'Φαινόταν ξεκάθαρα πως ήταν ζωντανή από το σταθερό τρεμόπαιγμα των μεγάλων ματιών, από το αδύνατο στήθος που υψωνόταν και κατέβαινε με μια ίσως δύσκολη ανάσα. Ποιος ξέρει όμως αν δεν είχε ανάγκη να πεθάνει; Γιατί είναι κάτι ώρες που ο άνθρωπος έχει ανάγκη έναν τοσοδούλη θάνατο και ούτε που το ξέρει. Όσο για μένα, αντικαθιστώ την πράξη του θανάτου με το σύμβολό του. Σύμβολο που μπορεί να συνοψιστεί σ’ ένα βαθύ φιλί, όχι όμως στον τραχύ τοίχο αλλά στόμα με στόμα στην αγωνία της ηδονής που είναι ο θάνατος. Εγώ, που συμβολικά πεθαίνω ξανά και ξανά μόνο και μόνο για την εμπειρία της ανάστασης. […]
   Προς το παρόν η Μακκαμπέα δεν ήταν παρά διάχυτο αίσθημα στα βρώμικα λιθόστρωτα. Θα μπορούσα να την αφήσω στο δρόμο και απλώς να μην ολοκληρώσω την ιστορία. Όχι όμως: θα πάω ως εκεί που ο αέρας σώνεται, θα πάω ως εκεί που η μεγάλη θύελλα κοπάζει ουρλιάζοντας, θα πάω ως εκεί που το κενό κάνει καμπύλη, θα πάω όπου με οδηγήσει η ανάσα μου. Θα με οδηγήσει άραγε η ανάσα μου στον Θεό; Είμαι τόσο αγνός που τίποτα δεν ξέρω. Ένα μόνο ξέρω: δεν πρέπει να δείχνω έλεος στο Θεό. Ή πρέπει;
   Ήταν τόσο ζωντανή που αργοσάλεψε και βόλεψε το σώμα σε θέση εμβρύου. […] Αγκαλιαζόταν μόνη της με τη λαχτάρα του γλυκού τίποτα. Ήταν καταραμένη και δεν ήξερε. Κρεμόταν από μια λεπτότατη κλωστή συνείδησης και νοερά επαναλάμβανε ασταμάτητα: εγώ είμαι, εγώ είμαι, εγώ είμαι. Ποια ήταν, αυτό ήταν που δεν ήξερε. Είχε πάει να γυρέψει στα ίδια τα βαθιά και μαύρα ενδόμυχα του εαυτού της την πνοή της ζωής που ο Θεός μας δίνει.
   Τότε ─ξαπλωμένη εκεί─ γνώρισε μια υπέρτατη υγρή ευτυχία, για ήταν γεννημένη για την αγκαλιά του θανάτου.[…] Θα έλεγε αντίο στον εαυτό της; Νομίζω πως δε θα πεθάνει γιατί έχει τόση λαχτάρα για ζωή. Και υπήρχε κάτι αισθησιακό στο πώς είχε κουλουριαστεί. Ή μήπως είναι γιατί ο προ-θάνατος μοιάζει με έντονη αισθησιακή ανησυχία; Γιατί η όψη της θύμιζε μορφασμό πόθου. Τα πράγματα είναι πάντοτε παραμονές και αν δεν πεθάνει τώρα βρίσκεται όπως εμείς στις παραμονές του θανάτου, συγχωρέστε μου που σας το θυμίζω γιατί εμένα δε μου συγχωρώ την ενόραση.
   Μια γεύση απαλή, ανατριχιαστική, παγερή και οξεία όπως στον έρωτα. Άραγε είναι αυτή η χάρις που εσείς λέτε Θεό; Ναι; Αν πέθαινε, στο θάνατο θα γινόταν από παρθένα γυναίκα. […] Ο αγώνας της να ζήσει έμοιαζε με κάτι που, αν ποτέ δεν το είχε δοκιμάσει, καθότι παρθένα, το διαισθανόταν τουλάχιστον, εφόσον τώρα μόνο καταλάβαινε πως η γυναίκα γεννιέται γυναίκα από το πρώτο πρώτο κλάμα. Μοίρα της γυναίκας είναι να είναι γυναίκα. Διαισθανόταν τη σχεδόν επώδυνη και βουερή στιγμή της ερωτικής παραζάλης. Ναι, οδυνηρή επανάνθηση τόσο δύσκολη που εκείνη της δινόταν με το σώμα και το άλλο πράγμα που εσείς λέτε ψυχή κι εγώ το λέω─ τι;
   Τότε η Μακκαμπέα είπε μια φράση που κανένας από τους περαστικούς δεν κατάλαβε. Είπε αργά και καθαρά:
   -Ως προς το μέλλον.
   […] Τι είναι αυτό που βλέπω τώρα και που με τρομάζει; Βλέπω πως ξέρασε λίγο αίμα, ευρύς σπασμός, τα ενδόμυχα ν’ αγγίζουν επιτέλους τα ενδόμυχα: νίκη!
   Και τότε─ τότε ο αιφνίδιος ρόγχος ενός γλάρου, ξάφνου ο αδηφάγος αετός να υψώνει πέρα στους αέρηδες τον τρυφερό αμνό, το λείο γατί να κατασπαράζει ένα τυχαίο βρωμερό ποντίκι, η ζωή τρώει τη ζωή.'

Κλαρίσε Λισπέκτορ, Η Ώρα του Αστεριού, μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου