'Δούλευε πάνω σε μικρούς μουσαμάδες με πινελιές ανάλαφρες σαν τον ιστό της αράχνης και χρώματα φτιαγμένα από αντικατοπτρισμούς. Ζούσε εκεί, στο βυθό της θάλασσας, αλλά σ’ ένα βυθό γεμάτο αντικείμενα από ναυάγια, σωριασμένα ακατάστατα. Ψάρια περνούσαν μεσ’ από μονόφθαλμα παρατηρητήρια των πλοίων. Ό,τι μπορούσε να περάσει απ’ το σακούλι ενός ρακοσυλλέκτη, ήταν σωριασμένο εκεί, παραχωμένο νευρικά από το Χανς μέσα σ’ ένα ναυάγιο από ανήσυχες διαθέσεις, χαμένα συντρίμμια κόσμων που ήταν αδύνατο να επανορθωθούν. Το πράσινο χρώμα που τύλιγε τα διαλυμένα αντικείμενα ήταν το πράσινο της μούχλας, το καφέ χρώμα που σαβάνωνε το τοπίο ήταν το καφέ των νερών που λιμνάζουν.
   Καθώς ήξερε πως είχε περάσει μεσ’ από το Μάτι για να φτάσει σ’ αυτή την άλλη μεριά του κόσμου, ζωγράφιζε πάντα ένα μικρό ανθρώπινο μάτι στη γωνιά, την κρυφή πόρτα της φυγής του που τον είχε οδηγήσει σε βάθη άγνωστα στην εξωτερική επιφάνεια των ματιών. Είχε διασχίσει το Μάτι, όπως θα πέρναγε μέσα από ένα καθρέφτη, ως τις ρίζες του μέσα στο χώρο πριν τη γέννηση και μετά το θάνατο, κι εκεί βρήκε αυτά τα στρώματα του φωτός, κύματα από ναυαγισμένες διαθέσεις, κύτταρα ακινησίας και πόνου φαγωμένα απ’ τη σκουριά της αδράνειας.
   Μια καταιγίδα αιωρούνταν αιώνια από πάνω τους, μια καταιγίδα που κανείς δεν ήξερε από που ερχόταν, έτσι που τα θαύματα της ομορφιάς, που πέθαιναν πριν καλά καλά γεννηθούν μες στο νερό, αδιάκοπα βρίσκονταν κάτω από την απειλή μιας επικείμενης αστραπής, μιας επερχόμενης έκρηξης. Το μικρό ακίνητο μάτι στην άκρη του πίνακα είχε παραλύσει απ’ τον τρόμο. Ένας κόσμος που μόνιμα κινδύνευε να βυθιστεί στην ανυπαρξία, ένας κόσμος στο χείλος μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.'

Αναΐς Νιν, από το διήγημα 'Το Ταξίδι του Ματιού', Κάτω από Ένα Γυάλινο Κώδωνα, μτφρ. Χρύσα Ευαγγελίδου, εκδ. Μπαρμπουνάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου