'Ἡ ἀληθινὴ ἐπαφὴ μεταξύ τῶν ἀνρθώπων δὲν ἐγκαθίσταται παρὰ μὲ τὴ σιωπηλὴ παρουσία, τὴ φαινομενικὴ μὴ ἐπικοινωνία, τὴ μυστηριώδη καὶ δίχως λόγια ἀνταλλαγὴ σκέψεων ποὺ μοιάζει μὲ ἐσωτερικὴ προσευχή.'

  'Ξημερώματα, σὲ ἐκείνη τὴ νορμανδικὴ ἀκτὴ, δὲν ἤθελα κοντά μου κανέναν. Ἡ παρουσία τῶν γλάρων μ’ ἐνοχλοῦσε: τοὺς ἔδιωξα μὲ τὶς πέτρες. Ἀπὸ τὴν ὑπερφυσικὴ ὁξύτητα τῶν κρωγμῶν τους, κατάλαβα πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς χρειαζόμουν· μόνον ὁ ὅλεθρος μποροῦσε νὰ μὲ ἠρεμήσει, καὶ γιὰ νὰ τὸν συναντήσω εἶχα σηκωθεῖ μὲ τὴν αὐγὴ.'

  'Κάθε σκέψη ἀπορρέει ἀπὸ μιὰν ἐμποδισμένη αἴσθηση.'

  'Ἄν θὲς νὰ γνωρίσεις μιὰ χώρα, καλύτερα νὰ καταπιαστεῖς μὲ τοὺς δευτεροκλασάτους συγγραφεῖς της· μόνον αὐτοὶ ἀντανακλοῦν τὴν ἀληθινή της φύση. Οἱ ἄλλοι καταγγέλουν ἤ ἀποσιωποῦν τὴ μηδαμινότητα τῶν συμπατριωτῶν τους: δὲν θέλουν οὔτε μποροῦν νὰ σταθοῦν στὸ ἴδιο ἐπίπεδο. Εἲναι ὕποπτοι μάρτυρες.'

  'Ἡ προτίμησή μου πρὸς τὰ ἱστορικὰ ἀναγνώσματα προῆλθε ἀπὸ τὴν προκατάληψή μου ἀπέναντι σὲ ὁτιδήποτε ἔχει αἴσιο τέλος.
   Στὶς ἰδέες δὲν ταιριάζει τὸ ψυχορράγημα· πεθαίνουν, βεβαίως, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ξέρουν νὰ πεθαίνουν, ἐνῶ ἕνα γεγονός δὲν ὑπάρχει παρὰ ἐν ὄψει τοῦ τέλους του. Ἱκανὴ συνθήκη γιὰ νὰ προτιμᾶ κανεὶς τὴ συντροφιὰ τῶν ἱστορικῶν ἀπὸ ἐκείνη τῶν φιλοσόφων.'


Εμίλ Σιοράν, Επιλογή από το De l’inconvénient d’être né, μτφρ. Αντώνης Καραβασίλης, εκδ. Στιγμή

  'Αντιλαμβάνεται κανείς έναν τριαδικό ρυθμό, μία πρέπουσα ρυθμική ακολουθία, ίδια με την ανθρώπινη προφορά. Με το πέρασμα του χρόνου, αυτός ο τρομακτικός θόρυβος γίνεται το ίδιο αποδεκτός με τον ήχο ενός σιντριβανιού. Φέρνει κανείς στο μυαλό του έναν πίδακα νερού, γιατί είναι συμμετρικός, μεθοδικός, αδιάκοπος, μαθηματικός. Η μουσική των σφαιρών. Η ανάσα του κόσμου. Διακρίνω ολοκάθαρα τον κορσέ μιας γυναίκας που σείεται από γλυκιά αναστάτωση. Υψώνεται και πέφτει. Είναι σφαιρικός. Ισχυρός. Οραματίζομαι τη Γιγάντισσα του Μποντλέρ. Η ασημένια σφυρίχτρα. Ο συνταγματάρχης τινάζεται μπροστά με ανοιχτά χέρια. Είναι η ώρα που ξεκινά η στρατιωτική επιχείρηση.'

Μπλεζ Σαντράρ, Σκότωσα, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Futura

  'Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί μια γενική καχυποψία απέναντι στην ίδια τη γλώσσα. Όχι μόνο από φιλοσοφικής άποψης, όπως διαφαίνεται στη χιλιοειπωμένη φράση του Ludwig Wittgenstein: «Η φιλοσοφία είναι η μάχη ενάντια στην εκμάγευση της νόησής μας από τη γλώσσα μας» [28]· αλλά και από λογοτεχνικής άποψης, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Λόρδος Τσάντος (στην Επιστολή του Λόρδου Τσάντος  προς τον Φράνσις Μπέικον του Hugo von Hofmannstahl) όταν λέει ότι οι λέξεις αποσυντίθεται στο στόμα του «σα μουχλιασμένα μανιτάρια» [15]. Είναι λοιπόν καθ’ όλα λογικό οι συγγραφείς να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στις συνθήκες, στις δυνατότητες και στα όρια της εργασίας τους από όση κανονικά θα προϋπέθετε ένας τύπος επικοινωνίας, για τον οποίο η μορφή θα ήταν εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο. Στον συλλογικό τόμο Pragmatics of Human Communication. A Study of Interactional Patterns, Pathologies and Paradoxes [Για μια πραγματιστική προσέγγιση της ανθρώπιινης επικοινωνίας] [24], ο Watzlawick και οι συνεργάτες του περιέγραψαν με ποιον τρόπο –και αυτό ισχύει για οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης αλληλόδρασης– ο προσδιορισμός της σχέσης, με άλλα λόγια η επικοινωνία περί της επικοινωνίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία ανάλογα με το πόσο «παθολογική» ή διενεκτική είναι η σχέση των επικοινωνούντων (σ. 50). Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε αυτή την κατάσταση στις προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις: πράγματι, παρατηρούμε συχνά ότι οι μετέχοντες σε μια σχέση επικοινωνούν ελάχιστα σε επίπεδο περιεχομένου, ενώ καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, ή έστω της ενέργειάς τους, σε αμοιβαίες εξηγήσεις (που μάλλον απευθύνουν και στον ίδιο τους τον εαυτό) αναφορικά με το τι σκέπτονται για τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μετα-επικοινωνία καταπνίγει την επικοινωνία· ακόμα και όταν διαπληκτίζονται για χρήματα ή οικιακά ζητήματα (με άλλα λόγια, όταν το περιεχόμενο είναι η αιτία του διαπληκτισμού), δεν πρόκειται παρά μονάχα για αφορμές, που έχουν ως στόχο να πυροδοτήσουν συγκρούσεις ενώ, σε τελική ανάλυση, ο καβγάς δεν γίνεται για τα χρήματα, κ.τ.λ. Απ’ ότι φαίνεται, το ίδιο ισχύει και στη λογοτεχνία: σε μια ορισμένη στιγμή της ιστορίας της, η εξιστόρηση μιας απλοϊκής μυθοπλασίας, η συγγραφή εύκολων θεατρικών έργων και η πίστη στο όργανο της γλώσσας αποδείχθηκαν ανεπαρκή για τους ευαίσθητους καλλιτέχνες. Επιπλέον, χάθηκε η εμπιστοσύνη τόσο στις παλαιές μορφές τέχνης όσο και στη σχέση με το κοινό, ενώ παράλληλα ακυρώθηκε το «συμβόλαιο» με τον αναγνώστη –με τον θεατή, στο θέατρο– στο οποίο ανέκαθεν προσέβλεπε ο συγγραφέας. Ο λόγος για όλα αυτά υπήρξε η ολική αναδιοργάνωση του κοινού, η απώλεια αυτο-εκτίμησης από την πλευρά του καλλιτέχνη και η εμφάνιση νέων μέσων, όπως η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Σε μια τέτοια εποχή, εν τω μέσω μιας τέτοιας αποσύνθεσης, ο συυγραφέας κειμένων μυθοπλασίας φάνταζε, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, ανίκανος να γράψει για οτιδήποτε άλλο παρά μονάχα για την ίδια τη γραφή, ή πιο συγκεκριμένα, για την αδυνατότητα του γράφειν, ελπίζοντας ότι, ακόμα και με αυτόν τον τρόπο, θα εξακολουθούσε να ασκεί το επάγγελμά του.'

Rolf Breuer, Η Αναστοχστικότητα στη Λογοτεχνία: Το Παράδειγμα της Τριλογίας του Sammel Beckett, μτφρ. Ρούλα Τσιτούρη, εκδ. Futura