Frane grab from James Franco’s The Feast of Stephen (2009)

  'Για να κρίνει, να εξετάσει κανείς το έργο ενός συγγραφέα, καθώς και τον ίδιο τον συγγραφέα, οφείλει να έχει κάνει ανάγνωση κι όχι περιήγηση των έργων του. Οφείλει να έχει αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται και να μην εκφράζει άποψη μέσω κάποιας σχεδόν νατουραλιστικής, φαντασιακής διασύνδεσης του κρίνοντος με την επιφάνεια και τον πυθμένα του έργου, μα και με τον ίδιο το συγγραφέα. Οφείλει να έχει κάνει ορισμένες επισκέψεις στα λιγοστά αισθητικά και τεχνικά διαπιστευτήρια τα οποία έχουν επίσης καταγραφεί, εδώ και δεκαετίες, από μετρημένους κριτικούς ακμής, ομότεχνους και αναγνώστες — οι οποίοι έχουν προσφέρει όχι τόσο ευχάριστες για ορισμένους, μα εξαίρετες, απροσάρτητες τεκμηριώσεις σχετικά με τη γραφή του.
   Το δικαίωμα να λέει κανείς ό,τι του κατέβει σχετικά με κάτι — ιδιοτυπία με ισχυρή τα τελευταία χρόνια παρουσία — είναι αδιαμφισβήτητο, αλλά αυτό το δικαίωμα, εκκινεί από μια βαθιά υποχρέωση, η οποία είναι τουλάχιστον δεδομένη· είναι εκείνη που προδιαγράφει το εσωτερικό του δικαιώματος, το οποίο δεν έχει απολύτως καμία αξία, κανένα νόημα, δίχως την προϋπόθεση  της δικής της ύπαρξης. Συνεπώς μόνο κατά έναν τρόπο υφίσταται η πομφολυγώδης ρητορεία της κριτικής αρθογραφίας, των πενών της και των εντύπων που τη φιλοξενούν: ως ευπώλητη, καθησυχαστική μπακατέλα. Ένεκα που δεν έχει προϋπάρξει σε αυτήν, εκείνη η υποχρέωση.'

Γιάννης Λειβαδάς, Τζακ Κέρουακ: Μια Μονογραφία, εκδ. Απόπειρα

  'Λάδι από τις φλέβες της γης, πετρέλαιο, αίμα της μέδουσας, λίπος των δεινοσαύρων, φολίδες ερπετών, το πράσινο των δασών της φτέρης, τα γιγαντιαία βούρλα, βυθισμένη φύση, εποχή πριν από τον άνθρωπο, θαμμένη κληρονομιά, φρουρούμενη από νάνους φιλάργυρους, κατόχους της μαγείας και μοχθηρούς, οι θρύλοι, τα παραμύθια, ο θησαυρός του διαβόλου: ήρθε στο φως, αξιοποιήθηκε. Τι έγγραφαν οι εφημερίδες; ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, ΟΞΥΝΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ, Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΝΤΟΠΙΟΥΣ, Ο ΣΤΟΛΟΣ ΕΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑΓΩΓΟ, Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΦΡΟΥΡΕΙ ΤΟΥΣ ΠΥΡΓΟΥΣ ΓΕΩΤΡΗΣΕΩΝ, Ο ΣΑΧΗΣ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ, ΜΗΧΑΝΟΡΡΑΦΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΠΑΓΩΝΙΟΥ, ΡΩΣΙΚΟΣ ΔΑΚΤΥΛΟΣ, ΑΕΡΟΠΛΑΝΟΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΠΕΡΣΙΚΟ ΚΟΛΠΟ. Το πετρέλαιο κρατούσε τα βομβαρδιστικά στον ουρανό, τον Τύπο σε επιφυλακή, τους ανθρώπους σε ανησυχία και τα μονοποδήλατα των διανομέων εφημερίδων να μαρσάρουν, σε ετοιμότητα. Με ξυλιασμένα χέρια, βαρύθυμοι, βλαστημώντας, ανεμοδαρμένοι, μούσκεμα από τη βροχή, αποπνέοντας αναθυμιάσεις μπίρας, καπνό τσιγάρου, αγουροξυπνημένοι, τυραννισμένοι από τους εφιάλτες, με την ανάσα του περιστασιακού συντρόφου, πάνω στο δέρμα τους ακόμη, με σουβλιές πόνου στον ώμο, ρευματισμούς στο γόνατο, υποδέχοραν οι έμποροι τα φρεσκοτυπωμένα φύλλα. Η άνοιξη ήταν κρύα. Τα νέα δεν έφεραν θαλπωρή. ΕΝΤΑΣΗ, ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ, βρισκόμασταν στο κέντρο του πεδίου αντιπαράθεσης, ανατολικός κόσμος, δυτικός κόσμος, ζούσαμε στο σημείο συναρμογής, ίσως στο σημείο ρήξης, ο χρόνος ήταν πολύτιμος, μια σύντομη ανάπαυλα στο πεδίο της μάχης, και πριν καλά-καλά πάρουμε μια ανάσα άρχιζαν πάλι οι εξοπλισμοί, οι εξοπλισμοί ανέβαζαν το κόστος ζωής, οι εξοπλισμοί περιόριζαν τη χαρά, εδώ κι εκεί αποθήκευαν μπαρούτι ικανό να τινάξει στον αέρα τη γήινη σφαίρα, ΠΥΡΗΝΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΜΕΞΙΚΟ, ΠΥΡΗΝΙΚΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΤΑ ΟΥΡΑΛΙΑ, υπονόμευαν με δυναμίτη τα ικριώματα των γεφυρών, μιλούσαν για ανοικοδόμηση και απεργάζονταν την κατεδάφιση, συνέχιζαν να γκρεμίζουν ό,τι ήταν ήδη ραγισμένο. Η Γερμανία είχε σπάσει στα δύο. Το χαρτί της εφημερίδας μύριζε υπερφορτωμένες μηχανές, αγγελίες συμφορών, βίαιο θάνατο, κακοδικίες, κυνικές πτωχεύσεις, ψέμα, αλυσίδες και βρομιά. Οι σελίδες λιπαρές, κολλούσαν μεταξύ τους, λες και ανάβρυζαν φόβο. Οι τίτλοι της πρώτης σελίδας ούρλιαζαν: Ο ΑΪΖΕΝΧΑΟΥΕΡ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ, Ο ΑΝΤΕΝΑΟΥΕΡ ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ, Η ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ, ΕΚΤΟΠΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΝ, ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΣΕ ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ: ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΣΤΡΑΤΟΥ ΞΗΡΑΣ. Τα περιοδικά ποικίλης ύλης ζούσαν από τις αναμνήσεις των αεροπόρων και των στρατηγών, τις εξομολογήσεις των σκληροπηρυνικών συνοδοιπόρων του καθεστώτος, τις αναμνήσεις των γενναίων, των ασυμβίβαστων, αθώων, αιφνιδιασμένων, εξαπατημένων. Πάνω στα σκληρά κολάρα, που τα κοσμούσαν φύλλα δρυός και σιδερένιοι σταυροί, κοίταζαν βλοσυρά, αραχτοί στους πάγκους των εφημερίδων. Ήταν κράχτες ή στρατολογούσαν μέλη; Τα αεροπλάνα, που έκαναν σαματά στον ουρανό, ήταν τα αεροπλάνα των άλλων.'

Βόλφγκανγκ Κέπεν, Περιστέρια στη Χλόη, μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Κριτική

  'Στο Άμστερνταμ, η εικοσιδυάχρονη Κάντυ –το πραγματικό της όνομα είναι Γιοχάννα– φωτογραφίζεται σ’ ένα στούντιο. Φωτογραφίζεται σαν να έχει μόλις γεννηθεί, χωρίς όμως τα αίματα – αν και οι σκούροι άλικοι τοίχοι του στούντιο παραπέμπουν στα υγρά της γέννησης. Η Κάντυ αναδιπλώνεται σαν πεπιεσμένο χαρτί. Οι πτυχώσεις του άτριχου φύλλου της, όπως διαθλάται το φως πάνω τους, αντανακλώνται στον ανθρακί φακό της κάμερας. Λωρίδες σέπιας αποτυπώνονται στη σάρκα της. Η Κάντυ έχει το βλέμμα της στραμμένο πάνω απ’ τον ώμο του καμεραμάν – οι ωμοπλάτες του και η κάμερα μοιάζουν με οροσειρές. Έχει το βλέμμα της στραμμένο προς έναν οργασμό που έρχεται. Το βλέμμα της μοιάζει ρυθμιζόμενο με πηδάλια στις φτέρνες και στους καρπούς της. Το σώμα της είναι έτοιμο για περιδίνηση γύρω απ’ τη βάση του. Θυμάται μια πορσελάνινη κούκλα που είχε η γιαγιά της, έπαιζε μουσική και γυρνούσε γύρω απ’ τον εαυτό της. Πασχίζει να μιμηθεί την κίνηση της κούκλας. Είναι πιο δύσκολο τώρα γιατί δεν υπάρχει μουσική για ν’ ακολουθήσει τον ρυθμό, παρά μόνο στο κεφάλι της – τα κλικ της μηχανής προσποιούνται την ταπετσαρία ενός άμπιεντ ρυθμού. Είναι πιο εύκολο τώρα γιατί αυτή εδώ η μπαλαρίνα δε χρειάζεται να σπάσει και κυρίως δε χρειάζεται να γυρίσει κάτω απ’ τα ψυχρά μάτια της γιαγιάς.'

Κωσταντίνος Τζήκας, από το διήγημα 'Κάντυ' της συλλογής Κομμένα, εκδ. Νεφέλη

  'Ο Πιλάτος και ο Ιησούς, ο εκπρόσωπος της εγκόσμιας βασιλείας και ο ουράνιος βασιλεύς βρίσκοναι ενώπιος ενωπίω στον ίδιο και μοναδικό τόπο, το πραιτώριο των Ιεροσολύμων, του οποίου οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι είχαν προσδιορίσει την απίθανη θέση. Για να μαρτυρήσει την αλήθεια, ο Ιησούς πρέπει να βεβαιώσει και την ίδια στιγμή να αρνηθεί τη Βασιλεία του, που είναι μακρυνή («ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου») αλλά και πολύ κοντινή («εντός υμών εστιν», Λκ. 17,21). Από τη σκοπιά του δικαίου, η μαρτυρία του δεν μπορεί παρά να ξαστοχήσει και καταλήγει σε παρωδία: ο πορφυρός μανδύας, το ακάνθινο στεφάνι, το καλάμι που παριστάνει το σκήπτρο, οι φωνές, «Κρίνε ημάς»! Εκείνος –που δεν έχει έρθει να κρίνει τον κόσμο, αλλά να τον σώσει βρίσκεται εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να λογοδοτήσει σε μια δίκη, να υποταχθεί σε μια κρίση, την οποία πάντως το alter ego του, ο Πιλάτος, δεν εκφέρει, δεν μπορεί να εκφέρει. Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατι σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. Γι’ αυτό και πάνω στο λεγόμενον Λιθόστρωτον, εβραϊστί δε Γαββαθά, δεν έχουν θέση τουλάχιστον όσον αφορά τον Πιλάτο– μήτε η κρίση μήτη η σωτηρία: και οι δύο καταλήγουν σε ένα κοινό, αναποφάσιστο και μη αποφασιστικό non liquet.
   Η μαρτυρία, εδώ και τώρα, για την αλήθεια της Βασιλείας που δεν είναι εντεύθεν, προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι αυτό που θέλουμε να σώσουμε μας κρίνει· καθώς ο κόσμος, μέσα στην παροδικότητά του, δε θέλει τη σωτηρία αλλά τη δικαιοσύνη: και τη θέλει ακριβώς επειδή δεν ζητά να σωθεί. Ως μη διασώσιμα, τα πλάσματα κρίνουν την αιωνιότητα: αυτό είναι το παράδοξο που στο τέλος, ενώπιον του Πιλάτου, αφαιρεί το λόγο από τον Ιησού. Εδώ είναι ο σταυρός, εδώ είναι η ιστορία.'

Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Πιλάτος και Ιησούς, μτφρ. Δέσποινα Λαμπαδά, εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

  'Ας θέσουμε ότι ο έρωτας είναι η έλευση του Δύο ως τέτοιου, η σκηνή του «Δύο». Και το παιδί; Το παιδί έρχεραι να αλλοιώσει ή να διαρρήξει αυτή τη «σκηνή του Δύο»; Δεν αντιπροσωπεύει άραγε το «Εν» που συναθροίζει το «Δύο» των ερωτευμένων, αλλά επίσης ένα Τρία, το οποίο μπορεί να προεκτείνει την ύπαρξή τους, καθώς επίσης και να τους χωρίσει;

Είναι ένα θεμελιώδες και ενδιαφέρον ερώτημα. Ένας φίλος, ο Ζερόμ Μπενναρός, ο οποίος είναι ένας Εβραίος με βαθιά γνώση των Γραφών, δέχεται τη θέση μου πάνω στον έρωτα μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Μου λέει πάντα: ο έρωτας, ναι, είναι η δοκιμασία του Δύο, είναι η δήλωσή του, η αιωνιότητά του, αλλά υπάρχει μια στιγμή όπου πρέπει να αποδείξει έμπρακτα την αξία του μέσα στην τάξη του Ενός. Δηλαδή πρέπει να επιστρέψει στο Εν. Και η μορφή, ταυτόχρονα συμβολική και πραγματική, αυτού του Ενός είναι το παιδί. Ο αληθινός προορισμός του έρωτα συνίσταται εντέλει στην ύπαρξη του παιδιού ως απόδειξης του Ενός. Αντιπαρέθεσα στην αντίρρησή του πολλές διαπιστώσεις εμπειρικού χαρακτήρα, ιδιαίτερα πως θα έπρεπε σ’ αυτή την περίπτωση να αρνηθούμε τον ερωτικό χαρακτήρα στα ζευγάρια που είναι στείρα, ομοφυλόφιλα, κτλ. Και, σε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο, του είπα: το παιδί αποτελεί πράγμαται μέρος του πεδίου του έρωτα στον βαθμό που σινιστά αυτό που αποκαλώ, στην ιδιόλεκτό μου, ένα σημείο (point). Ένα σημείο είναι μια ιδιαίτερη στιγμή εντός της οποίας ένα συμβάν συμπυκνώνεται, όπου πρέπει κατά κάποιο τρόπο να ξαναπαιχτεί ως εάν να επέστρεφε υπό μια μετατοπισμένη, τροποποιημένη μορφή, αλλά υποχρεώνοντάς σας να «προβείτε σε μια νέα δήλωση». Συνοπτικά, έχετε ένα σημείο όταν οι συνέπειες μιας υπό κατασκευή αλήθειας, είτε είναι πολιτική, είτε ερωτική, καλλιτεχνική ή επιστημονική, σας υποχρεώνουν ξαφνικά να ξανακάνετε μια ριζική επιλογή, όπως στην αρχή αρχή, όταν αποδεχτήκατε και δηλώσατε το συμβάν. Πρέπει εκ νέου να πείτε «αποδέχομαι αυτό το τυχαίο, το επιθυμώ, το αναλαμβάνω». Στην περίπτωση του έρωτα, πρέπει, και συχνά κατεπειγόντως, να επαναλάβουμε τη δήλωσή μας. Θα μπορούσαμε να πούμε: πρέπει να (ξανα)κατασκευάσουμε το σημείο. Και θεωρώ ότι το παιδί, η επιθυμία του παιδιού, η γέννηση, είναι ακριβώς αυτό. Αποτελεί μέρος της ερωτικής διαδικασίας, είναι προφανές, υπό τη μορφή ενός σημείου για τον έρωτα. Γνωρίζουμε ότι υπάρχει για κάθε ζευγάρι μια δοκιμασία γύρω από τη γέννηση, ταυτόχρονα ένα θαύμα της τάξεως του Ενός, θα χρειαστεί να επανακτυλιχθεί το Δύο. Το Δύο δεν θα μπορεί πλέον να συνεχίσει να βιώνεται μέσα στον κόσμο όπως το έκανε πριν βρεθεί αντιμέτωπο μ’ αυτό το σημείο. Δεν αρνούμαι διόλου ότι ο έρωτας αποτελεί μέρος μιας ακολουθίας, με άλλα λόγια ότι δεν πορεύεται ανεμπόδιστα. Υπάρχουν σημεία, δοκιμασίες, πειρασμοί, νέες εμφανίσεις, και κάθε φορά πρέπει να ξαναπαίξουμε τη «σκηνή του Δύο», να βρούμε τους όρους μιας νέας δήλωσης. Εισαγωγικά δεδηλωμένος, ο έρωτας πρέπει να «ξανα-δηλωθεί». Και γι’ αυτό τον λόγο ο έρωτας αποτελεί αιτία βίαιων υπαρξιακών κρίσεων. Όπως κάθε διαδικασία αλήθειας. Από αυτή την άποψη άλλωστε η εγγύτητα ανάμεσα στην πολιτική και στον έρωτα είναι εκπληκτική.'

Αλέν Μπαντιού & Νικολά Τρουόνγκ, Εγκώμιο για τον Έρωτα, μτφρ. Φώτης Σιατίτσας & Δημήτρις Βεργέτης, εκδ. Πατάκη