'Αν ξεπεράσει κανείς τη στερεοτυπική άποψη περί ομοφυλόφιλης παθητικότητας, τότε μπορεί να κατανοήσει πολύ καλύτερα πώς το σώμα δρα στην ποιητική του Καβάφη, ως σώμα εντός ιστορίας, εντός αισθητικής, εντός πολιτικής του εαυτού, ως σώμα που ηδονίζεται, σώμα που ηδονιζόμενο θυμάται, σώμα που συναλλάσσεται και ανταλλάσσεται και πάλλεται και οργασμικά τεμαχίζεται, σώμα που συγκινείται· τότε μπορεί να φτάσει και σε μια «πολύ πιο σύνθετη άποψη» για την καβαφική ηθική.
   Κι εδώ, περιληπτικά, εννοώ το εξής: ονομάζουμε τεχνολογία του εαυτού τους τρόπους που κανείς μεταχειρίζεται για να φτάσει σε μια ηθική κατανόηση του εαυτού του στον κόσμο. Με άλλα λόγια, τεχνολογία του εαυτού είναι οι διαδικασίες με τις οποίες οι άνθρωποι οργανώνουν σώματα, αφηγήσεις, αισθήσεις και επιθυμίες έτσι ώστε να μπορούν να πάρουν την ευθύνη τόσο της δικής τους θέ(α)σης στον κόσμο, όσο και της σύνδεσής τους με τους άλλους. Ηθική στιγμή είναι ακριβώς αυτή κατά την οποία αυτοτοποθετείσαι σε σχέση με τον εαυτό σου και με τους άλλους, παίρνοντας ευθύνη γι’ αυτό. Υπάρχει λοιπόν μια γραμμή, που συνδέει την παρρησία με την οποία κάποιος λέει τη λέξη «εγώ» ως ομοφυλόφιλος, ιδιαίτερα την εποχή του Καβάφη, με την ηθική ευθύνη την οποία ένας εραστής παίρνει όταν αναγνωρίζει και δίνει χώρο στον πόθο του άλλου,  με την ηθική ευθύνη που κανείς παίρνει όταν εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο η δική του επιθυμία (ερωτική ή άλλη) εκμεταλλεύεται το σώμα και την επιθυμία του άλλου, με την ηθική ευθύνη που κανείς παίρνει όταν σωματοποιεί τη μνήμη, την εξιστόρηση και την αποτίμηση των παρελθόντων. Και υπάρχει επίσης μια γραμμή που συνδέει αυτού του τύπου την ανάληψη της ευθύνης, με την έκθεση του τρόπου με τον οποίον οι άνθρωποι τοποθετούνται και κρίνονται εντός ιστορίας.
   Ο Καβάφης είναι ο ποιητής του ευάλωτου εαυτού. Αυτός που, σε τελική ανάλυση, δείχνει ότι «όσο παθιασμένα και να παίζουμε στο θέατρο της ζωής μας –αυτοκράτορες, εραστές, μάγοι, φιλόσοφοι, παγανιστές, χριστιανοί, καταμίτες, στυλίτες, καλλιτέχνες, άγιοι, ποιητές μόνο ο χρόνος αποκαλύπτει τελικά αν αυτό το έργο υπήρξε τραγωδία ή κωμωδία». Αυτό που χρειάζεται, μοιάζει να λέει, ακριβώς για να μπορέσεις να κριθείς και να δημιουργήσεις εντός ιστορίας, είναι να απευθυνθείς παίρνοντας την ηθική ευθύνη αυτής της απεύθυνσης, να πάρεις και να δώσεις. Και να απευθυνθείς και οριζόντια, στους συγχρόνους σου, και κάθετα, στους πριν και τους μετά: μόνο έτσι ανοίγεις το ιστορικό σου στίγμα στην κρίση του χρόνου. Αυτή η τριπλή απεύθυνση, στη βάση ταυτόχρονα της επιθυμίας, της γενεαλογίας και της ιστορικότητας, τέμνει ολόκληρο το έργο του, από εκδεδομένα ποιήματα, ιστορικά φιλοσοφικά ερωτικά ή κάπου κάπως ανάμεσα, μέχρι συλλαβάρια σε χαρτάκια που έχουμε δει ή μπορεί κάποτε να δούμε.
   Ακριβώς επειδή ασχολείται τόσο πολύ και μεταφέρει την εμπειρία ενός εαυτού που κατασκευάζει και κατακτά την παρρησία του καταρχήν στο επίπεδο του ερωτισμού, του σεξουαλικού υποκειμένου και της σεξουαλικότητας, ο Καβάφης αναπτύσσσει ένα κειμενο-ηθικό σύστημα κεντρικό ζητούμενο του οποίου είναι η απεύθυνση και η ιστορική σχετικοποίηση. Ο Καβάφης που με αγωνία σημείωνε στις προσωπικές του σημειώσεις ότι ψάχνει τον τρόπο να γράφει έτσι ώστε να «δώσει φως και συγκίνησιν σε όσους είναι σαν κ’ εμένα καμωμένοι», και που ανάλογα, στο ποίημα που άφησε καθαρογραμμένο στο αρχείο του με τον τίτλο «Κρυμμένα», φανταζόταν ότι κάποτε «στην τελειωτέρα κοινωνία –/ κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα/ βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει», δεν είναι ένας ποιητής που σε στιγμή που του ξέφυγε έγραψε και κάτι ολίγον ακτιβιστικό (και άρα οι φύλακες του έργου του, από σεβασμό στην τιμιότητα του τεθνεώτος, πρέπει τώρα να μας πουν ότι δεν το εννοούσε κιόλας). Είναι ένας άνθρωπος που, στη βάση της ανάγκης του να μιλήσει ως ομοφυλόφιλος σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, μαθαίνει σιγά σιγά μια χρήση της λογοτεχνίας εντελώς ηθική και ιστορικοποιητική, μια χρήση δηλαδή της λογοτεχνίας που απ’ τη μια βοηθάει να καταλάβεις, να συνδεθείς και να ταυτιστείς με τους άλλους, κι απ’ την άλλη βοηθάει να κατανοήσεις ότι ακόμα κι αυτό που λες εσύ, την ώρα που το λες, είναι καμωμένο απ’ την ιστορική του συνθήκη κι εμπεριέχει μια εξουσιαστικότητα που ενδεχομένως άλλοτε, από άλλη χρονική/οπτική γωνία, να φανεί άκαιρη, ευάλωτη, ή απλώς σχετική.
   Ο Καβάφης είναι αφενός ο ποιητής ενός βλέμματος που στέλνεται για να απαντηθεί –  στο πριν, στο τώρα και στο μετά. Κι αφετέρου είναι ο ποητηής που σε μαθαίνει να βάζεις εισαγωγικά σε οποιοδήποτε γενικευτικό σχόλιο, οποιοδήποτε ουσιοκρατικό θρώρημα του τύπου το χ είναι εγγενώς καλύτερο ή αξιότερο ή τιμιότερο από το ψ. Να ίσως κι ένας βαθύτερος λόγος για τον οποίο προκαλεί άγχος η ομοφυλοφιλία του Καβάφη σε φορείς μιας κάπως εθνοκεντρικής άποψης για τη λογοτεχνία. Διότι, αν κανείς ακολουθήσει τις γραμμές του ως ποιητή του ευάλωτου εαυτού, καταλήγει να σχετικοποιεί το γνωστό σχολικό τοτέμ που ορίζει τον Καβάφη ως ποιητή του μείζονος ελληνισμού (με τον τόνο στο «μείζονος» και εσάνς ανιστορικής ανωτερότητας στη λέξη «ελληνισμού»). Ο Καβάφης της τεχνολογίας του εαυτού σε μαθαίνει να κοιτάς και τον ελληνισμό ως διαδικασία· όχι ως αξία απόλυτη.
   Να όμως, σε τελευταία ανάλυση, κι ο λόγος της επίμονης και πλέον πληθυντικής δημοφιλίας του: τα κείμενα του Αλεξανδρινού προσκαλούν τη δημιουργική ανάγνωση, τη φωνή του άλλου μέσα τους, και την ίδια στιγμή έχουν κάτι να πουν για τη συγκρότησή τους, κάτι που σήμερα, ίσως πιο πολύ από ποτέ, καταλήγει βαθιά πολιτικό. Λέει, δηλαδή, ως σύνολο το καβαφικό κείμενο ότι μόνος τρόπος να εκθέσεις, να αποσταθεροποιήσεις και να αντισταθείς στις έξω και τις μέσα εξουσίες είναι, διαρκώς κι εμμονικά, ν’ αφήνεις το στίγμα σου.'

Δημήτρης Παπανικολάου, «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι»: Ο Ομοφυλόφιλος Καβάφης και η Ποιητική της Σεξουαλικότητας, εκδ. Πατάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου