Μπαίνοντας στο Κόκκινο


      Γουίγκινς: Λέτε να συναντήσουμε τίποτε άγριους;
      Ράτκλιφ: Αν συναντήσουμε, να είσαι βέβαιος πως θα τους υποδεχτούμε με το πρέπον αγγλικό καλωσόρισμα.
      Γουίγκινς: Α, καλάθια με δώρα!
Ποκαχόντας

Ο Γουίγκινς, ο θαλαμηπόλος του στρατοπέδου του Ράτκλιφ, επιβεβαιώνει την ανικανότητά του ως πρώτος βοηθός του μισθοφόρου κυβερνήτη του Τζέιμσταουν, όταν αποτυγχάνει να αντιληφθεί τη νοοτροπία του να κερδίζει κανείς χωρίς κόπο και κόστος από τους αυτόχθονες, με το να αποκαλύπτει νέα γη και να τη διεκδικεί στο όνομα του βασιλιά, και όχι, όπως ο Γουίγκινς προτείνει, με το μοίρασμα αγαθών και καλοπροαίρετων συναισθημάτων στον γηγενή πληθυσμό. Με το να κατανοήσει τα οικονομικά κίνητρα των αρχικών αποίκων του Τζέιμσταουν, η ταινία Ποκαχόντας αποπειράται να σταθεί αντάξια των υποχρεώσεών της απέναντι στην οφειλή που οικοδόμησε τη σύγχρονη Αμερική. Αυτό συμβαίνει με το να απεικονίζει την απληστία που κινητοποιεί τους λευκούς απείκους, αλλά με το καινούργιο της «σεβασμό» προς την πολιτισμική και φυλετική διαφορετικότητα. Αυτό το κάνει με το να υιοθετεί αυτό που ο Ντεριντά είχε πρόσφατα χαρακτηρίσει «μια έκφραση τόσο πολυφορεμένη ώστε να έχει παραδώσει το πνεύμα», πιο συγκεκριμένα, μια νοοτροπία «ειλικρίνειας και ανοίγματος προς το Άλλο». Σαν φράση, ίσως πράγματι να είναι πολυχρησιμοποιημένη από κάποιους κύκλους, για την Ντίσνεϋ όμως είναι σαν την ανακάλυψη ενός νέου κόσμου. Η Ντίσνεϋ δεν μπορεί να παραδώσει το πνεύμα, γιατί αυτό το πνεύμα-φάντασμα βρίσκεται ακόμα σε νηπιακό στάδιο και μόλις που έχει αρχίσει να περπατά. «Το φάντασμα περπάτησε» είναι μια φράση της θεατρικής αργκό για τη στιγμή λίγο πριν πληρωθούν οι ηθοποιοί, μια παραπομπή στον Άμλετ, όταν ο Οράτιος ρωτά το φάντασμα αν μπορεί να περπατήσει γιατί «εσύ έχεις θησαυρίσει στη ζωή σου/Έχεις αποσπάσει θησαυρούς από τη μήτρα της Γης». Αυτή η ταινία των νεκρών που περπατούν προσπαθεί να αποπληρώσει τους ηθοποιούς της, οι οποίοι περπατούν γιατί έχουν μυστικά που τους ακολούθησαν μέχρι τον τάφο τους, μυστικά που αφορούν τις οφειλές της Αμερικής.
   Το άνοιγμα προς το Άλλο παίρνει τη μορφή μιας εκτεταμένης αναγνώρισης της πολιτισμικής διαφορετικότητας, με σημαντική έμφαση στη «θετική αντιπροσώπευση» η οποία και αποδέχεται τον τρόπο ζωής των αυτόχθονων Αμερικανών ως είδος πολιτισμού. Δεν παύει βέβαια από την άλλη να προβάλλει μειωμένες απαιτήσεις για τη δημιουργία θετικών εικόνων, από ομάδες που μέχρι πρότινος είχαν ευρύτατα κατηγοριοποιηθεί στερεοτυπικά, και η εικόνα τους να αντικατασταθεί με μια «πραγματική» που τόσο πολύ μέχρι τώρα ήταν παρερμηνευμένη. Όπως και ο Βασιλιάς των Λιονταριών, η Ποκαχόντας περιέχει ρινίσματα από μια γλώσσα πέραν της αγγλικής, σηματοδοτώντας την αποκύρηξη της υπό κατάρρευση λεκτικής διαφορετικότητας του Ντίσνεϋ και της κυριαρχίας της αμερικανικής προφοράς στις ταινίες του. Όταν η Ποκαχόντας και ο Τζον Σμιθ συναντιούνται για πρώτη φορά, και παρά το γεγονός ότι οι αυτόχθονες μιλούσαν συνεχώς αγγλικά σε όλες τις προηγούμενες σκηνές, βρίσκουν πως μεταξύ τους υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο επικοινωνίας που πηγάζει από τη γλώσσα του καθενός. Για μια στιγμή, η Ποκαχόντας μιλά στη μητρική της γλώσσα και ούτε ο Σμιθ ούτε κανείς από το αγγλόφωνο κοινό μπορεί να καταλάβει λέξη από τα λεγόμενά της. Η γιαγιά Γουίλοου, ωστόσο, την παροτρύνει: «Άκου με την καρδιά σου και τότε πραγματικά θα καταλάβεις». Στιγμιαία το κάνει, και ευθύς αμέσως ξεκινά, κομπιάζοντας, σαν από θαύμα, να μιλά αμερικάνικα αγγλικά. Καθώς η ταινία πλέον σηματοδοτεί την επιθυμία της να σεβαστεί τη διαφορετικότητα και να είναι ανοιχτή προς το Άλλο, ταυτόχρονα επιδεικνύει τη μη πρακτικότητα που χαρακτηρίζει μια τέτοια προσπάθεια για σύμφωνη αποδοχή της διαφορετικότητας. Δεν μπορεί να αποφύγει να μας θυμίζει πως όλοι οι αυτόχθονες μιλούσαν ούτως ή άλλως αγγλικά στα τέλη του 20ου αιώνα, πέρα από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα χρησιμοποιούσαν. Αυτό το λεκτικό γλίστρημα της γλώσσας, καθρεφτίζει πλήθος άλλων εντάξεων των αυτόχθονων Αμερικανών σε ένα πιο ευανάγνωστο πλαίσιο. Η νεαρή φίλη της Ποκαχόντας διαθέτει παρουσιαστικό, έκφραση και κόμμωση, παρόμοια με τις κλασικές ντίβες που συναντά κανείς στα αμερικανικά λύκεια, και μιλά όπως ακριβώς θα μιλούσε μια Αμερικανίδα έφηβη. Σε κάποιο σημείο, μιλώντας στην Ποκαχόντας, της λέει να «σταματήσει να χαζολογάει» (επίσης ανταλλάσουν κοριτσίστικες κουβέντες για τους μυς του Κοκούμ). Το εγχείρημα να σβήσουν την ιστορική ιδιαιτερότητα ενώ παράλληλα να ισχυρίζονται πως στην πραγματικότητα την αντιπροσωπεύουν, διαφαίνεται καθαρότατα στο τραγούδι του Ράτκλιφ και του Παουχατάν όταν οι αντίστοιχες πλευρές τους ετοιμάζονται για τη μάχη. Η Ντίσνεϋ κατορθώνει να μετατρέψει μια παντελώς άνιση ιστορική αποικιακή γενοκτονία σε ένα μάθημα περί ανούσιας ηλιθιότητας, ενός πολέμου που βασίζεται κυρίως πάνω σε αμοιβαία φυλετική ή εθνική άγνοια. Οι πλευρές τόσο του Ράτκλιφ όσο και του Παουχατάν επαναλαμβάνουν σχεδόν τις ίδιες κατηγορίες ο ένας εναντίον του άλλου. Ο Ράτκλιφ τραγουδά:  «Αυτό είναι που θα λάβεις όταν οι φυλές είναι διαφορετικές/Το δέρμα τους είναι κόκκινο σαν την κόλαση, και είναι καλοί μόνο όταν είναι νεκροί», ενώ ο Παουχατάν με τη σειρά του τραγουδά: «Αυτό ήταν που φοβόμαστε, το χλωμό πρόσωπο είναι ένας δαίμονας/Το μόνο που μπορούν να νιώσουν είναι απληστία». Και τα δύο τραγούδια ενώνονται για να επαναλαμβάνουν μαζί το ίδιο ρεφρέν του τραγουδιού, έτσι ώστε οι αντιμαχόμενες πλευρές να τραγουδούν μέσα από μια ένωση: «Είναι απολίτιστοι βάρβαροι, βάρβαροι, σχεδόν δεν είναι άνθρωποι, [...], πρέπει να ηχήσουν τα τύμπανα του πολέμου».
   Με το να επιστρέφουν τον όρο «βάρβαροι» στους αποίκους, οι οποίοι πρώτοι τον απόδωσαν στους «Ινδιάνους», το τραγούδι υπογραμμίζει την επιθυμία για εξιλέωση από την ασέβεια που είχε επιδειχθεί στις εγχώριες παραδόσεις, αλλά εξίσου να επιμείνει στην ισοδυναμία του ανταγωνισμού της κάθε ομάδας και να αντισταθεί προς οποιαδήποτε αντίληψη της αποικιακής ιστορίας, να παγκοσμιοποιήσει την προκατάληψη και την εχθρότητα, άσχετα με τα πολιτισμικά, τα πολιτικά και τα οικονομικά συμφέροντα. Πολύ μακριά από το να αποπληρώσει κάποιο χρέος, η Ποκαχόντας, απαιτεί πως οι αυτόχθονες Αμερικανοί πρέπει να μοιράσουν την ευθύνη εξίσου, επιμένοντας σε μια «εξίσωση» των σφαγών που θα ακολουθήσουν την εγκατάσταση των αποίκων του Τζέιμσταουν. Μια τέτοια απαίτηση, όπου οι Ινδιάνοι θα πρέπει να πληρώσουν το δικό τους μερίδιο, είναι φυσικά σε ασυμφωνία με το προαναφερόμενο ενδιαφέρον, καθώς και το σεβασμό, προς τις πολιτισμικές διαφορετικότητες. Αντίθετα η ταινία επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας παγκόσμιας υποψίας προς τους ξένους, ανεξάρτητα από την άνιση φύση των αλληλεπιδράσεών τους.

Eleanor Byrne  Martin McQuillan  Ντίσνεϊ Disney

από το Αποκωδικοποιώντας τον Ντίσνεϋ των Έλεανορ Μπερν & Μάρτιν ΜακΜίλαν, μτφρ. Περσέας Τασουλής, εκδ. Μπουκουμάνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου