'Ποτέ πια δεν μπορούμε να ανακτήσουμε τα λησμονημένα. Και ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Το σοκ της επανεύρεσης θα ήταν καταστροφικό, που θα ήμασταν αναγκασμένοι να πάψουμε αμέσως να κατανοούμε τη νοσταλγία μας. Κι όμως την καταλαβαίνουμε: Όσο πιο βαθιά είναι θαμμένο το λησμονημένο μέσα μας, τόσο καλύτερα κατανοούμε αυτή τη μεγάλη επιθυμία. Όπως και η λησμονημένη λέξη που βρισκόταν ακόμα πριν από λίγο πάνω στα χείλη μας, που θα ‘δινε στη γλώσσα δημοσθένεια φτερά και θα την καθιστούσε έτοιμη να λύσει τα δεσμά της, το λησμονημένο μας φαίνεται φορτισμένο με όλη τη βιωμένη ζωή που μας υπόσχεται. Ίσως αυτό που κάνει το λησμονημένο τόσο βαρύ και φορτισμένο να μην είναι τίποτε άλλο από τα ίχνη των συνηθειών που χάθηκαν και μέσα στις οποίες δεν μπορούμε πλέον να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Ίσως η ανάμειξή του με τους κόκκους της σκόνης του διαλυμένου περιβλήματός μας να είναι το μυστικό της επιβίωσής του. Ό,τι κι αν είναι, για κάθε άνθρωπο υπάρχουν πράγματα που δημιουργούν πιο μακροχρόνιες συνήθειες απ’ ό,τι όλα τα άλλα. Είναι τα πράγματα που διαμόρφωσαν τις ικανότητες και καθόρισαν το σύνολο της ύπαρξής του. Και καθώς, όσο με αφορά, το διάβασμα και η γραφή ήταν αυτά που έπαιξαν σημαντικό ρόλο, τίποτε απ’ όλα αυτά που μου συνέβησαν τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, δεν ξυπνά τόσο μεγάλη νοσταλγία μέσα μου, όσο το κουτί με τα γράμματα της αλφαβήτου. Περιείχε, πάνω σε μικρά καρτελάκια, τα διάφορα γράμματα, το καθένα ξεχωριστά, σε χειρόγραφη μορφή, η οποία τα έκανε να φαίνονται πιο νεανικά και μάλιστα πιο παρθένα απ’ ό,τι τα τυπωμένα. Κείτονταν με λεπτότητα σε πλάγια θέση, το καθένα τέλειο και ολοκληρωμένο, συνδεδεμένα μεταξύ τους με τον εσωτερικό κανόνα της αλληλουχίας, τη λέξη στην οποία ανήκαν, σαν αδελφές. Θαύμαζα τον τρόπο με τον οποίο τόση απλότητα μπορούσε να συνδέεται με τόση μεγαλοπρέπεια. Αυτή η λέξη ήταν μια κατάσταση χάριτος. Και το δεξί μου χέρι που υπάκουα κόπιαζε να την αναπαραγάγει, δεν μπορούσε να την πετύχει. Έπρεπε να κάθεται απ’ έξω, σαν τον θυρωρό που αφήνει να περάσουν μόνο οι εκλεκτοί. Έτσι, το αλισβερίσι με τα γράμματα περιείχε μόνο άρνηση. Η νοσταλγία που το κουτί αυτό ξυπνά μέσα μου, αποδεικνύει πόσο πολύ ταυτισμένο ήταν με την παιδική μου ηλικία. Αυτό που πραγματικά αναζητώ σ’ αυτό είναι είναι όλη μου η παιδική ηλικία, αποτυπωμένη στην κίνηση με την οποία το χέρι έσπρωχνε τα γράμματα πάνω στις γραμμές, τακτοποιώντας το ένα μετά το άλλο για να σχηματίσουν λέξεις. Το χέρι μπορεί να ονειρεύεται ακόμα αυτή την κίνηση, αλλά δεν μπορεί πια να ξυπνήσει, για να την ολοκληρώσει πραγματικά. Έτσι, συχνά μπορώ ακόμα να ονειρεύομαι τον τρόπο με τον οποίο είχα μάθει να περπατώ. Αλλά αυτό δεν με ωφελεί σε τίποτε. Τώρα μπορώ να περπατώ, αλλά να μάθω να περπατώ, όχι πια.'

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Τα Παιδικά Χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου