'Το όνειρο ήταν συγκροτημένο σαν ένας πύργος στιβάδων δίχως τέλος, που υψώνονταν προς τα πάνω και χάνονταν μέσα στο άπειρο, ή στιβάδων που ελίσσονταν προς τα κάτω και χάνονταν μέσα στα έγκατα της γης. Όταν με άρπαξε στους κυματισμούς του, η σπειροειδής κίνηση άριχσε, και αυτή η σπείρα ήταν ένας λαβύρινθος. Δεν υπήρχε κρύπτη θολωτή ούτε πυθμένας, κανένας τοίχος και καμιά επιστροφή. Υπήρχαν όμως θέματα που επαναλαμβάνονταν με ακρίβεια.
   Αν και οι τοίχοι του ονείρου έμοιαζαν ντυμένοι με υγρό μετάξι και τα περιγράμματα του λαβύρινθου ντυμένα με σιωπή, τα βήματα του ονείρου εξακολουθούσαν να είναι μία σειρά εκρήξεων όπου όλα τα καταδικασμένα θραύσματα του εαυτού μου ξεσπούσαν σε μια μυστηριώδη και βίαιη ζωή, με την βαριά μητρική μοναχικότητα της νύχτας πάντα να παρακολουθεί το άνθισμά τους.
   Στην πρώτη στιβάδα της σπείρας υπήρχε η επίγνωση. Μπορούσα ακόμα να βλέπω το φως της μέρας ανάμεσα από τους κροσσούς τον βλεφαρίδων. Μπορούσα ακόμα να βλέπω τα διάκενα του κόσμου. Αυτή ήταν η παρασκιά, όπου οι σκέψεις ήταν ένθετες σε νήματα αστραπών. Ήταν ο τόπος όπου οι εικόνες διθηθούνταν λεπτά και ξεχωρίζαν, και τα σκιαγράμματά τους ρίχνονταν ενάντια στο διάστημα. Ήταν ο τόπος όπου τα βήματα δεν άφηναν κανένα ίχνος, όπου το γέλιο δεν είχε καμία ηχώ, αλλά όπου η δίψα και ο φόβος ήταν ατελείωτα. Ήταν ο τόπος όπου τα άρμενα της αναπόλησης μπορούσαν να φουσκώνουν, ενώ κανένας άνεμος δεν ήταν αισθητός.
   [...]
   Χρόνος δεν υπήρχε· τα γεγονότα περνούσαν δίχως να αφήνουν ίχνος, το αποτύπωμα ενός πέλματος, μία ηχώ. Γύρω τους άφηνα το ΔΙΑΣΤΗΜΑ. Ακόμα κι ενάς πολυσύχναστος δρόμος κρεμόταν κατακόρυφος ανάμεσα σε δύο αβύσσους, σαν να ανήκε σε έναν πλανήτη δίχως βαρύτητα.
   [...]
   Η απώλεια της μνήμης ήταν σαν την απώλεια μιας αλυσίδας. Με όλο αυτή τη ρευστότητα ερχόταν μια μεγάλη ελαφράδα. Δίχως τη μνήμη ήμουν απέραντα ελαφριά, νεφελώδης, ρευστή. Η μνήμη ήταν η πυκνότητα που δεν μπορούσα να διαπεράσω παρά μονάχα στ’ όνειρο.
   Δεν είχα χαθεί, είχα μόνο χάσει το παρελθόν. Άμμος που περνά μέσα από την κλεψύδρα που δεν αναποδογύρισε ποτέ. Που περνά.
   Όταν το όνειρο έγειρε στο ένα πλάι, πληγωμένο, και το διάστημα της μέρας στο άλλο, εκείνο που εμφανίστηκε μέσα από τη ρωγμή ήταν ο αληθινός θάνατος. Το σκάσιμο του πρωινού φωτός ανάμεσα από τις κουρτίνες, η σχισμή ανάμεσα στη νύχτα και στη μέρα ήταν η θανάσιμη στιγμή γιατί σκότωνε το όνειρο. Η ψυχή τότε έχανε τη δύναμή της να αναπνέει, έχανε το χώρο της.
   [...]
   Το κορμί της μέρας φτιαγμένο από άκαμπτα οστά, άκαμπτο από τους φόβους και τις παραφωνίες, ήταν στημένο ενάντια στις υποχωρήσεις. Τη νύχτα άλλαζε σύσταση, σχήμα και υφή. Με τη νύχτα ερχόταν η ρευστότητα. Με τη νύχτα κυλούσε μέσα από το μεδούλι όχι μονάχα αίμα που μπορούσε να αναμιχθεί με άλλα αίματα, αλλά ένας υδράργυρος που κυλούσε προς όλες τις κατευθύνσεις, γρήγορος, διαβρωτικός, ανεξέλεγκτος, που ξεχυνόταν και έτρεχε σε αστεροειδείς αιχμές, που άλλαζε σχήμα σε κάθε ανασασμό επιθυμίας, που ξεχυνόταν και διασκορπιζόταν δίχως να διαχωρίζεται.
   Με τη νύχτα ερχόταν το διάστημα. Καμία συνωστισμένη πολιτεία. Το όνειρο ποτέ δεν ήταν συνωστισμένο. Ήταν φιλτραρισμένο μέσα από το πρίσμα της δημιουργίας. Η πίεση του χρόνου έπαυε. Η χαρά διαρκούσε περισσότερο και ο πόνος λιγότερο, ή, διαφορετικά, όλα τα συναισθήματα συμπτήσσονταν σε ένα δευτερόλεπτο. Ο χρόνος ρυθμιζόταν και οριζόταν από το συναίσθημα. Ο φόβος ήταν αιώνιος, η οργή άμεση και καταστροφική. Ξέχωρο και τυλιγμένο σε μια μεταλλική λάμψη, το κάθε αντικείμενο του αιώνιου τοπίου εμφανιζόταν στη σκηνή έχοντας γύρω του το διάστημα. Το διάστημα ήταν σαν μια απέραντη σιωπή που μέσα της δεν υπήρχε κανένα ξίφος σκέψης, κανένα αποσπασματικό σχόλιο, κανένα νήμα που να έχει ποτέ κοπεί. Περπατούσα ανάμεσα σε σύμβολα και σιωπή.
   [...]
   Όταν βρήκα τον τόπο, κάθησα ολότελα ακίνητη και ικανοποιημένη. Θυμόμουν το όνειρο και αναζητούσα να ξανασυλλάβω τα χαμένα κομμάτια. Είχα προφτάσει το όνειρό μου. Τότε μου φάνγκε πως ολα τα ρολόγια στον κόσμο σήμαιναν σε μια ομοφωνία για το θαύμα. Λες και τα ρολόγια σήμαιναν τα μεσάνυχτα για όλες τις μεταμορφώσεις. Το όνειρο είχε στγχονισθεί. Το θαύμα είχε ολοκληρωθεί. Όλα τα ρολόγια σήμαιναν τα μεσάνυχτα για τη μεταμόρφωση. Δεν σήμαιναν το χρόνο, αλλά τον συγχρονισμό, τον συγχρονισμό με το όνειρο. Το όνειρο πάντα τρέχει μπροστά από σένα. Να το προλάβεις, να ζήσεις μια στιγμή σε ομοφωνία μαζί του, αυτό ήταν το θαύμα. Η ζωή στη σκηνή του θεάτρου, η ζωή του μύθου συνταιριασένη με το φως της μέρας, και από αυτόν τον γάμο σπιθοβολούσαν τα μεγάλα πουλιά της θεότητας, οι αιώνιες στιγμές.'

Αναΐς Νιν, Η Φωνή, μτφρ. Λευκή Γιαννοπούλου, εκδ. Μπαρμπουνάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου