Αυτός εκεί
ο συγκεκριμένος άνθρωπος
είχε μια συγκεκριμένη ζωή
με συγκεκριμένες πράξεις.
Γι’ αυτό και
η συγκεκριμένη κοινωνία
για το συγκεκριμένο σκοπό
τον καταδίκασε
σ’ έναν αόριστο θάνατο.

*

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι απ’ τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα ─αυτά που μ’ άφησαν─
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι ─όχι πως φοβάμαι─
μα να, θέλω να σου πω πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα, όπως εγώ
─γιατί εγώ δεν πρόλαβα─
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί
θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ’ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό ─μην τους πιστέψεις!─
προβοκάτορας.


από τη συλλογή Τρία Κλικ Αριστερά (1978)

* * *

Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι, Μαρία.
Θυμάσαι, Μαρία, στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη;
─μη βλέπεις εμένα─ μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα.
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς,
δε θα βγαίνουν στην τύχη.
Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απ’ έξω.
Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα ‘μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι ─σκέψου!─ θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες.
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή - κέρδος - εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι, Μαρία, ─δε θέλω να λέω ψέματα─
δύσκολοι καιροί.
Και θα ‘ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω ─μην περιμένεις κι από μένα πολλά─
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κράτησα καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.


από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) 

* * *

Σάββατο να 'ναι ή Κυριακή... αυτές οι μέρες μοιάζουν.
Ξεφόρτωσε το τρένο στο σταθμό
παιδάκια που δεν ξέρανε πού τα πηγαίνουν
χαμηλά σύννεφα και λυπημένους επιβάτες...
Ένα τάλιρο πού δεν πέρναγε
κατρακύλησε από την τρύπια τσέπη του επικεφαλής
με λιωμένη πάνω του την κεφαλή τού Βασιλέα.
Αυτός που είχε έρθει αντί για σένα να με βρει
έσκυψε και το σήκωσε.
Στην Ιστορία
ποτέ
κανένας αντιπρόσωπος
δεν έχει πάρει είδηση πώς όλα παν κι αλλάζουν.
Μπορεί όμως και να 'τανε Κυνηγός Κεφαλών.
Σε τέτοιους πρόστυχους καιρούς
πρέπει να είσαι έτοιμος όλα να τα περιμένεις.
Κάτω στο κέντρο βαθιά ήταν όλα βαριά
κι η γλώσσα μπερδεμένη.
Στο στενό εδώ φάτσα στο σταθμό
κάτω απ' το μαξιλάρι τού (πρώην ΠΕΡΑΝ)
ΟΤΕΛ ΤΕΣΣΑΛΙΚΟΝ
κρυβόταν ντροπιασμένη
η διαφανής κιλότα μιας πόρνης πού εκπορνεύτηκε.
Πήρε ή πουτάνα άντρα αστυνόμο.
Κανείς δεν θα την τραγούδαγε πια.
Κι έτσι, όπως όλο και κατέβαιναν τα σύννεφα
και μας είχανε πάρει τα κεφάλια παραμάσχαλα
ξεφτισμένες ιδεολογίες
μια μακριά φωνή ανθρώπου που δεν πέθαινε ακούστηκε.
Κι ούτε που σήκωσα να δω τον ουρανό.
Δε λέει να βρέξει.

*

Κι όταν αρχίζει να στάζει ξανά
απ’ τ’ αντρικό καπέλο μου στο ξυρισμένο μου κρανίο
συνήθως όταν όλοι σας φεύγετε κι οι άλλοι κοιμούνται
δοξαστικές γυναικείες φωνές με προστάζουνε
να ξαπλώσω κάτω στο πάτωμα
να βγάλω να γεννήσω ψαλίδια
και ό,τι άλλα τόσους αιώνες παραφυλάνε μέσα μου
σύνεργα μεταλλικά
να πάρω απ’ την κουζίνα το τραπεζομάχαιρο
να του πάρω πέρα πέρα
το κεφάλι απ’ τούς ώμους το τηλέφωνο
να ξεκολλήσω απ’ τις πρίζες το τηλέφωνο
τα μαύρα γυαλιστερά όργανά του
το δάχτυλο χώνω στα στρογγυλά μάτια του
στον αριθμό μυαλό του
οι μπάτσοι με πολιτικά
μπλοκάρανε τα νούμερα
οι μπάτσοι με πολιτικά καλούν το νούμερό μου
οι φίλοι μου τώρα θα 'χουν όλοι κρεμαστεί
στα μακριά καλώδιά του
κανείς δεν απαντάει
ο ντίλερ καρφώνει τη σύριγγα στον αυτόματο τηλεφωνητή
σφίγγω το λουρί στο μπράτσο μου
«…στον επόμενο τόνο...»
ο φόβος γεννάει συνέχεια αυγά
γεμίζει το σπίτι τα δόντια οι σκάλες τα μαλλιά
αργά αίματα
έχει φύγει τώρα ο ήχος έχει πάψει η ποίηση
γλιστράει απ’ την ερημιά και μπαίνει μέσα ή τρέλα.
Πού είσαστε; Πού πήγατε;
Κανείς δεν με θυμάται...

*

Κουρελιασμένοι απ’ τ’ αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ’ το ξέφρενο κυνηγητό
τις ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις…


από τη συλλογή Το Ξύλινο Παλτό (1982)

* * *

Όσοι –από εκείνο –το σπάνιο είδος ανθρώπων- είχανε για όραμά τους-
να γίνουνε πουλιά
και –όσοι –από τις στέγες –δεν υπάκουσαν και δεν άνοιξαν τα φτερά
στις προσταγές των γαλάζιων ουράνιων Θείων
ακίνητοι –κατά κοπάδια –κάθισαν –μελετώντας ξανά –των αποδημητικών τις φωνές
στα ηλεκτροφόρα καλώδια –των δημοσίων ψυχιατρείων.
Στων κομπιούτερ τα δάση βαθιά –οι τεχνοκράτες κυνηγοί –παρακολουθούσανε
από μακριά–
ομαδικές αυτοκτονίες αλληλεγγύης σπουργιτιών
για δεν μπορέσανε να σώσουνε το σπάνιο –εκείνο –ανθρώπων το είδος
και τα μικρά φτερωτά τους κεφάλια τσακίζανε σε καταψύκτες ψυγείων.


από τη συλλογή Απόντες (1986) 

* * *

Θα μπορούσε αυτό το σπίτι, εξωτερικά τουλάχιστον, να είναι γαλήνιο, αν δεν ήταν, μέρα μεσημέρι, το έξω φως της πόρτας αναμμένο. Τα φώτα αναμμένα την ημέρα μου δημιουργούν ένα βαρύ καταθλιπτικό συναίσθημα. Αρχίζει με ταχυπαλμία για να φτάσω να μη χτυπάει καθόλου η καρδιά, ύστερα σταυρώνω τα χέρια και πεθαίνω, αλλά δεν είναι, γιατί βλέπω πολύ καθαρά διάφορα πελώρια ζώα να κάνουν έρωτα στο κρεβάτι. Ίσως ξεκινάει από τα φώτα των αυτοκινήτων, για να γίνουν ορατά, με κάποιον ετοιμοθάνατο μέσα. Είχα τύχει σ’ ένα χοντρό μποτιλιάρισμα στην Αλεξάνδρας, κάποιος οδηγούσε μεθυσμένος στην αντίθετη λωρίδα και μπλοκάρισε όλη την περιοχή. Και μέσα σ' ένα ταξί, με τα φώτα όλα αναμμένα, μια κυρία, μητέρα, κράταγε με ένα ματωμένο μαντίλι τα σαγόνια ενός παιδιού καθώς κοίταζε έξω. Πιστεύω πως με χαιρέτησε.
   Τώρα, στο σπίτι που μ’ έχει κρύψει η φίλη μου, σβήνω πάντα το φως και τριγυρνάω συνέχεια μ' ένα μικρό καφέ κερί, να περάσω μέσα από τη λίμνη χωρίς να σβήσει η φλόγα του, σ' έναν παλιό νοσταλγίας καθρέφτη. 


από τη συλλογή Νόστος (1990)

* * *

ΜΟΝΑΔΑ ΟΞΕΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ, ΔΑΦΝΙ; 


Μαύρο, σπυριασμένου κοράκου φτερό, κλείνει
το τρίτο του μάτι.

Τώρα είμαι έτοιμη.

Με τα μακρουλά σας πρόσωπα, τα μυτερά σαγόνια
με ξεραμένα αίματα και σπέρματα χολής αλειμμένα
ε, σταθείτε πιο κει.
Σταθείτε μακριά από μένα.

Οι προσευχές σας κάνουνε το τρίχωμα των άγριων ζώων όρθιο να στέκεται
και τα ελάφια απεγνωσμένα τα πάναγνα κεφάλια τους να σπαν
με μεγάλα δάκρυα σιωπής
πάνω σε χάρτινα ντεκόρ, για γύρισμα στημένα.

Τώρα είμαι σχεδόν έτοιμη. Σχεδόν καλά νιώθω.

Αυτός ο πρόλογος
σημάδι κάποιας εποχής
επίλογος της έκλειψης ενός ακόμα βιβλίου
κομποσκοίνι κι ευχή
ογδόντα οχτώ οι πλάκες του δημόσιου ψυχιατρείου.

Δεν μπορώ, δε γίνεται να σηκωθώ. Δε γίνεται να φάω.

Εκ γονιδίου, βαθύ καρφί από γονίδιο, η ψυχολογική χαρμάνα.


από τη συλλογή Με Λένε Οδύσσεια (2002)




Κατερίνα Γώγου, Τώρα να Δούμε Εσείς Τι θα Κάνετε: Ποιήματα 1978 – 2002, εκδ. Καστανιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου