'Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου ξεγελασμένου από τον άνεμο, λησμονημένου από το χρόνο και καταφρονημένου από το θάνατο.

   Ο άνεμος καταφθάνει από τα ανατολικά, στην πόλη όπου ο Ατλαντικός συναντά τη Μεσόγειο, μια πόλη καμωμένη από λόφους, τυλιγμένη με μύθους, ένα γλυκό και άπιαστο όνειρο.

   Ο χρόνος ξεκινάει μαζί με τον αιώνα μας ή σχεδόν. Σχηματίζει ένα τρίγωνο μέσα στον ιδιαίτερο χώρο αυτού του ανθρώπου που, από πολύ νωρίς - δώδεκα ή δεκατριών χρονών - εγκατέλειψε τη Φεζ για να πάει να δουλέψει στο Ριφ, το Ναντόρ και τη Μελίνα, ξαναγύρισε στη Φεζ στον καιρό του πολέμου και, στα χρόνια του πενήντα, μετανάστευσε με τη μικρή του οικογένεια στην Ταγγέρη, την πόλη του πορθμού, όπου βασιλεύουν ο άνεμος, η ακινησία και η αχαριστία.

   Ο θάνατος είναι ένα αγγείο που το μεταφέρουν χέρια νεαρών κοριτσιών, μήτε άσχημων μήτε ωραίων, που περιδιαβαίνουν σ’ ένα ερειπωμένο σπίτι, κάτω από το σκεπτικό και δύσπιστο βλέμμα εκείνου, που με χέρι σταθερό, αποδιώχνει αυτή την εικόνα.

   Για την ώρα, είναι ξαπλωμένος και πλήττει. Θα ’θελε να βγει, να διασχίσει το κομμάτι της πόλης, να σταματήσει στο Μεγάλο Παζάρι να αγοράσει ψωμί, να ανοίξει το μαγαζί του και να ξαναρχίσει να κόβει κελεμπίες από το μεγάλο τόπι του άσπρου υφάσματος. Αλλά η βρογχίτιδα τον κρατά καρφωμένο στο κρεβάτι, και ο φορτωμένος με βροχή ανατολικός άνεμος είναι πιο αποθαρρυντικός από τις συμβουλές του γιατρού. Το σπίτι είναι κρύο. Η υγρασία σχεδιάζει πρασινωπές γραμμές μούχλας στους τοίχους. Η άχνη στα τζάμια των παραθύρων σταλάζει πάνω στα ξύλινα πλαίσια που σαπίζουν αργά αργά.

   Κουκουλωμένος μέσα σ’ ένα μπουρνούζι και μια μάλλινη κουβέρτα, σκέφτεται, μισοκοιμάται, ακούει τη βροχή και δεν ξέρει πια τι να κάνει μέσα σ’ αυτό το κρεβάτι που ’χει πια τόσο γουβιάσει από το κορμί του ώστε κατέληξε να γίνει μια καταπακτή που αργά ή γρήγορα θα ανοιχθεί προς τη μαύρη και υγρή γη. Το κρεβάτι, αυτόν τον φυλάει και τον συγκρατεί. Όταν σηκώνεται, τρέμει ολόκληρος και μόλις που κρατιέται στα πόδια του. Ξαπλώνει και πάλι και αναθυμάται το βουνίσιο δρόμο Αλ Χουσέιμα που τον ανέβαινε μ’ ένα σάκο στην πλάτη τουλάχιστον είκοσι κιλά βαρύ. Τότε ήταν ένας νεαρός που αναγκάστηκε να δουλέψει από πολύ νωρίς ύστερα από το θάνατο του πατέρα του, που εγκατέλειψε μια δεκαριά παιδιά δίχως κανένα εισόδημα, σ’ ένα παλιό σπίτι της μεντίνα της Φεζ. Αυτή η ανάμνηση τον πονάει, αλλά νιώθει περήφανος γι’ αυτήν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, έμαθε την περηφάνια και κατάλαβε πως η ανάγκη «να τα βγάζεις πέρα ολομόναχος» δεν είναι μια κατάρα.

   Αυτό το συνεχές αναμάσημα των περασμένων είναι πληκτικό, πληκτικό σαν τον άσπρο ουρανό που μπορεί να τον διακρίνει λιγάκι, σαν αυτόν τον άνεμο που τον ακούει να φυσάει και να βροντά τις πόρτες.'


Ταχάρ Μπεν Ζελούν, Ημέρα Σιωπής στην Ταγγέρη, μτφρ. Λόισκα Αβαγιανού, εκδ. Αστάρτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου