'Το τέλος των ληστών έχει φτάσει, και γι’ αυτό θέλουν να έρθει ταυτόχρονα και το φυσικό τους τέλος· επιθυμούν ο βιολογικός τους θάνατος να συμπέσει με τον αληθινό τους θάνατο, που είναι το τέλος της συμμορίας τους. Αποφασίζουν να μην πέσουν στην παγίδα «της θέσης των ηττημένων από την ιστορία ως μοίρα», ως φυσική (και όχι ηθική) ενοχή «η οποία πέφτει πάνω στα ανθρώπινα όντα όχι εξαιτίας κάποιας απόφασης ή δράσης αλλά εξαιτίας της ατέλειας και της εορταστικής ευδαιμονίας» προτιμούν τον αξιοπρεπή και χαρούμενο θάνατο από τη «γυμνή ζωή», από μια ζωή χωρίς νόημα και αξία, από έναν ανέξοδο κυνισμό-μηδενισμό, από μια φαύλη αέναη ανακύκληση του εαυτού και του κόσμου. Περιφρονούν το χρήμα που τους περιμένει θαμμένο, γιατί μεγαλύτερη δύναμη έχει ένας θάνατος με νόημα αφού μια ζωή άξια να βιωθεί είναι πλέον αδύνατη. Επιλέγουν το πώς θα πεθάνουν, και αξιώνουν να πεθάνουν για το λόγο-υπόσχεση και το συντροφικό δεσμό με τη συμμορία· συντροφικότητα άλλωστε σημαίνει κοινή διακινδύνευση και κοινή μοίρα.
   Με βάση τα παραπάνω, στο πεδίο της μάχης αποτυπώνεται μια διττή διαπάλη: τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική. Αφορά αφενός τον εσωτερικό κώδικα και την ηθική συνείδηση, την αυτοεκτίμηση και την αποφυγή της πλήρους εξαχρείωσης και αφετέρου την τραγική σύγκρουση με το Χρόνο και την αποφυγή της Ιστορίας ως Μοίρας. Οι ληστές λυτρώνονται από τις ενοχές τους και ταυτόχρονα διαρρηγνύουν την αλυσίδα της Μοίρας-Ενοχής. Η στάση τους όμως αυτή δεν είναι ηρωική, ούτε και άπτεται της Δικαιοσύνης. Γιατί ο «ήρωας» συγγενεύει με το Απόλυτο-Θεό, έχει δυνατότητες που δεν καθορίζονται κοινωνικό-ιστορικά -με ένα προμηθεϊκό άλμα πηδάει έξω από την ιστορία-, είναι το αυτάρκες, αυτοτελές, πανίσχυρο υποκείμενο που αυτοθυσιάζεται στο βωμό των κυρίαρχων αφαιρέσεων· η δε «Δικαιοσύνη» έχει κι αυτή υπερβατικές, αναγώγιμες, διαστάσεις και πάντα απονέμεται από «ήρωες», από μικρούς Κυρίους. Οι ληστές λοιπόν δεν γίνονται ήρωες ούτε Δίκαιοι και άγιοι, παραμένουν γήινοι, βρώμικοι και κολασμένοι. Άλλωστε: «[Η] έξοδος από την αλλοτρίωση […] δεν συλλαμβάνεται ως ηθική θεραπεία της ακολασίας από αγνότητα […] αλλά ως μια “επίδραση από το κατώτερο προς το ανώτερο”. Δεν σώζει ο δίκαιος την πόρνη, αλλά η πόρνη τον δίκαιο.» ήτοι, δεν σώζουν οι μεξικάνοι επαναστάτες την άγρια συμμορία, αλλά η συμμορία απαλλάσσει τον Άνχελ από τα βασανιστήρια και έναν ατιμωτικό θάνατο και τους επαναστάτες από την κυριαρχία του Μαπάτσε.
   Οι ληστές είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν, αλλά όχι μόνοι τους. Η μπάσταρδη βία τους, εξιλεωτική («θεϊκή βία») και αιματηρή («μυθική βία») ταυτόχρονα, θα συμπαρασύρει και τον «ένοχο» κόσμο γύρω τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απονέμουν Δικαιοσύνη ή ότι ταυτίζονται υποκειμενικά με τους επαναστάτες και την Επανάσταση. Η δράση-εκδήλωση που συνάδει με την αμφίθυμη ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα τους και την αντιφατικά βιωμένη ιστορική εμπειρία τους, αλλά ταυτόχρονα την ξεπερνά, είναι μια «kill ‘em all and raise hell» εξέγερση (σπείρε την κόλαση Πάικ, θα κραυγάσει ο Ντατς), μια ανελέητη, (αυτό)καταστροφική και κολασμένη (αυτό)κριτική των όπλων, και μάλιστα των πλέον προηγμένων κι εκσυγχρονισμένων (γερμανικό οπλοπολυβόλο)· μια δράση εγωιστική μα ταυτόχρονα αλληλέγγυα, απεγνωσμένη μα γεμάτη ζέση, χαρά και δύναμη, αυτοκτονική μα λυτρωτική, καταστροφική μα δημιουργική, μια δράση εντός-πέραν-και ενάντια στο μηδενισμό. «Η απαξίωση και αναβάθμιση του βέβηλου κόσμου […] αποτελούν όψεις μια και της αυτής [διαλεκτικής] κίνησης».
   Στο τέλος της ταινίας εκρήγνυνται τα προσωπικά και συλλογικά τους αδιέξοδα, οι ενοχές και οι αντιφάσεις τους, μα η έκρηξη αυτή πυροδοτείται από έναν καταλύτη: την επιθυμία και απόφασή τους να πάνε κόντρα στη βία της «συνήθους πορείας των πραγμάτων» με τη συνειδητή ανάληψη των αντιφάσεων στο πεδίο της πράξης, της μετασχηματιστικής δραστηριότητας, το μόνο πεδίο όπου μπορούν να «λυθούν τα μάγια». Και η πράξις αυτή, υλικότατη και γήινη μα ταυτόχρονα «αλληλέγγυα με τη μεταφυσική τη στιγμή της πτώσης της», είναι η αλληλεγγύη.'

Mohado, Η Άγρια Συμμορία: Εξέγερση στην Κόψη του Χρόνου, εκδ. Στάσει Εκπίπτοντες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου