'Εἶχε ἀρκετὸ καιρὸ νὰ βγεῖ. Προσπαθώντας νὰ περιορίσει τὶς ἐξόδους της στὸ ἐλάχιστο καὶ στὸ ἀπολύτως ἀναγκαῖο, ἔκανε πριμήθειες γιὰ ὅσο περισσότερες μέρες μποροῦσε· γιὰ ὅσες δὲν ἦταν δυναρὸν νὰ γίνουν τηλεφωνικῶς, ἀναγκαζόταν νὰ βγαίνει ἡ ἴδια. Αὐτὲς οἱ ἀναπόφευκτες ἔξοδοι τὴν συνέτριβαν ἀρκετὲς μέρες πρὶν τὶς ἐπιχειρήσει, ἀλλὰ καὶ κάθε φορὰ ποὺ γύριζε πίσω, δὲν τῆς ἦταν εὔκολο νὰ ἐπαναφέρει γρήγορα τὴν κλονισμένη ἰσσοροπία της. Ὅσο ὅμως κι ἄν ἔδινε δίκιο στὸν ἑαυτό της γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιδροῦσε σὲ ὅλα αὐτὰ καὶ σὲ ἄλλα, ὡστόσο ἔβρισκε πὼς ἡ ἀντίδρασή της εἶχε καὶ κάτι ἄστοχο, κάτι ποὺ δὲν ἦταν σὲ πλήρη ἀντιστοιχία μὲ τὰ πράγματα, κάτι ὑπερβολικό, ἴσως καὶ ἀφύσικο, ποὺ τὸ ἀληθινό του αἴτιο ἐνδέχεται νὰ μὴν ἦταν αὐτὸ ποὺ πίστευε ἡ ἴδια, κάτι πιὸ κρυφὸ ποὺ δὲν τολμοῦσε νὰ τὸ παραδεχθεῖ καὶ νὰ τὸ ἐντάξει στὴν ζωή της, ἤ ἔστω νὰ τὸ ἀντιμετωπίσει ψύχραιμα, καὶ ποὺ ὅλο τὸ ἀπέφευγε δίνοντάς του ἑρμηνεῖες καὶ ὀνομασίες ποὺ δὲν ἦσαν οἱ δικές του. Ἐντούτοις, κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ νηφάλια διαπίστωση δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ συγκρατήσει τὸν ἐπιταχυνόμενο ρυθμὸ ὁ ὁποίος, στὸ τέλος, ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀδιερεύνητος, σὰν τὴν ὁμαδικὴ κίνηση μιᾶς ἀνθρώπινης μάζας ποὺ, ἐρεθισμένη ἀπὸ δημεγερτικὰ συνθήματα καὶ φανατικὲς παραινέσεις, φτάνει στὸ παραλήρημα καὶ ξεσπάει σὲ ἀκραῖες πράξεις ποὺ τὸ αἴτιό τους ἔχουν στὴν ἀπὸ ἄμβωνος παρακίνησή τους, πάντα κυριαρχοῦσε μέσα της καὶ μάλιστα τόσο ὁλοκληρωτικὰ ὤστε, κάποια στιγμή, συνεπαρμένη ἀπὸ τὴν ξέφρενη φορά του, δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τοῦ προβάλει καμία ἀντίσταση, σὰν νὰ τὴν ἐξουσίαζε τὸ ἀκριβῶς ἀντίστροφο ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε νὰ αἰσθάνεται μειονεκτικά, ὅτι ἀνήκει σὲ ἕνα κατώτερο εἶδος, ἄξια τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο τῆς φέρεται ἀκόμη κι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός της.'

Δημήτρης Δημητριάδης, Η Μεταφορά, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου