'Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί μια γενική καχυποψία απέναντι στην ίδια τη γλώσσα. Όχι μόνο από φιλοσοφικής άποψης, όπως διαφαίνεται στη χιλιοειπωμένη φράση του Ludwig Wittgenstein: «Η φιλοσοφία είναι η μάχη ενάντια στην εκμάγευση της νόησής μας από τη γλώσσα μας» [28]· αλλά και από λογοτεχνικής άποψης, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Λόρδος Τσάντος (στην Επιστολή του Λόρδου Τσάντος  προς τον Φράνσις Μπέικον του Hugo von Hofmannstahl) όταν λέει ότι οι λέξεις αποσυντίθεται στο στόμα του «σα μουχλιασμένα μανιτάρια» [15]. Είναι λοιπόν καθ’ όλα λογικό οι συγγραφείς να αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στις συνθήκες, στις δυνατότητες και στα όρια της εργασίας τους από όση κανονικά θα προϋπέθετε ένας τύπος επικοινωνίας, για τον οποίο η μορφή θα ήταν εξίσου σημαντική με το περιεχόμενο. Στον συλλογικό τόμο Pragmatics of Human Communication. A Study of Interactional Patterns, Pathologies and Paradoxes [Για μια πραγματιστική προσέγγιση της ανθρώπιινης επικοινωνίας] [24], ο Watzlawick και οι συνεργάτες του περιέγραψαν με ποιον τρόπο –και αυτό ισχύει για οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης αλληλόδρασης– ο προσδιορισμός της σχέσης, με άλλα λόγια η επικοινωνία περί της επικοινωνίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία ανάλογα με το πόσο «παθολογική» ή διενεκτική είναι η σχέση των επικοινωνούντων (σ. 50). Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε αυτή την κατάσταση στις προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις: πράγματι, παρατηρούμε συχνά ότι οι μετέχοντες σε μια σχέση επικοινωνούν ελάχιστα σε επίπεδο περιεχομένου, ενώ καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους, ή έστω της ενέργειάς τους, σε αμοιβαίες εξηγήσεις (που μάλλον απευθύνουν και στον ίδιο τους τον εαυτό) αναφορικά με το τι σκέπτονται για τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μετα-επικοινωνία καταπνίγει την επικοινωνία· ακόμα και όταν διαπληκτίζονται για χρήματα ή οικιακά ζητήματα (με άλλα λόγια, όταν το περιεχόμενο είναι η αιτία του διαπληκτισμού), δεν πρόκειται παρά μονάχα για αφορμές, που έχουν ως στόχο να πυροδοτήσουν συγκρούσεις ενώ, σε τελική ανάλυση, ο καβγάς δεν γίνεται για τα χρήματα, κ.τ.λ. Απ’ ότι φαίνεται, το ίδιο ισχύει και στη λογοτεχνία: σε μια ορισμένη στιγμή της ιστορίας της, η εξιστόρηση μιας απλοϊκής μυθοπλασίας, η συγγραφή εύκολων θεατρικών έργων και η πίστη στο όργανο της γλώσσας αποδείχθηκαν ανεπαρκή για τους ευαίσθητους καλλιτέχνες. Επιπλέον, χάθηκε η εμπιστοσύνη τόσο στις παλαιές μορφές τέχνης όσο και στη σχέση με το κοινό, ενώ παράλληλα ακυρώθηκε το «συμβόλαιο» με τον αναγνώστη –με τον θεατή, στο θέατρο– στο οποίο ανέκαθεν προσέβλεπε ο συγγραφέας. Ο λόγος για όλα αυτά υπήρξε η ολική αναδιοργάνωση του κοινού, η απώλεια αυτο-εκτίμησης από την πλευρά του καλλιτέχνη και η εμφάνιση νέων μέσων, όπως η τηλεόραση και ο κινηματογράφος. Σε μια τέτοια εποχή, εν τω μέσω μιας τέτοιας αποσύνθεσης, ο συυγραφέας κειμένων μυθοπλασίας φάνταζε, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, ανίκανος να γράψει για οτιδήποτε άλλο παρά μονάχα για την ίδια τη γραφή, ή πιο συγκεκριμένα, για την αδυνατότητα του γράφειν, ελπίζοντας ότι, ακόμα και με αυτόν τον τρόπο, θα εξακολουθούσε να ασκεί το επάγγελμά του.'

Rolf Breuer, Η Αναστοχστικότητα στη Λογοτεχνία: Το Παράδειγμα της Τριλογίας του Sammel Beckett, μτφρ. Ρούλα Τσιτούρη, εκδ. Futura

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου