλις
ἀκουμποῦν τά χείλη μέ τήν βραδυνύ παλίρροια·
χείλη τοῦ ἀνοίγματος λυτά, χείλη τοῦ περιναίου
καθώς τό γυναικεῖο σῶμα περιμένει.

Καί περιμένοντας αἰώνια, ναυτικούς, ἐργάτες
ἄλλους βιαστικούς, τυχαίους πόρνους
μέ τούς ὄρχεις τους πρησμένους
εἴτε στήν πλατεία Βάθης, είτε στό Faubourg
Saint Denis πού ξεχειλίζουν οἱ πουτάνες
σάν μπουγάδες ἀπό κάποια ξεχασμένη σκάφη
μέ λουλάκι, ἀπορρυπαντικά, ψωλόχυμα
κι ἄλλες ἀπόλυτες ἀπορρίψεις.

Τό πατητῆρι τοῦ μυαλοῦ ἀποστάζει λέξεις
μά στήν γλυφή δοκιμασία τοῦ αἵματος
στήν σύληση, στήν σύλληψη τῆς μήτρας
ποιό εἶναι τό μυστικό τοῦ θείου γκαστρώματος;
Ἄν ὁ Θεός κατοίκησε στίς παρυφές τῆς μήτρας
ἔστω καί σάν ὑπόθεση, έντυπωσιάζουν τά σημεῖα
(μήπως ἦταν ἀρχή ἑνός καρκινώματος;)
μά πῶς νά τό πιστέψεις ἄν δέν γίνεις ἅγιος
σέ μιά έποχή πού οἱ ἅγιοι φεύγουν ἤ ἐνοχλοῦν σάν μύγες
κουβαλώντας μόνο μόλυνση ἀπό τσίμπημα
σέ τσίμπημα, σέ τσίμπημα.

* * *

Ἡ σπηλιά

«ἄρρητα ρήματα ἄ οὐκ ἐμόν ἀνθρώπῳ, λαλῆσαι»
Κατ᾽ Ἐπιτάφιον «ἀναβατικόν Παύλου»:  ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.


Ἰδού ἡ σπηλιά πού ὁ γεροξούρας
ἔγραφε μέ δάκτυλα λειψά, λεπρός
μέ τό μυαλό γεμάτο μαλακύνσεις
κι ἕνα κρανίο νά γυαλίζει σάν καθῆκι
πεταμένο στά σκουπίδια, παρέα
κάνοντας μέ τόν σκορπιό, μονάχα,
τήν ἀράχνη καί τό δοντιασμένο φίδι
τρώγοντας τσιριχτά ποντίκια
σκατοκάνθραους ἤ μύγες,
λέξεις ψελλίζοντας ἀπό σπυριά καί μύξες
διυλίζοντας τόν Λόγο στό γουδί
τό γουδοχέρι μέ βότανα φαρμακερά
καί μανιτάρια κίτρινα, κόπρανα
κι ἕναν κόπανο στό χέρι,
μιαρός ὁ γεροξούρας, μοχθηρός
μέ τσίμπλες, μάτια γουρλωμένα,
τό χνῶτο του βρωμοκοπώντας:
τί περιμένεις ἀπ τό στόμα του νά βγεῖ
καί τί ν ἀποκαλύψει, πλήν
ἐμετοῦ καί σάπιου ἐντέρου;



Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952-1990, εκδ. Πλέθρον