'Η έννοια της πραγματικής αντίθεσης έχει χρήσιμη εφαρμογή και στην πρακτική φιλοσοφία. Το ελάττωμα (demetitum) δεν είναι απλώς και μόνο μια άρνηση, αλλά μια αρνητική αρετή (meritum negativum).  Το ελάττωμα λαμβάνει χώρα μόνο εφόσον υπάρχει σε ένα ον ένας εσωτερικός νόμος (είτε απλώς η συνείδηση, είτε η συνείδηση ενός θετικού νόμου) τον οποίον παραβιάζει. Αυτός ο εσωτερικός νόμος είναι θετικός λόγος μιας αγαθής πράξης, και για τούτο η συνέπεια δεν μπορεί παρά να είναι μηδέν, αφού εκείνη που θα προέκυπτε μόνο από τη συνείδηση του νόμου έχει αρθεί. Πρόκειται επομένως για μια στέρηση, για μια πραγματική εντίθεση, και όχι απλώς για μια έλλειψη. Και τούτο δεν αφορά μόνο τα σφάλματα ενέργειας (demerita commisions), αλλά και τα σφάλματα παράλειψης (demetrita ommisionis). Το ζώο που στερείται Λόγου δεν αναπτύσσει καμία αρετή. Η παράλειψη όμως αυτή δεν αποτελεί ελάττωμα (demeritum). Διότι δεν υπάρχει καμία παραβίαση ενός εσωτερικού νόμου. Το ζώο δεν ωθείται σε αγαθές πράξεις από κάποιο εσωτερικό ηθικό αίσθημα, και επομένως το μηδέν, ή η παράλειψη, δεν προσδιορίζεται ως συνέπεια μιας αντίστασης στον ηθκό νόμο, ή μιας αντιρρόπησης. Πρόκειται λοιπόν για μια άρνηση, ελλείψει θετικού λόγου, και όχι για μια στέρηση. Αντίθετα, ο άνθρωπος που εγκαταλείπει έναν άλλον στην απελπισία του, καίτοι μπορούσε εύκολα να τον βοηθήσει, αφουγκράζεται μέσα του τον θετικό νόμο της φιλαλληλίας· και αυτός ο νόμος πρέπει να υπερισχύσει. Άρα χρειάζεται μια πραγματική εσωτερική ενέργεια βάσει κινήτρων, προκειμένου η παράλειψη να είναι δυνατή. Αυτό το μηδέν είναι η συνέπεια μιας πραγματικής αντίθεσης. Ορισμένοι άνθρωποι αισθάνονται πράγματι λύπη στην αρχή, όταν παραλείπουν να πράξουν το αγαθό, στο οποίο τείνουν από ένα ενδιάθετο θετικό κίνητρο· η συνήθεια όμως τα απαλύνει όλα και η υπόθεση περνά εν τέλει σχεδόν απαρατήρητη. Συνεπώς τα αμάρτηματα ενέργειας δεν διαφέρουν από ηθική άποψη από τα αμαρτήματα παράλειψης ως προς το είδος, αλλά μόνο ως προς το μέγεθος. Από φυσική άποψη, δηλαδή σύμφωνα με τις εξωτερικές συνέπειες, διαφέρουν ως προς το είδος. Όποιος δεν πορίζεται τίποτε, υφίσταται τη δοκιμασία της έλλειψης, όποιος πέφτει θύμα κλοπής, τη δοκιμασία της αποστέρησης. Σε ό,τι αφορά όμως την ηθική κατάσταση εκείνου που διαπράττει ένα αμαρτημα παράλειψης, το αμάρτημα ενέργειας απαιτεί απλώς έναν υψηλότερο βαθμό πράξης. Όπως το αντίβαρο του μοχλού εφαρμόζει μια πραγμαιτκή δύναμη απλώς για να κρατά το φορτίο ακίνητο, και αρκεί μια οποιαδήποτε αύξηση του βάρους για να το θέσει σε κίνηση από την άλλη πλευρά· έτσι και εκείνος που δεν πληρώνει τα χρέη του, θα καταφύγει σε ορισμένες περιπτώσεις στην απάτη για να αποκομίσει κέρδος, και εκείνος που δεν προσφέρει τη βοήθειά του όταν μπορεί, θα οδηγήσει τους άλλους στην καταστροφή, μόλις αυξηθούν τα κίνητρά του. Αγάπη και μη αγάπη: η μία είναι το αντιφατικώς αντίθετο της άλλης. Η μη αγάπη είναι μια αληθινή άρνηση· από την άποψη όμως της συνείδησης μιας υποχρέωσης να αγαπούμε, η άρνηση αυτή είναι δυνατή μόνο μέσω μιας πραγματικής αντίθεσης, επομένως μόνο ως στέρηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, η μη αγάπη και το μίσος διαφέρουν μόνο ως προς τον βαθμό. Όλες οι παραλείψεις οι οποίες είναι ηθικές ατέλειες, αλλά όχι αμαρτήματα παράλειψης, είναι απλώς αρνήσεις μιας ορισμένης αρετής, και όχι στερήσεις ή ελαττώματα· όπως οι ατέλειες των αγίων και τα σφάλματα των ευγενικών ψυχών. Εκείνο που λείπει είναι ένας μεγαλύτερος βαθμός τελειότητας· και η ατέλεια δεν αποτελεί μια εκδήλωση αντενέργειας.'

Ιμάνουελ Καντ, Η Έννοια του Αρνητικού Μεγέθους στη Φιλοσοφία, μτφρ. Χάρης Τασάκος, εκδ. Printa

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου