'Ένα πρωί, βάδιζα προς το δάσος με τη γιαγιά μου. Η μέρα ήταν πανέμορφη και ήσυχη. Ήμουν μόλις τεσσάρων ετών, μια σταλιά κοριτσάκι. Τότε είδα κάτι πολύ παράξενο, μια ευθεία γραμμή κάθετα πάνω στο δρόμο. Ήταν τόση η περιέργειά μου, που πλησίασα. Ήθελα να την αγγίξω αυτή τη γραμμή. Μετά άκουσα τη γιαγιά μου να ουρλιάζει δυνατά. Το θυμάμαι πολύ έντονα. Ήταν ένα τεράστιο φίδι.
   Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα πραγματικό φόβο, αν και δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό που έπρεπε να φοβάμαι. Στην πραγματικότητα, αυτό που με τρόμαξε ήταν η φωνή της γιαγιάς μου. Το φίδι γλίστρησε γρήγορα μακριά.
   Είναι εκπληκτικό πώς χτίζεται μέσα μας ο φόβος, από τους γονείς μας, από τους άλλους γύρω μας. Είμαστε τόσο αθώοι στην αρχή, που δεν το καταλαβαίνουμε.'

  'Κάποτε, ένα μεγάλο τσίρκο ήρθε σε μια μικρή πόλη. Έστησαν την τέντα στην πλατεία και όλη η πόλη πήγε να δει την παράσταση. Είχαν λιοντάρια, τίγρεις, ελέφαντες και ακροβάτες. Κάποια στιγμή, ανέβηκε στη σκηνή ένας ταχυδακτυλουργός και ζήτησε έναν εθελοντή απ’ το κοινό. Μια μητέρα πήρε το αγοράκι της απ’ το χέρι, το πήγε στον ταχυδακτυλουργό και γύρισε στη θέση της. Ο ταχυδακτυλουργός έβαλε το παιδί σ’ ένα φέρετρο, το έκλεισε από πάνω, κούνησε τα χέρια και πρόφερε τη μαγική λέξη: «άμπρακατάμπρα». Όταν το άνοιξε, το φέρετρο ήταν άδειο. Ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του απ’ την αγωνία. Ο ταχυδακτυλουργός το έκλεισε ξανά, είπε τα μαγικά λόγια και το άνοιξε πάλι. Το παιδί βγήκε και γύρισε χαρούμενο στη μητέρα του. Κανείς, ούτε καν η μητέρα, δεν πρόσεξε πως δεν ήταν το ίδιο παιδί.'

  'Είναι λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα και κάθομαι στην παραλία μόνη. Κανείς γύρω. Κοιτάζω τον ορίζοντα, εκεί που ενώνεται ο ουρανός με τον ωκεανό. Απ’ το πουθενά, περνάει μπροστά μου ένα μεγάλο μαύρο σκυλί απ’ τα δεξιά μου. Όταν φτάνει σε μένα, γυρίζει πίσω, πηγαίνει κατευθείαν προς τη θάλασσα κι αρχίζει να περπατάει πάνω στο νερό προς τον ορίζοντα. Όταν φτάνει στον ορίζοντα, αρχίζει να περπατάει προς τα δεξιά, παράλληλα προς αυτόν. Όλα μου φαίνονται κανονικά και φυσιολογικά, ακόμα και ότι το σκυλί περπατάει πάνω στο νερό. Μετά, ένα δυνατό λευκό φως απ’ τον ουρανό πέφτει πάνω στο σκυλί κι αυτό εξαφανίζεται στο φως. Νιώθω πως είμαι παρούσα σε κάτι εκπληκτικό. Μετά ξυπνάω και η πραγματικότητα του ονείρου είναι πιο δυνατή από την πραγματικότητα της μέρας.'

  'Ένιωσα μια παράξενη ζέστη μέσα στο σώμα μου. Κατάφερα να σταματήσω τον πόνο στο κεφάλι, το λαιμό και τη σπονδυλική στήλη. Τώρα ξέρω πως καμία στάση δεν είναι πιο άνετη από την άλλη: ακόμα και η πιο άνετη στάση γίνεται ανυπόφορη μετά από λίγο. Ξέρω πλέον πως πρέπει απλώς να αποδέχομαι το αβάσταχτο: να αντιμετωπίζω τον πόνο και να τον υπομένω.
   Συνέβη αμέσως: όλα έγιναν ακίνητα ─δεν υπήρχε πόνος, μόνο παλμοί─, όλα έγιναν ελαφρύτερα. Αυτή η κατάσταση ήταν πολύτιμη για μένα. Πέρα απ’ αυτή υπήρχε ο πόνος και η αλλαγή. Ο Ουλάι συνέχισε ν’ αλλάζει. Σε κλάσματα δευτερολέπτου μεταμορφώθηκε σε εκατοντάδες πρόσωπα και σώματα, μέχρι που έγινε ένα μπλε κενό μέσα σε φως. Αισθάνομαι πως συμβαίνει κάτι σημαντικό. Το κενό είναι αληθινό. Όλα τα άλλα πρόσωπα και σώματα είναι απλώς διάφοροι τρόποι προβολής. Κι εγώ τέτοιο κενό είμαι. Αυτό με βοηθάει να μην κινούμαι.'

  'Έζησα την απόλυτη ελευθερία, ένιωσα το κορμί μου απεριόριστο, χωρίς φραγμούς. Δεν είχε σημασία ο πόνος, τίποτα δεν είχε σημασία. Είχα μεθύσει από την τεράστια ποσότητα ενέργειας που δέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως βρήκα το δικό μου μέσο. Κανένας πίνακας, κανένα αντικείμενο που θα δημιουργούσα δε θα μπορούσαν να μου χαρίσουν αυτό το συναίσθημα. Συνειδητοποίησα πως αυτό το συναίσθημα έπρεπε να το αναζητώ ασταμάτητα, ξανά και ξανά και ξανά.'

  'Έβγαλα τα ρούχα μου και έπεσα. Τα κύματα ήταν τεράστια και το καταγάλανο νερό σπινθήριζε στο φως το του ήλιου. Τι πελώριος που ήταν ο ωκεανός…. Μερικές φορές έχω απλώς την ανάγκη να έρθω σε επαφή με το μεγαλείο της ζωής και να τη νιώσω να διαπερνά όλους τους πόρους του κορμιού μου. Βγήκα από τη θάλασσα πλήρως αναζωογονημένη. Αισθανόμουν να λάμπω ολόκληρη. Ντύθηκα και περπάτησα προς το δάσος ακριβώς πάνω από την παραλία. Όπως έμπαινα πιο βαθιά στο δάσος, ο ήχος των κυμάτων χανόταν και ένιωσα μεμιάς παντού γύρω μου υπάρξεις. Όλα ήταν ζωή.'


Μαρίνα Αμπράμοβιτς, Περνώντας από Tοίχους, μτφρ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, εκδ. Ροπή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου