οι ώρες ανατέλλουν σβήνοντας τ’ αστέρια και
ξημέρωσε
στον δρόμο τ’ ουρανού το φως βαδίζει σκορπώντας ποιήματα

στη γη ένα κερί
σβήνει           η πόλη
ξυπνά
μ’ ένα τραγούδι στα
χείλη της με τον θάνατο στα μάτια της

και ξημέρωσε
και ο κόσμος
ετοιμάζεται να δολοφονήσει όνειρα…

κοιτάζω στον δρόμο όπου δυνατοί
άντρες σκάβουν ψωμί
και βλέπω τα κτηνώδη πρόσωπα των
ανθρώπων ικανοποιημένα αποτρόπαια απελπισμένα βάναυσα ευτυχισμένα

και είναι μέρα,

στον καθρέφτη
βλέπω έναν αδύναμο
άνθρωπο
που ονειρεύεται
όνειρα
όνειρα μες στον καθρέφτη

και είναι
σούρουπο         στη γη

ένα κερί ανάβει
και είναι σκοτάδι.
οι άνθρωποι είναι στα σπίτια τους
ο αδύναμος άνθρωπος είναι στο κρεβάτι του
η πόλη

κοιμάται με τον θάνατο στα χείλη της μ’ ένα τραγούδι στα μάτια της
οι ώρες κατεβαίνουν
ανάβοντας τ’ αστέρια…

στον δρόμο του ουρανού η νύχτα βαδίζει σκορπώντας ποιήματα

*

κάπου δεν έχω ποτέ ταξιδέψει, πρόθυμα πέρα
από κάθε εμπειρία, τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους:
στην πιο εύθραυστη χειρονομία σου υπάρχουν πράγματα που με
                                                                     περικλείουν,
ή που δεν μπορώ ν’ αγγίξω γιατί είναι πολύ κοντά

η παραμικρή σου ματιά εύκολα θα με ξεκλειδώσει
αν και έχω κλείσει τον εαυτό μου σαν δάχτυλα,
ανοίγεις πάντα πέταλο το πέταλο τον εαυτό μου όπως ανοίγει η Άνοιξη
(αγγίζοντας επιδέξια, μυστηριακά) το πρώτο της τριαντάφυλλο

ή αν η ευχή σου είναι να με κλείσεις, εγώ και
η ζωή μου θα παύσουμε πολύ ωραία, ξαφνικά,
όπως όταν η καρδιά αυτού του λουλουδιού φαντάζεται
το χιόνι προσεκτικά παντού να πέφτει·

τίποτα απ’ όσα πρόκειται ν’ αντιληφθούμε σ’ αυτό τον κόσμο δεν
ισούται με τη δύναμη της έντονης ευθραυστότητάς σου: η υφή της οποίας
με υποβάλλει με το χρώμα των τόπων της,
ερμηνεύοντας τον θάνατο και το παντοτινό με κάθε ανάσα

(δεν ξέρω τι είναι αυτό σε σένα που κλείνει
και ανοίγει· μόνο κάτι μέσα μου καταλαβαίνει
ότι η φωνή των ματιών σου είναι βαθύτερη απ’ όλα τα τριαντάφυλλα)
κανείς, ούτε και η βροχή ακόμη, δεν έχει τόσο μικρά χέρια

*

θα ‘σαι πάνω απ’ όλα χαρούμενος και νέος.
Γιατί αν είσαι νέος, ό,τι ζωή και να φορέσεις

θα γίνει εσύ· κι αν είσαι χαρούμενος
ό,τι ζει εσύ ο ίδιος θα γίνει.
Τα κοριτσοάγορα τίποτα περισσότερο από τ’ αγοροκόριτσα δε θα χρειαστούν:
απόλυτα μπορώ ν’ αγαπώ μόνο εκείνη

που κάθε της μυστήριο κάνει όλων των ανδρών
τη σάρκα να ντύνεται τον χώρο· και το νου τους να γδύνεται τον χρόνο

όμως από τη σκέψη, ο θεός να φυλάει
και (με το έλεός του) τον αληθινό σου εραστή να σπλαχνιστεί:
γιατί έτσι η γνώση ψεύδεται, ο τάφος του εμβρύου
που πρόοδος ονομάζεται, και της άρνησης ο νεκρός ανόλεθρος.

Θα προτιμούσα να μάθω από ένα πουλί πώς να τραγουδάω
παρά να διδάξω δέκα χιλιάδες αστέρια πώς να μη χορεύουν

*

Βούτηξε για όνειρα
αλλιώς ένα σύνθημα μπορεί να σε ανατρέψει
(τα δέντρα είναι οι ρίζες τους
και ο άνεμος είναι άνεμος)

εμπιστέψου την καρδιάς σου
αν οι θάλασσες πάρουν φωτιά
(και ζήσε με μέτρο την αγάπη
έστω και αν τ’ αστέρια περπατούν προς τα πίσω)

να τιμάς το παρελθόν
αλλά να καλωσορίζεις το μέλλον
(και χόρεψε τον θάνατό σου
ως το πρωί σ’ αυτό το γάμο)

μη δίνεις σημασία σ’ έναν κόσμο
γεμάτο τιποτένιους ή ήρωες
(γιατί στον θεό αρέσουν τα κοριτσάκια
και το αύριο και η γη)

*

αυτό ήταν ο ποιητής και θα είναι και είναι

-κάποιος που λύνει τα βάθη του τρόμου για να υπερασπιστεί
την αρχιτεκτονική μιας ηλιαχτίδας με τη ζωή του:
και που λαξεύει αθάνατα δάση απελπισίας
για να κρατήσει το σφυγμό ενός βουνού στην παλάμη του



ε.ε. κάμινγκς, 33x3x33: Ποιήματα / Δοκίμια / Θραύσματα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Νεφέλη ε.ε. κάμμινγκς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου