'Σήμερα με μεγάλη μου χαρά συνειδητοποίησα πόσο ο Χένρι έχει ταρακουνήσει την παλιά μου σοβαρότητα. Την έχει κάνει κομμάτια, με τους λογοτεχνικούς αστεϊσμούς του, με τις τρελές του εκδηλώσεις, τις αντιφάσεις του, τις αλλεπάλληλες αλλαγές της διάθεσής του, το διαβρωτικό του χιούμορ. Ο εαυτός μου τώρα μου φαίνεται γελοίος, επειδή συνεχώς προσπαθώ να καταλάβω τους άλλους. Μάθαμε ότι ο Ρίτσαρντ Όσμπορν τρελάθηκε. «Γιούπι!» αναφώνησε ο Χένρι. «Άντε, πάμε να τον δούμε. Ας πιούμε κάτι πρώτα. Αυτό είναι σπάνια υπόθεση, υπέροχο πράγμα! Δεν συμβαίνει κάθε μέρα. Ελπίζω να του ’στριψε στ’ αλήθεια!» Στην αρχή ήμουν ταραγμένη, αμήχανη μπροστά σ’ αυτή την αλλόκοτη αντίδραση. Έπειτα όμως πολύ γρήγορα συνέλαβα το άρωμα του χιούμορ — ήθελα να μάθω κι άλλα γι’ αυτό. Ο Χένρι με δίδαξε να παίζω. Έπαιζα και πριν, με τον δικό μου τρόπο, με το δικό μου, συγκρατημένο χιούμορ. Αλλά το χιούμορ του Χένρι είναι λάγνο, είναι εκρηκτικό, και το απολαμβάνω όπως εκείνη τη νύχτα που μείναμε άγρυπνοι και συζητούσαμε στην κουζίνα μέχρι το ξημέρωμα. Ο Χένρι κι εγώ πέσαμε στο κρεβάτι έπειτα εξαντλημένοι, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να μιλάει παραληρηματικά, να λέει για το σουρωτήρι που έπεσε κατά λάθος στη λεκάνη της τουαλέτας, να λέει για εσώρουχα, για μαύρες δαντέλες, για κοράλλια, για οτιδήποτε, για όλα αυτά από τα οποία αργότερα δημιούργησε εκείνη την αμίμητη παρωδία του μυθιστορήματός μου.
   Τις προάλλες κουβεντιάζαμε για το τέχνασμα της λογοτεχνίας να απαλείφει το μη ουσιώδες, κι έτσι να παρουσιάζει μια συμπηκνωμένη έκφραση της ζωής. Όχι δίχως κάποια αγανάκτηση, του λέω: «Αυτό όμως είναι μια απάτη. Προκαλεί απογοήτευσεις. Διαβάζει κανείς τα βιβλία και περιμένει να είναι και η ζωή τόσο ενδιαφέρουσα και πλήρης και έντονη όσο και στις σελίδες. Και φυσικά δεν είναι έτσι. Η ζωή είναι γεμάτη από ανιαρές στιγμές, από ώρες θαμπής πλήξης. Και είναι φυσικό αυτό. Εγώ όμως αλλιώς το περίμενα. Έκανες κι εσύ το ίδιο τέχνασμα. Καθώς διάβαζα τα γραπτά σου, περίμενα πως καθετί που θα έλεγες θα ήταν πυρετώδες, θαυμάσιο, γεμάτο ένταση. Περίμενα ότι θα είσαι όλη την ώρα μεθυσμένος, όλη την ώρα σε κατάσταση παραληρήματος κι έκστασης. Κι έπειτα, όταν ζήσαμε μαζί για μερικές μέρες, βυθιστήκαμε σ’ έναν ήσυχο, ήρεμο και κανονικό ρυθμό. . .».
   «Απογοητεύτηκες;»
   «Είναι όλα πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι τα περίμενα. Ναι, είναι λιγότερο αισθησιακή η κατάσταση. Ωστόσο είμαι ικανοποιημένη».
   Έχω χάσει τον γαλήνιο σαν τα νερά του Σηκουάνα ρυθμό της εφηβείας μου. Κι όμως, όταν βρίσκομαι με τον Χένρι στο Café du Place στο Κλισί, απολαμβάνω μαζί του τα ήρεμα γεύματα της αγάπης μας. Της αγάπης μας που δεν είναι πυρετώδης πια.'

Αναΐς Νιν, Χένρυ και Τζουν, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου