'Από την αρχαιότητα, ο Λόγος του Ηρακλείτου ερμηνεύτηκε με διάφορους τρόπους: ως ratio, ως verbum, ως κοσμικός νόμος, ως το λογικό και ως η αναγκαιότητα που διέπει τον στοχασμό, ως πνεύμα, ως ορθός λόγος. Διαρκώς επικαλούμαστε τον ορθό λόγο ως υπόδειγμα για να κρίνουμε τις πράξεις μας και τις παραλείψεις μας. Ωστόσο, τι να κάνει ο ορθός λόγος, όταν μαζί με την αλογία και τον παραλογισμό εξακολουθεί να υποπίτπει στην ίδια παράλειψη, η οποία λησμονεί ότι πρέπει να αναλογιστούμε την προέλευση της ουσίας του ορθού λόγου και να αφεθούμε σε αυτήν την έλευση; Τι να κάνει η κάθε λογής λογική (ἐπιστήμη), εάν δεν αρχίσουμε κάποια στιγμή να προσέχουμε τον Λόγον και να ακολουθούμε την απαρκτήρια ουσία του;
   Το τι είναι ο λόγος, το συνάγουμε από το λέγειν. Τι σημαίνει λέγειν; Ο καθένας που γνωρίζει την αρχαία ελληνική γλώσσα γνωρίζει ότι λέγειν σημαίνει λέγω και ομιλώ: λόγος σημαίνει: λέγειν ως αποφαίνεσθαι και λεγόμενον ως το αποφαινόμενο.
   Ποιος θα αρνηθεί ότι από τα πρώιμα χρόνια στη γλώσσα των Ελλήνων το λέγειν σημαίνει ομιλώ, λέγω, διηγούμαι; Μόνο που ήδη από τότε, και ακόμα με πιο πρωταρχικό τρόπο, και γι αυτό πάντα, κι επομένως και με την προαναφερόμενη σημασία, σημαίνει ό,τι σημαίνει και το δικό μας ομόηχο legen: καταθέτω και προθέτω. Μέσα του πρυτανεύει το συνάγω, το λατινικό legere, ως συγκομίζω με την έννοια του συναθροίζω και συνάγω. Στην πραγματικότητα, το λέγειν σημαίνει την κατάθεση και πρό-θεση, οι οποίες συλλέγουν τον εαυτό τους και άλλα πράγματα. Στη μέση φωνή το λέγεσθαι σημαίνει: κατατίθεμαι στην περισσυλογή της ηρεμίας. Λέχος είναι το ανάκλιντρο, λόχος είναι η ενέδρα, όπου καταθέτουμε και επιθέτουμε κάτι. Απομένει να διαστοχαστούμε επίσης και το αρχαίο Ρήμα ἀλέγω (α συνδετικό) που δεν χρησιμοποιούνταν πια ήδη από την εποχή του Αισχύλου και του Πινδάρου και σημαίνει: με ενδιαφέρει κάτι, με απασχολεί.
   Επίσης, είναι αδιαμφισβήτητο ότι λέγειν σημαίνει από την άλλη, και μάλιστα κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά: λέγω και ομιλώ.
   Πρέπει άραγε να αγνοήσουμε το καθαυτό νόημα του Ρήματος λέγειν, ως τιθέναι, προς όφελος αυτής της κυρίαρχης και τρέχουσας σημασίας, η οποία εξακολουθεί να μετασχηματίζεται ποικιλοτρόπως; Επιτρέπεται να τολμήσουμε κάτι τέτοιο; Ή είναι πια καιρός να αναμετρηθούμε με ένα ερώτημα που πιθανώς να κρίνει πολλά πράγματα; Το ερώτημα είναι:
   Πώς φτάνει τελικά το καθαυτό νόημα του λέγειν, το τιθέναι, να αποκτά και τη σημασία του λέγειν και του ομιλείν;'

  'Αλλά τι σημαίνει «λήθη»; Ο νεωτερικός άνθρωπος, που έχει την τάση να λησμονεί όσο γίνεται πιο γρήγορα, θα έπρεπε να γνωρίζει τι είναι η λήθη. Αλλά δεν το γνωρίζει. Λησμόνησε την ουσία της λήθης, αν ποτέ την έχει διαστοχαστεί αρκετά, αν έχει δηλαδή στοχαστεί προς την κατεύθυνση της ουσιώδους περιοχής της λησμονιάς. Η υπάρχουσα αδιαφορία για την ουσία της λήθης δεν οφείλεται καθόλου στον φευγαλέο τρόπο με τον οποίο σήμερα ζούμε. Ό,τι επισυμβαίνει σε μια τέτοια αδιαφορία έχει την προέλευση στην ίδια την ουσία της λήθης. Σε αυτήν προσιδιάζει να αποσύρει τον ίδιο της τον εαυτό και να περιπίπτει στην έλξη της ίδιας της κάλυψής της. Οι Έλληνες βίωσαν τη λησμονιά, την λήθην ως μοίρα της κάλυψης.
   Λανθάνομαι σημαίνει: παραμένω –όσον αφορά τον δεσμό ενός κατά τα άλλα εκκαλυμμένου με εμένα– καλυμμένος από τον εαυτό μου. Από την άλλη πλευρά του το εκκαλυμμένο, όπως και εγώ στον δεσμό μου με αυτό, είναι καλυμμένο. Το παρόν ον βυθίζεται στην κάλυψη, έτσι ώστε σε μια τέτοια κάλυψη να παραμένω εγώ ο ίδιος καλυμμένος ως εκείνος από τον οποίο αποσύρεται το παρόν ον. Ταυτοχρόνως, αυτή η κάλυψη από την πλευρά της είναι καλυμμένη. Αυτό συμβαίνει σε ένα περιστατικό που έχουμε κατά νου, όταν λέμε: λησμόνησα (κάτι). Με τη λησμονιά δεν είναι ότι μας διαφεύγει κάτι. Η ίδια η λησμονιά περιπίπτει στην κάλυψη και με τρόπο ώστε και εμείς οι ίδιοι, καθώς και ο δεσμός μας με το λησμονημένο, να περιερχόμαστε στην κατάσταση της κάλυψης. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες τη μέση φωνή και έλεγαν με έμφαση ἐπιλανθάνομαι. Με αυτόν τον τρόπο δήλωναν την κάλυψη στην οποία περιπίπτει ο άνθρωπος, και δήλωναν συνάμα και τον δεσμό τους με αυτό που αποσύρεται από τον άνθρωπο.
   Από τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί το λανθάνειν, την παραμονή στην κάλυψη, ως φέρον και κατευθυντήριο ρήμα, καθώς επίσης και από την εμπειρία της λήθης που την αποκτούν μέσω της κάλυψης, φαίνεται αρκετά καθαρά ότι το λανθάνω, το παραμένω καλυμμένος, δεν είναι ένας τρόπος μιας οποιασδήποτε ανθρώπινης συμπεριφοράς μεταξύ πολλών άλλων, αλλά ότι δηλώνει το θεμελιώδες χαρακτηριστικό κάθε συμπεριφοράς προς το παρόν και το απόν ον, εάν όχι μάλιστα το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ίδιας της παρουσίας και της απουσίας.'


Μάρτιν Χάιντεγκερ, Λόγος, Μοίρα, Αλήθεια: Ηράκλειτος, Παρμενίδης, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πλέθρον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου