Θαλασσοταραχή


Εσείς πανδοχεία και δρόμοι, εσείς ουρανοί σε αγρανάπαυση,
Εξοχές εσείς, αιχμάλωτες των μηνών του χρόνου,
Δάση εναγώνια που πνίγουν τα βρύα,
Με ξυπνάτε τη νύχτα για να με ανακρίνετε,
Να μια λεύκα που μ’ αγγίζει με το δάχτυλο,
Να ένας καταρράκτης που μου τραγουδά στο αφτί,
Πυρετώδης ένας παραπόταμος ορμάει στην καρδιά μου,
Ένα άστρο ανασηκώνει, χαμηλώνει τα βλέφαρα μου
Και ξέρει να με βρει ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς
Ακόμα κι αν κρύβομαι σ’ έναν ύπνο χορταριασμένο
Κάτω από την ταξιδιώτισσα στέγη του ονείρου.

Από τα φοβισμένα βράδια που τάραζε ο βίσωνας
Μέχρι το πρωινό τούτο του Μάη που ακόμα ψάχνει για τη χαρά του
Και που στα πλανερά μου μάτια ίσως είναι μόνο ένας μύθος,
Η γη είναι μια ηλακάτη όπου υφαίνουν ήλιος και σελήνη
Κι εγώ ένα τοπίο που ξέφυγε απ’ τ’ αδράχτι της,
Ένα κύμα της θάλασσας που αρμενίζει από τον καιρό του Ομήρου,
Αναζητώντας ωραίο ακρογιάλι για να ηχήσουν τρεις χιλιάδες χρόνια.

Η ανθρώπινη μνήμη κυλάει πάνω στη σφαίρα, την τυλίγει,
Φτιάχνοντάς της έναν ευαίσθητο ουρανό με νευρώνες στο άπειρο,
Οι ήχοι όμως κείτονται θερισμένοι σε όλο το παρελθόν του κόσμου,
Η ιστορία δεν μπόρεσε ακόμα να κάνει ν’ ακουστεί μια φωνή,
Και να μονάχη στον πλανητικό δρόμο η καρδιά μας
Λαμπαδιάζοντας σαν ξερόκλαδο ανάμεσα σε δυο όρη σιωπής
Που θα σωριαστούν καταπάνω της με το αεράκι του θανάτου.

*

Προβολή


Αέρινο κοιμητήρι, σκόνη ουράνια,
Όπου με μάτια πιο γενναιόδωρα
Θ’ αναγνωρίζαμε φίλους,
Αέρινο κοιμητήρι, στοιχειωμένο με δρόμους εγκάρσιους,
Μεγάλες λεωφόρους
Και αποβάθρες για αποβίβαση ψυχών κάθε αναστήματος,
Όταν ο άνεμος έρχεται από τον ουρανό
Ακούω το ποδοβολητό
Της ζωής και του θανάτου που ανταλλάσσουν τους δεσμώτες τους
Στα κινούμενα σταυροδρόμια σου.

Να σας ονομάσω φαντάσματα,
Αμαγάλματα σκότους
Σε αναζήτηση σώματος,
Μιας φτωχής ηδονής,
Εσάς που οι πιο σφοδροί σας πόθοι
Θολώνουν τον ουράνιο καθρέφτη
Χωρίς να μπορούν να καθρεφτιστούν μέσα του.
Προσμένετε τη γέννηση
Μιας σελήνης με ράμφος κύκνου
Ή ενός άστρου σε αναμονή
Πίσω από ένα ουράνιο σημείο,
Προσμένετε μιαν αυγή
Κι έναν ήλιο που να ταπεινώνουν λιγότερο
Ή ίσως μια μικρή βροχή
Για να γλιστρήσει αθέατη
Στις άχαρες κατοικίες μας
Η νομάδα σας λεπτή ψυχή
Που την τρομάζουν οι ζωντανοί
Με την αφοσίωση της καρδιάς τους
Με τα κόκαλά τους στερεωμένα κάτω από ωραία σκέπη,
Όλοι ετούτοι οι άνθρωποι που φωνασκούν με το εκφραστικό τους στόμα
Κι είναι περήφανοι για τις άγρυπνες, ύπουλες σκέψεις τους,
Για το βλέμμα τους που διατρέχει τον ορίζοντα ακούραστα.

*

Αιχμή φλόγας


Όλη του τη ζωή
Του άρεσε να διαβάζει
Μ’ ένα κερί
Και συχνά περνούσε
Το χέρι πάνω απ’ τη φλόγα
Για να πειστεί
Πως ζούσε,
Πως ζούσε.

Από τη μέρα του θανάτου του
Έχει στο πλευρό του
Ένα κερί αναμμένο
Αλλά κρατάει κρυμμένα τα χέρια.

*

Είμαι τόσο μακριά από σας σε τούτη τη μοναξιά
Που για να σας φτάσω
Πλησιάζω το θάνατο στη ζωή μια στιγμή
Και σας αρπάζω τα χέρια, μικρά οστά αγαπημένα.

*

Μέσα στο δάσος το άχρονο
Κόβουν ένα μεγάλο δέντρο.
Ένα κατακόρυφο κενό
Σε σχήμα στύλου τρέμει
Πλάι στον κορμό που κείτεται.

Ψάξτε, ψάξτε πουλιά
Τη θέση της φωλιάς σας
Σ’ αυτή την υψηλή ανάμνηση
Όσο θροΐζει ακόμα.

*

Μένει μόνο ένα καθάριο στήθος αμετακίνητο στη μνήμη
Και το αγκάλιασμα γυμνών χεριών που χρωματίζει φως αρχαίο,
Πυκνά μαλλιά πάνω από μέτωπο χλιαρό ακόμα
Σε πείσμα του χρόνου που δεν μπορεί πια τίποτα ενάντιά του.
Κι αυτή η διχασμένη ανάμνηση αντιστέκεται σκληρά στη λήθη
Στο βάθος μιας απόλυτης σιγής, μοναδικού φρουρού σ’ αυτά τα μέρη.

*

Ο περιπλανώμενος


Έχω, αλίμονο, τόσες φορές αλλάξει ουρανό,
Αλλάξει τρόμο και αλλάξει πρόσωπο,
Που δεν καταλαβαίνω την καρδιά μου πια
Έτσι που πάντα περιορίζεται στην ίδια τη σφαγή της.



Ζιλ Σουπερβιέλ, Ποιήματα, μτφρ. Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδ. Printa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου