'Ὑπάρχει ὅμως μιά μορφή ὅπου οἱ μεγάλες αὐτές πράξεις χάνουν κάτι ἀπό τήν πειστικότητά τους, ὅπου φανερώνονται καί ἀναιροῦνται μέσα στήν πραγματική τους κενότητα: καί εἶναι αὐτή πάλι ἡ μορφή τῆς πόρνης. «[...] Σ’ αὐτήν τό μεγαλεῖο δέν ἔχει ἀξιώσεις, κάθε μεγαλεἰο μπροστά της σταματᾶ». Ὄντας, ὅπως εἴδαμε, μέσα στήν παντοδυναμία τῶν μεταμορφώσεών της ἡ μεταφορά τῆς ἀπόλυτης ἀφαίρεσης, τῆς καθολικῆς ἀνταλλακτικῆς ἀξίας χωρίς ἄλλη εἰδική ἀξία χρήσεως, τοῦ σχήματος πού μπορεῖ νά πάρει κάθε περιεχόμενο ἀκριβῶς γιατί ὑφίσταται ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτό, κατά τή θεατρική ἐνσάρκωση στήν ὁποία ὑπό φετιχιστικές συνθῆκες ὑπόκεινται τά πάντα, ἐκείνη μένει στόν ἴδιο της τόν ἑαυτό γιατί εἲναι ἀπό μόνη της τό θέατρο. Ἄν, ὅπως ἐδῶ ἐπιχειρήθηκε, ἡ φιλοσοφία τοῦ δικαίου τοῦ Μπένγιαμιν μπορεῖ νά διαβαστεῖ μέσα ἀπό τή δική της φιγούρα, εἲναι διότι ἡ μεταφορική της σχέση πρός τό δίκαιο εἲναι ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀλληγορικῆς τῆς σχέσης πρός τή δικαιοσύνη. «Τό κάθε πρόσωπο, τό κάθε πράγμα μπορεῖ νά σημαίνει ἕνα ὁποιοδήποτε ἄλλο. Ἡ δυνατότητα αὐτή ἐκφέρει μιά καταστροφική μά δίκαια ἐτυμηγορία γιά τόν βέβηλο κόσμο. Γίνεται ὅμως [...] ἀπαραγνώριστο ὅτι ὅλος αὐτός ὁ ἐξοπλισμός τῆς σημασίας, καθώς ὑποδεικνύει κάτι ἄλλο, κερδίζει μιά δύναμη, πού τόν κάνει νά ἐμφανίζεται μή σύμμετρος πρός τά βέβηλα ἀντικείμενα καί μπορεῖ νά τά ἀνυψώνει σέ μιά ἀνώτερη βαθμίδα καί μάλιστα νά τά ἐξαγιάζει» —αὐτό δέν εἶναι βέβαια παρά ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐργασία του Β. Μπένιαμιν γιά τό γερμανικό μπαρόκ δράμα, στό «Κεντρικό Πάρκο» ὡστόσο διαβάζουμε ὅτι «[...] ἡ ῏πόρνη κληρονόμησε ὅλες τίς ἐξουσίες τῆς μπαρόκ ἀλληγορίας». Ὡς στοχαστής τοῦ δικαίου, τῆς ἱστορίας καί τοῦ μοντέρνου, ὁ Β. Μπένγιαμιν δέν ἔτρεφε τήν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐμπορευμάτων θά μποροῦσε νά ἡττηθεῖ ἀπό μιά ἠθική στροφή στήν αὐθεντική ἀξία χρήσης τῶν πραγμάτων, πρό πάντων, ὅπως φανερώνει ἡ διαλεκτική φυσικοῦ καί θετικοῦ δικαίου, ἀπό τή στιγμή πού ἡ χρηστικότητά του, ἡ συγκέντρωση σέ αὐτό ὡς μέσο, συνιστᾶ τό πρῶτο βῆημα τῆς φετιχιστικῆς ἀνατίμησής του σέ σκοπό. Ἔβλεπε ὡστόσο μέσα στήν τέλεια πραγμοποίηση τήν παρουσία μιᾶς ἀνομολόγητης ἐλπίδας ὅτι ἡ ἀποκέντρωση τοῦ πράγματος μπορεῖ καί νά τό ἀπαλλάξει ἀπό τόν καταναγκασμό νά εἶναι χρηστικό, ἀπό τό ἴδιο κατ’ ἐπέκταση τό ἰδιοκτησιακό του καθεστώς. Ἡ ἐκθετική ἀξία τῆς πόρνης τήν κάνει μέν ἐμπόρευμα, σέ τέτοιο ὅμως βαθμό ὥστε νά μήν μπορεῖ πλέον νά πουληθεῖ. Διαβάζει λοιπόν κανείς στόν Μπένγιαμιν ἕνα ἀντίστοιχο τῆς μαρξικῆς πίστης στήν πτωτική τάση τοῦ μέσου ποσοστοῦ κέρδους, ἡ ὁποία ἔθετε ὅλες τίς ἐλπίδες της στήν αὔξηση τῆς σχετικῆς ἀξίας τοῦ νεκροῦ ἔναντι τοῦ ζωντανοῦ, μόνο πού ἐδῶ τή θέση τῆς σταδιακῆς πτώσης καταλαμβάνει ἕνας αἰφνίδιος θάνατος. Γιατί κατά μιά ἀκόμη ἔννοια ἡ φιγούρα τῆς πόρνης εἲναι ἱστορικά καθ’ ἑαυτήν ἀλληγορική: τῆς μεταφρασιμότητας τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δυνατοτήτων της σέ μιά ἐξίσου αὐθαίρετα δυνατή ἀνατροπή τῆς τάξης τοῦ δικαίου ὡς τέτοιου ἀνά πᾶσα στιγμή. Βεβαίως, μιά φιλοσοφία τοῦ δικαίου ὅπου τό σχῆμα τῆς ἐφαρμογῆς ἀποτιμᾶται ὡς ματαίωση τῆς δικαιοσύνης, γιά ἕναν τέτοιο θάνατο χωρίς μαρασμό δέν μπορεῖ νά βρεῖ καμιά συγκεκριμένη πρακτική συμβουλή. Βρίσκει ἕνα καί μοναδικό: τήν ἀπόφαση γιά τήν έπιλογή μιᾶς θέσης, τῆς θέσης τῶν ἡττημένων ἀπό τήν ἱστορία ὡς μοίρα, δηλαδή ἀπό τή βία τοῦ δίκαιου. Φέρνει, τέλος, καί ὁ Μπένγιαμιν γιά μιά άκόμη φορά τόν δίκαιο καί τήν πόρνη ἀντιμετωπους, ὁ μεταξύ τους διάλογος εἶναι ὅμως καινούργιος:
   «—Ὅλες οἱ γυναῖκες πού πάω μαζί τους εἲναι σάν κι ἐσένα. Μέ γέννησαν νεκρό καί θέλουν νά λάβουν κάτι νεκρό κι ἀπό μένα.
   —Ἐγώ ὅμως εἶμαι ἡ πλέον θαρραλέα τοῦ θανάτου [die Todesmutigste]».
   Ἡ εἰκόνα τῆς μέλλουσας δικαιοσύνης ὡς ἑνός «ἀσυννέφιαστου βασιλείου τῶν ἀγαθῶν, πάνω στά ὁποῖα δέν πέφτουν τά χρήματα βροχή» σάν ἀντικείμενο τῆς ἑπιδίωξης τῶν δικαίων «τοῦ κατώτου» εἲναι ἡ ἐπίγνωση ὅτι ἡ ὠριγένεια λάμψη τῶν δικαίων βρίσκει ἀνταπόκριση στήν ἐπαναστατική μπρεχτική οὐτοπία μιᾶς βροχῆς «ἀπό τά κάτω πρός τά πάνω», ἀντί ἐκείνης πού πέφτει ἀδιάκτριτα ἐπί δικαίων καί ἀδίκων. Διότι ἡ ἔξοδος ἀπό τήν ἀλλοτρίωση γιά τόν Μπένγιαμιν δέν συλλαμβάνεται ὡς ἠθική θεραπεία τῆς ἀκολασίας ἀπό τήν ἀγνότητα, οὔτε κάν ὡς χάρη, ὅρο ὑπό τόν ὁποῖο ὁ Νίτσε κατανοοῦσε μιάν αὐτοαναίρεση τῆς δικαιοσύνης βασισμένη στό προνόμιο τῶν ισχυρῶν, ἀλλά ὡς μιά «ἐπίδραση ἀπό τό κατώτερο πρός τό ἀνώτερο». Δέν σώζει ὁ δίκαιος τήν πόρνη, ἀλλά ἡ πόρνη σώζει τόν δίκαιο.'


Γιώργος Σαγκριώτης, Ο Δίκαιος και η Πόρνη: Όψεις της Σχέσης Ανάμεσα στη Θεωρία του Δικαίου του Βάλτερ Μπένγιαμιν και στο Passagen-Werk, εκδ. Έρασμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου