'Το Πράγμα είναι το Φύλο. Είναι προφανές. Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το πράγμα καθ’ εαυτό, μας προειδοποιεί ο Καντ: δεν είμαστε ικανοί, αλλά προπάντων δεν είμαστε εξουσιοδοτημένοι. Υπάρχει ηθική και επιθυμία σε αυτή την ιστορία: «Διαπράττει σφάλμα όποιος συγγχέει την εμφάνιση με το φαινόμενο», γράφει ο Καντ στην Κριτική του καθαρού Λόγου. Τι ζητά η έννοια του σφάλματος εδώ, αν όχι να ομολογήσει ότι η θεωρία της γνώσης είναι αδιαχώριστη από μια διαγωγή του Λόγου. Το να διαπράττεις μεταφυσική είναι χειρότερο κι από λάθος, είναι σφάλμα. Υπάρχει σφάλμα επειδή υπάρχει επιθυμία: θέλουμε να δούμε το πράγμα όπως είναι καθ’ εαυτό. Αυτή η ενόρμηση (Trieb), αυτός ο τρόπος να κοιτάζουμε κάτω από τα φουστάνια της Πραγματικότητας αποτελεί εμμονή της φιλοσοφίας.  Η «κριτική» είναι μια θεραπεία που επινοήθηκε από τον δόκτορα Καντ για να χαλιναγωγήσει -δίχως να μπορεί να την ξεριζώσει- αυτή την ηδονοβλεπτική επιθυμία.
   Όμως αυτό το πέπλο που ρίχτηκε πάνω στο Πράγμα, δεν αποτελεί το άκρον άωτον του ερωτισμού; Ο Καντ μας κάνει να διακρίνουμε την αλήθεια, σ’ ένα παιχνίδι που ο Νίτσε συνόψισε έντονα: «Δεν πιστεύουμε πλέον ότι η αλήθεια παραμένει αλήθεια δίχως τα πέπλα της».
   Αυτή η ηδονοβλεπτική επιθυμία της γνώσης, πάντα διαψευσμένη, εμψύχωνε τους σοφούς του περασμένου αιώνα, που τους άρεσε να παίζουν τους ασκητές στην επαγγελματική τους ζωή: καθόλου γυναίκες στο εργαστήριο ή στη σχολή, όχι σεξ, τίποτε, μόνο η Αλήθεια!
   Γνωρίζουμε την αντίστροφη όψη αυτού του είδους του ασκητισμού: το μπουρδέλο. Την Αλήθεια που θέλουμε ολόγυμνη μέσα από την εμπειρία και το στοχασμό, θα την ενατενίσουμε, τελικά, ανάμεσα στις γάμπες της πόρνης, της κατεξοχήν επαγγελματία του «πράγματος καθ’ ευατό». Οι πρόγονοί μας εξάλλου το είχαν αποκαλύψει. Ενατενίστε το διάκοσμο των σχολών τους, των αμφιθεάτρων τους. Παντού, στους τοίχους, στην οροφή, γυναίκες γυμνές ή ημίγυμνες. Μούσες, θεές και νύμφες γδυμένες στις νωπογραφίες της Σορβόνης βγαίνουν απευθείας από το σαλόνι ενός μπουρδέλου. Ο καλλιτέχνης απλώς αποτρίχωσε το πράγμα καθ’ εαυτό των κοριτσιών που ξαναβαφτίστηκαν -κατά κλάδο και για τις ανάγκες του επαγγέλματος- Λόγος, Εγκράτεια, Δικαιοσύνη, Αρετή, ενώ κατά κόσμον ονομάζονταν Μιμί, Λουλού, Κικί, Φερνάντ κ.λπ.
   Ο καντιανός φιλόσοφος είναι ένας ιδιόμορφος πελάτης. Πληρώνει για το Πράγμα, αλλά ο ίδιος απαγορεύει στον εαυτό του να το αγγίζει.'

Ζαν-Μπαπτίστ Μποτίλ, Η Σεξουαλική Ζωή του Καντ, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Νεφέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου