'Στο βάθος, αυτό που επιδιώκω με τη φωτογραφία που μου βγάζουν (η «πρόθεση» σύμφωνα με την οποία την κοιτάζω), είναι ο Θάνατος: ο Θάνατος είναι το είδος αυτής της φωτογραφίας. Έτσι, παραδόξως, το μόνο πράγμα που ανέχομαι, που μ’ αρέσει, που μου είναι οικείο, όταν με φωτογραφίζουν, είναι ο κρότος της συσκευής. Για μένα, το όργανο του Φωτογράφου δεν είναι το μάτι (αυτό με τρομάζει), είναι το δάχτυλο: αυτό που συνδέεται με το επίσχεστρο του διαφράγματος, με το μεταλλικό γλίστρημα της πλάκας (όταν η συσκευή έχει ακόμα πλάκες). Μ’ αρέσουν αυτοί οι μηχανικοί κρότοι σχεδόν με ηδονικό τρόπο, λες και, από τη Φωτογραφία, ήταν αυτό ακριβώς ─και αυτό μόνο─ στο οποίο γαντζώνεται η επιθυμία μου, καθώς σπάζουν με το ξερό πλατάγισμά τους το θανατηφόρο στρώμα της Πόζας. Για μένα, ο αχός του Χρόνου δεν είναι λυπητερός: μ’ αρέσουν οι καμπάνες, τα ρολόγια, τα εκκρεμή─ και θυμάμαι πως αρχικά το φωτογραφικό υλικό είχε σχέση με την τεχνική της ξυλουργικής και των μηχανών ακριβείας: οι φωτογραφικές μηχανές ήταν, στην ουσία, οπτικά ρολόγια και ίσως, μέσα μου, κάποιος πολύ παλιός ακούει ακόμα μέσα στη φωτογραφική συσκευή τον ζωντανό βόμβο του ξύλου.'

  'Στη Φωτογραφία, η παρουσία του πράγματος (σε ορισμένη περασμένη στιγμή) δεν είναι ποτέ μεταφορική· και για ό,τι αφορά τα έμψυχα όντα, ούτε η ζωή τους, εκτός κι αν φωτογραφίζουμε πτώματα· και πάλι: αν η φωτογραφία γίνεται τότε φρικαλέα, είναι επειδή πιστοποιεί ─αν μπορούμε να το πούμε έτσι─ ότι το πτώμα είναι ζωντανό, ως πτώμα: είναι δηλαδή η ζωντανή εικόνα ενός πεθαμένου πράγματος. Διότι η ακινησία της φωτογραφίας είναι σαν το αποτέλεσμα μιας διάστροφης σύγχυσης δύο εννοιών: του Πραγματικού και του Ζωντανού: η φωτογραφία, επιμαρτυρώντας ότι το αντικείμενο ήταν πραγματικό, μας σπρώχνει κρυφά να πιστέψουμε ότι είναι αληθινό, πέφτοντας στην παγίδα, που μας κάνει ν’ αποδίδουμε στο Πραγματικό μιαν απόλυτα ανώτερη, καθότι αιώνια, αξία· απωθώντας όμως τούτο το πραγματικό προς το παρελθόν («αυτό υπήρξε»), μας υποβάλλει την ιδέα ότι είναι κιόλας νεκρό. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να λέμε πως το αμίμητο γνώρισμα της Φωτογραφίας (το νόημά της) είναι ότι κάποιος είδε το ανάφορο (έστω κι αν πρόκειται για αντικείμενα) με σάρκα και οστά, ή και αυτοπροσώπως. Η Φωτογραφία άρχισε, άλλωστε, ιστορικά ως μια τέχνη του Προσώπου: της ταυτότητάς του, του ιδιωτικού του είναι, αυτό που θα μπορούσαμε ν’ αποκαλέσουμε, με όλες της σημασίες της έκφρασης, ιδιαιτερότητα του σώματος. Κι εδώ πάλι, από μια φαινομενολογική άποψη, ο κινηματογράφος αρχίζει να διαφορίζεται από τη Φωτογραφία διότι ο κινηματογράφος (της φαντασίας) σμίγει δύο πόζες: το «αυτό υπήρξε» του ηθοποιού και το «αυτό υπήρξε» του ρόλου, έτσι που (πράγμα που δε θα ένιωθα μπροστά σ’ έναν ζωγραφικό πίνακα) δεν μπορώ ποτέ να βλέπω ή να ξαναβλέπω σ’ ένα φιλμ ηθοποιούς που ξέρω πως έχουν πεθάνει δίχως κάποια μελαγχολία: την ίδια τη μελαγχολία της Φωτογραφίας.'

  'Η Φωτογραφία δεν εκφράζει (αναγκαστικά) αυτό που έπαψε να υπάρχει, παρά μόνο και σίγουρα αυτό που υπήρξε. Αυτή η λεπτολογία είναι αποφασιστικής σημασίας. Μπρος σε μια φωτογραφία, η συνείδηση δεν παίρνει σώνει και καλά τον νοσταλγικό δρόμο της ανάμνησης (πόσες φωτογραφίες είναι έξω από τον ατομικό χρόνο), αλλά, για κάθε φωτογραφία που υπάρχει στον κόσμο, το δρόμο της βεβαιότητας: η ουσία της Φωτογραφίας είναι να επικυρώνει εκείνο που παρασταίνει. […] Τούτη τη βεβαιότητα κανένα γραφτό δεν μπορεί να μου τη δώσει. Το κακό (αλλά και η ηδονή) για τη γλώσσα είναι ότι δεν μπορεί ν’ αποδείξει η ίδια την αυθεντικότητά της. Το νόημα της γλώσσας είναι ίσως αυτή ή αδυναμία ή, για να το πούμε με θετικό τρόπο: η γλώσσα είναι, από τη φύση της, πλασματική· για να κάνουμε τη γλώσσα μη πλασματική μας χρειάζεται ένα πελώριο σύστημα μέτρων: επιστρατεύουμε τη λογική ή, ελλείψει αυτής, τον όρκο ενώ η Φωτογραφία είναι αδιάφορη σε κάθε λογής διαμεσολάβηση: δεν εφευρίσκει· είναι το ίδιο το τεκμήριο της αυθεντικότητας· τα ─σπάνια─ τεχνάσματα που επιτρέπει, δεν έχουν αποδεικτική ισχύ, είναι, αντίθετα, παραποιήσεις: η φωτογραφία δεν είναι δημιουργική παρά μόνο όταν κάνει ζαβολιές. Είναι μια προφήτισσα από την ανάποδη, σαν την Κασσάνδρα, αλλά με τα μάτια στραμμένα στο παρελθόν, δεν ψεύδεται ποτέ: ή μάλλον, μπορεί να πει ψέματα για το νόημα του πράγματος, μια κι είναι από τη φύση της προεσκεμμένη, ποτέ για την ύπαρξή του. Αν και ανίκανη για γενικές ιδέες (για επινοήσεις), η δύναμή της είναι ωστόσο ανώτερη από καθετί που μπορεί ή μπόρεσε να συλλάβει το ανθρώπινο πνεύμα για να μας κάνει βέβαιους για την πραγματικότητα─ αλλά η πραγματικότητα αυτή δεν παύει να είναι μια σύμπτωση («έτσι, χωρίς τίποτε περισσότερο»).'


Ρολάν Μπαρτ, Ο Φωτεινός Θάλαμος, μτφρ. Γιάννης Κρητικός, εκδ. Κέδρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου