'ἱκετεύω σε, γεραιά,
γεραιῶν ἐκ στομάτων, πρὸς
γόνυ πίπτουσα τὸ σόν·
— ἄνομοι ... — τέκνα λῦσαι. — φθιμένων
νεκύων οἳ καταλείπουσι μέλη
θανάτῳ λυσιμελεῖ θηρσὶν ὀρείοισι βοράν·

— ἐσιδοῦσ᾽ οἰκτρὰ μὲν ὄσσων
δάκρυ᾽ ἀμφὶ βλεφάροις, ῥυ-
σὰ δὲ σαρκῶν πολιᾶν
καταδρύμματα χειρῶν· τί γάρ; ἃ
φθιμένους παῖδας ἐμοὺς οὔτε δόμοις
προθέμαν οὔτε τάφων χώματα γαίας ἐσορῶ.

— ἔτεκες καὶ σύ ποτ᾽, ὦ πότνια, κοῦρον
φίλα ποιησαμένα λέ-
κτρα πόσει σῷ· μετά νυν
δὸς ἐμοὶ σᾶς διανοίας,
μετάδος δ᾽, ὅσσον ἐπαλγῶ μελέα
φθιμένων οὓς ἔτεκον·
παράπεισον δὲ σόν, ὤ, λισσόμεθ᾽, ἐλθεῖν
τέκνον Ἰσμηνὸν ἐμάν τ᾽ ἐς χέρα θεῖναι
νεκύων θαλερᾷ σώματ᾽ ἀλαίνοντ᾽ ἄταφα.

— ὁσίως οὔχ, ὑπ᾽ ἀνάγκας δὲ προπίπτου-
σα προσαιτοῦσ᾽ ἔμολον δε-
ξιπύρους θεῶν θυμέλας·
ἔχομεν δ᾽ ἔνδικα, καὶ σοί
τι πάρεστι σθένος ὥστ᾽ εὐτεκνίᾳ δυσ-
τυχίαν τὰν παρ᾽ ἐμοὶ
καθελεῖν· οἰκτρὰ δὲ πάσχουσ᾽ ἱκετεύω
σὸν ἐμοὶ παῖδα ταλαίνᾳ ᾽ν χερὶ θεῖναι
νέκυν, ἀμφιβαλεῖν λυγρὰ μέλη παιδὸς ἐμοῦ.

— ἀγὼν ὅδ᾽ ἄλλος ἔρχεται γόων γόων
διάδοχος, ἀχοῦσι προσπόλων χέρες.
ἴτ᾽ ὦ ξυνῳδοὶ κτύποι,
ἴτ᾽ ὦ ξυναλγηδόνες,
χορὸν τὸν Ἅιδας σέβει,
διὰ παρῇδος ὄνυχα λευκὸν
αἱματοῦτε χρῶτά τε φόνιον·
τὰ γὰρ φθιτῶν
τοῖς ὁρῶσι κόσμος.

— ἄπληστος ἅδε μ᾽ ἐξάγει χάρις γόων
πολύπονος, ὡς ἐξ ἀλιβάτου πέτρας
ὑγρὰ ῥέουσα σταγὼν
ἄπαυστος αἰεί· γόων,
τὸ γὰρ θανόντων τέκνων
ἐπιπονόν τι κατὰ γυναῖκας
ἐς γόους πέφυκε πάθος. ἔ ἔ.
θανοῦσα τῶνδ᾽
ἀλγέων λαθοίμαν.
'

*

'Με το γεροντικό μου στόμα,
γερόντισσα, σε ικετεύω
προσπέφτωτντας στα γόνατά σου·
— αχ! τους ανόσιους...
— λύτρωσε τα παιδιά μου,
— των σκοτωμένων τα κορμιά
που᾽ χει παγώσει ο θάνατος
και μην αφήσεις του βουνού
τ᾽ αγρίμια να τα κομματιάσουν.

— Κοίτα, απ᾽ τα βλέφαρά μου στάζουν
δάκρυα πικρά και με τα χέρια
τις γέρικές μου σάρκες σκίζω·
Ώω! τι να κάνω; Τα χαμένα
παιδιά μου ούτε στο σπίτι
πάνω σε στρώμα νεκρικό
τα στόλισα, ούτε βλέπω
να τα σκεπάζει χώμα του τάφου.

— Κυρά μου, μάνα είσαι κι εσύ,
του άντρα σου κι εσύ την κλίνη
γλύκανες σαν του γέννησες
αγόρι· συλλογίσου λίγο
τη θλίψη μου και νιώσε πόσο
πονώ η δυστυχισμένη εγώ
για τους χαμένους γιους που γέννησα·
πες στο παιδί σου, σε ικετεύουμε,
στον Ισμηνό πηγαίνοντας, να φέρει
και ν᾽ αποθέσει στην αγκάλη μας
των σκοτωμένων μας παλικαριών
τα σώματα, που δίχως τάφο
έτσι ατιμάζονται φριχτά.

— Δεν ήρθα για να προσκυνήσω,
μα στενεμένη απ᾽ την ανάγκη
προσπέφτω ικέτισσα
στους φλογοσκέπαστους βωμούς·
είναι το δίκιο με το μέρος μου
κι εσύ με το λαμπρό σου γιο
έχεις τη δύναμη να διώξεις
τη δυστυχία μου· σπλαχνίσου
τα πάθη μου, γι᾽ αυτό παρακαλάω
το φιο σου ν᾽ αποθέσει μέσα
στα χέρια μου τα ορφανεμένα
το πεθαμένο μου παιδί,
για ν᾽ αγκαλιάσω τα πικρά του μέλη.

— Κι άλλος θρήνος ζυγώνει καινούριος,
για να πάρει τη θέση του πρώτου μας θρήνου·
να, οι σκλάβες τα χέρια χτυπούνε·
μπρος, εσείς ω! συντρόφισσες
σε συμφορές και σε θρήνους, αρχίστε
το χορό που γλυκαίνει τον Άδη.
Τα μάγουλα σκίστε με τ᾽ άσπρα σας νύχια,
κοκκινίστε με το αίμα την όψη σας·
για όσους ζουν, μοναχό τους στολίδι
να προσφέρουν τιμές στους νεκρούς.

— Τούτη η αχόρταγη γλύκα του θρήνου,
πόνο γεμάτη, με σέρνει
κι είναι ατέλειωτη, σάμπως
το νερό του γκρεμού που ολοένα σταλάζει·
οι γυναίκες απ᾽ τη φύση τους το ᾽χουν
να ξεσπούν σε πικρά μοιρολόγια
για το θάνατο κλαίγοντας
των παιδιών του. Μακάρι,
αχ! μακάρι να πέθαινα κι έτσι
τις οδύνες μου αυτές να ξεχνούσα.'


Ευριπίδης, Ικέτιδες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Ο ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΗΤΗΣ [απόσπασμα]


Οι πετεινοί στον ορνιθώνα, ο Γαλάτης κορυδαλλός,
Του γαλατά οι κάδοι και οι καμπάνες στον αέρα,
Βήματα στο πλακόστρωτο, το τζάμι φωτεινό,
Είναι η λάμψη της χαράς στην γκρίζα φύλακη.

Κύριοι, δε φοβάμαι! Αν το κεφάλι μου κυλήσει
Στο καλάθι της λαιμητόμου μαζί με το δικό σου,
Ή πάλι αν είμαι τυχερός στους υπέροχους μηρούς σου
Και καλύτερα, πουλάκι μου, αν πέσει στο στο λαιμό σου...

Τραγικός, κοίτα, βασιλιάς με μισάνοιχτο στόμα
Μπαίνω στους λυπημένους σου αμμόκηπους
Όπου καυλώνεις, μόνος, με δυο δάχτυλα υψωμένα
Και το κεφάλι σκεπασμένο με λινό γαλάζιο πέπλο.

Παραληρώ, ο ηλίθιος σα να σε βλέπω,
Βασίλισσά μου, έρωτά μου και τραγούδι!
Φάντασμα στο σοβά του τοίχου, αρσενικό,
Ή θόλωσαν τα μάτια μου και με γελάνε;

Μια μελωδία εωθινή ας ψάλει η άστατη καρδιά σου
Κι έλα, μην είσαι αυστηρός, δώσε μου ένα φιλί...
Θε᾽ μου, θα τα τινάξω, χωρίς έστω μια φορά
Να σ᾽ έχω σφίξει στην καρδιά μου, στην ψωλή μου απάνω!

Θε᾽ μου, συχγώρεση ζητώ, που έχω αμαρτήσει!
Οι πόνοι μου, τα πάθη μου, τα δάκρυα της φωνής μου
Η συμφορά του εξόριστου απ᾽ την ωραία Γαλλία
Λέω πως φτάνουν, Κύριε, κάνε να κοιμηθώ
                Με τσάκισε η ελπίδα!

Στη μυρωμένη σου αγκαλιά, στους πύργους του χιονιού!
Κύριε του σκότους, ξέρω να προσεύχομαι ακόμη.
Εγώ, πατέρα μου, εγώ είμαι που φώναξα μια μέρα:
Δόξα εν υψίστοις, δόξα στον προστάτη μου θεό,
                Τον φτεροπόδαρο Ερμή!

Από το θάνατο ζητώ γαλήνη, αιώνιο ύπνο
Με τις χορείες των Σεραφείμ, θυμιάματα και ύμνους
Και με αγγελούδια που ζεστά φοράνε παλτουδάκια
Νύχτες ανήλιαγες, χωρίς φεγγάρι, καρτερώντας
                Σε ασάλευτους χερσότοπους.



Ζαν Ζενέ, Ο Σκοινοβάτης. Ο Θανατοποινήτης, μτφρ. Χριστόφορος Λιοντάκης, εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

  'Η ίδια η ψυχή ας είναι μια ιδέα. Υπ᾽ αυτή την έννοια, η ψυχή ας είναι μια διάθεση ή τροποποίηση του Θεού υπό το κατηγόρημα «σκέψη», όπως το σώμα μας είναι μια διάθεση ή τροποποίηση του Θεού υπό το κατηγόρημα «έκταση». Αυτή η ιδέα που συγκροτεί την ψυχή ή το πνεύμα μας είναι δεδομένη στο Θεό. Ο Θεός κατέχει αυτή την ιδέα, αλλά την κατέχει ακριβώς στο μέτρο που επηρεάζεται από μια άλλη ιδέα, που είναι αιτία της. Την κατέχει, αλλά στο μέτρο που κατέχει «συνάμα» μια άλλη ιδέα, δηλ. την ιδέα άλλου πράγματος. «Η αιτία της ιδέας ενός ιδιαίτερου πράγματος είναι μια άλλη ιδέα, δηλαδή ο Θεός, καθόσον θεωρείται, ως επηρεαζόμενος από μια άλλη ιδέα· και αυτής επίσης αιτία είναι ο Θεός καθόσον επηρεάζεται από μια άλλη ιδέα, και έτσι επ᾽ άπειρον». Ο Θεός όχι μόνο κατέχεί όλες τις ιδέες όσες και τα υπαρκτά πράγματα, αλλά και όλες οι ιδέες, όπως είναι εν Θεώ, εκφράζουν την αιτία τους και την ουσία του Θεού, η οποία καθορίζει αυτή την αιτία. «Όλες οι ιδέες υπάρχουν εν Θεώ και, καθόσον αναφέρονται στο Θεό, είναι αληθείς και εντελείς». Αντίθετα, μπορούμε ήδη να εικάσουμε ότι αυτή την ιδέα, που συγκροτεί την ψυχή μας, δεν την έχουμε. Τουλάχιστον, δεν την έχουμε άμεσα· διότι υπάρχει εν Θεώ, αλλά μόνο στο μέτρο που αυτός κατέχει επίσης την ιδέα άλλου πράγματος.
   Ο τρόπος μετέχει στη δύναμη του Θεού, όπως το σώμα μας μετέχει στη δύναμη του υπάρχειν και η ψυχή μας μετέχει στη δύναμη του σκέπτεσθαι. Ο τρόπος είναι ταυτόχρονα μέρος: μέρος της δύναμης του Θεού και μέρος της Φύσης. Άρα, υφίσταται αναγκαία την επιρροή των άλλων μερών. Οι άλλες ιδέες ενεργούν αναγκαία στην ψυχή μας, όπως τα άλλα σώματα στο σώμα μας. Εδώ, εμφανίζονται «διαθέσεις» ενός δευτερογενούς είδους: δεν πρόκειται πια για το ίδιο το σώμα, αλλά γι᾽ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σώμα· δεν πρόκειται πια για την ψυχή (ιδέα του σώματος), αλλά γι᾽ αυτό που συμβαίνει μέσα στην ψυχή (ιδέα εκείνου που συμβαίνει μέσα στο σώμα). Έτσι, υπ᾽ αυτή την έννοια έχουμε ιδέες· διότι οι ιδέες αυτών των διαθέσεων υπάρχουν εν Θεώ, αλλά στο μέτρο που ο Θεός εξηγείται μόνο μέσω της ψυχής μας, ανεξάρτητα από τις άλλες ιδέες που έχει· άρα, αυτές οι ιδέες υπάρχουν μέσα μας. Εάν έχουμε μια γνώση των εξωτερικών σωμάτων, του δικού μας σώματος, της ίδιας της ψυχής μας, τούτο συμβαίνει μόνον μέσω αυτών των ιδεών των διαθέσεων. Μόνο αυτές μάς είναι δεδομένες: αντιλαμβανόμαστε τα εξωτερικά σώματα μόνο στο μέτρο που μας επηρεάζουν, αντιλαμβανόμαστε το σώμα μας μόνο στο μέτρο που επηρεάζεται και αντιλαμβανόμαστε την ψυχή μας μέσω της ιδέας της ιδέας του επηρεασμού. Εκείνο που αποκαλούμε «αντικείμενο» είναι μόνο το αποτέλεσμα ενός αντικειμένου πάνω στο σώμα μας· εκείνο που αποκαλούμε «εγώ», είναι μόνο η ιδέα που έχουμε του σώματος και της ψυχής μας καθόσον αυτά υφίστανται ένα αποτέλεσμα. Εδώ, το δεδομένο παρουσιάζεται ως η πιο μύχια και πιο βιωμένη σχέση, καθώς επίσης και η πιο συγκεχυμένη, ανάμεσα στη γνώση των σωμάτων, τη γνώση του σώματός μας και τη γνώση του εαυτού μας.
   Ας θεωρήσουμε αυτές τις ιδέες που έχουμε, οι οποίες αντιστοιχούν στο αποτέλεσμα ενός αντικειμένου πάνω στο σώμα μας. Αφενός, εξαρτώνται από τη δύναμή μας του γνωρίζειν, δηλ. από την ψυχή ή το πνεύμα μας, όπως και από τη μορφική τους αιτία. Αλλά δεν έχουμε την ιδέα του σώματος ούτε της ψυχής μας ανεξάρτητα από το υφιστάμενο αποτέλεσμα. Δεν είμαστε συνεπώς σε θέση να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως τη μορφική αιτία των ιδεών που έχουμε· αυτές εμφανίζονται σε ύψιστο βαθμό ως το προϊόν της τύχης. Αφετέρου, οι ιδέες μας έχουν ως υλικές αιτίες ιδέες εξωτερικών πραγμάτων. Όμως ούτε αυτές τις ιδέες εξωτερικών πραγμάτων τις έχουμε· υπάρχουν εν Θεώ, αλλά όχι στο μέτρο που αυτός συγκροτεί την ψυχή ή το πνεύμα μας. Επομένως, δεν κατέχουμε τις ιδέες μας μέσα σε τέτοιες συνθήκες, ώστε να μπορούν να εκφράσουν την (υλική) αιτία τους. Αναμφίβολα, οι ιδέες μας των διαθέσεων «περικλείουν» την αιτία τους, δηλ. την αντικειμενική ουσία του εξωτερικού σώματος· αλλά δεν το «εκφράζουν», δεν το «εξηγούν». Ομοίως, περικλείουν τη δύναμή μας του γνωρίζειν, αλλά δεν εξηγούνται μέσω αυτής και παραπέμπουν στην τύχη. Να που, σε αυτή την περίπτωση, η λέξη «περικλείειν» δεν είναι πλέον ένα συσχετικό στοιχείο του «εξηγείν» η του «εκφράζειν», αλλά αντιτίθεται σε αυτά, υποδηλώνοντας τη μείξη του εξωτερικού σώματος και του σώματός μας μέσα στη διάθεση της οποίας έχουμε την ιδέα. Η πιο συχνή διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Σπινόζα είναι η ακόλουθη: οι ιδέες μας των διαθέσεων δείχνουν μια κατάσταση του σώματος μας, αλλά δεν εξηγούν τη φύση ή την ουσία του εξωτερικού σώματος. Τούτο σημαίνει ότι οι ιδέες που έχουμε είναι σημεία, ενδεικτικές εικόνες τυπωμένες μέσα μας και όχι εκφραστικές ιδέες σχηματισμένες από εμάς· αντιλήψεις ή φαντασίες, όχι κατανοήσεις.
   Η εικόνα, στην κυριολεξία, είναι το αποτύπωμα, το ίχνος ή η φυσική εντύπωση, η ίδια η διάθεση του σώματος, το αποτέλεσμα ενός σώματος πάνω στα ρευστά ή μαλακά μέρη του δικού μας· η εικόνα, με τη μεταφορική έννοια, είναι η ιδέα της διάθεσης, που μας γνωστοποιεί μόνο το αντικείμενο μέσω του αποτελέσματός του. Αλλά μια τέτοια γνώση δεν αποτελεί πραγματική γνώση, στην καλύτερη περίπτωση θα τη χαρακτηρίζαμε αναγνώριση. Εξ αυτού απορρέουν τα χαρακτηριστικά της ένδειξης εν γένει: η πρώτη «ένδειξη» δεν είναι ποτέ η ουσία μας, αλλά μια στιγμιαία κατάσταση της μεταβλητής μας συγκρότησης· η δευτερογενής (έμμεση) ένδειμξη δεν είναι ποτέ η ουσία ή η φύση ενός εξωτερικού πράγματος, αλλά η εμφάνιση, που μας επιτρέπει μόνο να αναγνωρίσουμε το πράγμα ξεκινώντας από το αποτέλεσμά του και συνεπώς να βεβαιώσουμε την απλή παρουσία του, δικαίως ή αδίκως. Οι ιδέες που έχουμε, προϊόντα της τύχης και των συναντήσεων, χρησιμεύουν στην αναγνώριση, είναι καθαρά ενδεικτικές, μη εκφραστικές δηλ. ατελείς. Η ατελής δεν είναι ούτε απόλυτη στέρηση ούτε απόλυτη άγνοια: περικλείει μια στέρηση γνώσης.'

Ζιλ Ντελέζ, Ο Σπινόζα και το Πρόβλημα της Έκφρασης, μτφρ. Φώτης Σιατίτσας, εκδ. Κριτική

  'Τὸ βλέφατο λυπημένο — παραμόνευες, ὅπου ἡ χίμαιρα χτυπιέται. Ὅμως, σάν ἀπό θαῦμα ξεκολλημένος ἀπό τά σκοτάδια μου, γιά τά σεντόνια μου, νά πού ἔρχεσαι νά μέ γλείψεις ἐπιδερμικά, ἀκόμα ἀθῶος, δισταχτικός ἀνάμεσα στό παιδί καί στόν νεαρό καβαλάρη, στό κορίτσι καί στόν ἥλιο, στό τριαντάφυλλο καί στό ἀγόρι, στή σελήνη καί στό θάνατο — στό δευτερόλεπτο κάθε φορά μιᾶς ἄλλης μεταμόρφωσης — στό θάνατο καί σ᾽ αὐτό τό βιβλίο. Σέ ποιόν, ἄν ὄχι σέ σένα, νά μιλήσω γιά σένα, γιά ν᾽ ἀποκαταστήσω — ἕως τό δίκαιο ἀφανισμό μιᾶς ἠχοῦς πού ὁλοένα βουβαίνεται — ἕναν ἀνώφελο διάλογο; Σ᾽ ὅ,τι σέ ἀφορᾶ, νά οἱ χειρότερες λεπτομέρειες. Κατάφυγε πρῶτα μές στόν τρόμο αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ἔπειτα μές στή δική μας σύγχυση, ὕστερα μέσα σέ μιά περιοχή μοναχική, ἀσύλληπτη, στό Θρύλο, ἐάν τό τολμᾶς. Εἰδάλλως, βρές ξανά τό δρόμο τῶν διαθέσεών μου: αἶμα, δάκρυα, σπέρματα, γιά τόν πιό κρυφό μου ὀργασμό· κουλουριάσου ἐκεῖ, καί μέσα σ᾽ αὐτή τήν κύστη ἄρχισε ξανά τήν ἀγρύπνια τοῦ ἑνός ματιού σου.'

Ζαν Ζενέ, Αποσπάσματα..., μτφρ. Ελένη Μαχαίρα, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία

  '« Κύριε Ζενέ », μοῦ εἶπε, « ἡ Διοίκηση μὲ ὑποχρεώνει νὰ τοὺς παίρνω τὰ μαχαίρια. Ὁπότε κι ἐγὼ ὑπακούω. Ὅμως, κοιτάξτε τα. Θέλετε νὰ μοῦ πεῖτε ἄν σᾶς μοιάζουν ἐπικίνδυνα ; Εἶναι ντενεκεδένια. Ντενεκεδένια ! Μὲ αὐτὰ εἲναι ἀδύνατον νὰ σκοτώσεις ἄνθρωπο ». Ἀγνοοῦσε ἄραγε πὼς ὅσο ἀποστασιοποιεἶται ἀπὸ τὴν πρακτικὴ χρήση γιὰ τὴν ὁποία προορίζεται, τὸ ἀντικείμενο μεταμορφώνεται καὶ γίνεται σύμβολο ; Μπορεῖ ἐνίοτε νὰ ἀλλάξει ἀκόμα καὶ μορφή: τότε λέμε ὅτι στυλιζαρίστηκε. Τότε εἶναι ποὺ δρᾶ ὑπόγεια, προκαλώντας τρομερὲς καταστροφὲς στὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν. Χωμένο σὲ ἕνα ἀχυρόστρωμα ἤ κρυμμένο στὴ φόδρα ἑνὸς σακακιοῦ, ἀκόμα καλύτερα ἑνὸς παντελονιοῦ –ὄχι γιὰ περισσότερη ἄνεση, ἀλλὰ προκειμένου να ’ναι κοντὰ στὸ ὄργανο τοῦ ὁποίου συνιστᾶ τὸ ἰσχυρότερο σύμβολο–, ἀποτελεῖ σημεῖο αὐτοῦ καθεαυτοῦ τοῦ φόνου ποὺ τὸ παιδὶ δὲν πρόκειται νὰ διαπράξει στ’ ἀλήθεια ἀλλὰ θὰ αὐγατίζει τὴν ὀνειροπόλησή του, κατευθεύνοντάς την, ἐλπίζω, πρὸς τὶς πλέον ἐγκληματικές ἐκδοχές της. Ποιά λοιπὸν χρησιμότητα ὑπηρετεῖται ὅταν τοῦ ἀφαιροῦν τὸ μαχαίρι ; Τὸ παιδὶ θὰ ἐπιλέξει ἕνα ἄλλο, φαινομενικὰ πιὸ ἀθῶο, ἀντικείμενο ὡς σημεῖο τοῦ φόνου, κι ἄν τοῦ τὸ ἀφαιρέσουν καὶ αὐτό, θὰ διαφυλάξει μέσα του, σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ, τὴν πιὸ ἁδρὴ εἰκόνα τοῦ ὅπλου.'

Ζαν Ζενέ, Το Παιδί Εγκληματίας, μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Άγρα

Ανάθημα

Στα  κορίτσια του Φλόρες

Τα κορίτσια του Φλόρες έχουν μάτια γλυκά σαν τα ζαχαρωμένα αμύγδαλα της Confiteria del Molino, και φορούν μεταξωτούς φιόγκους που γεύονται τους γλουτούς φτερουγίζοντας σαν πεταλούδες.

Τα κορίτσια του Φλόρες κάνουν βόλτα αγκαζέ, για να μοιραστούν την αναστάτωσή τους, κι αν κάποιος τις κοιτάξει κατάματα, σφίγγουν τα πόδια από φόβο ότι το φύλο τους θα πέσει στο πεζοδρόμιο.

Όταν σουρουπώνει, όλες τους κρεμούν τα άγουρα στήθη τους στα σιδερένια κλαδιά των μπαλκονιών, ώστα τα φουστάνια τους να κοκκινίσουν όταν τις νιώσουν γυμνές, και τη νύχτα, ρυμουλκούμενες από τις μαμάδες τους –σημαιοστολισμένες σαν φρεγάτες– βγαίνουν βόλτα στην πλατεία, για να εκσπερματώσουν οι άντρες λόγια στο αφτί τους και οι φωσφορίζουσες θηλές τους να αναβοσβήσουν σαν πυγολαμπίδες.

Τα κορίτσια του Φλόρες ζουν με την αγωνία μην τυχόν σαπίσουν οι γλουτοί τους σαν πολυκαιρισμένα μήλα, και ο πόθος των ανδρών τις πνίγει τόσο που κάποιες φορές θα ήθελαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν όπως από έναν κορσέ, μιας και δεν έχουν το κουράγιο να κόψουν το κορμί τους κομματάκια και να το πετάξουν σε όσους περνούν απ’ το πεζοδρόμιο.

Μπουένος Άιρες, Οκτώβριος 1920


Ολιβέριο Χιρόντο, Είκοσι Ποιήματα για να Διαβαστούν στο Τραμ, επιμέλεια μετάφρασης: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Σαιξπηρικόν

Frame grab from Harmony Korine’s Gummo (1997)

  'Διαισθάνεται κανείς ότι σε κάθε μεταφορά ενυπάρχει κάτι υπόρρητο που την καθιστά προνομιακό ρητορικό μέσο σε σχέση με την ομοφωνία, στις περιπτώσεις όπου η μονοσημαντότητα δεν έχει επιτευχθεί ή είναι αδύνατη. Η διεργασία της γνώσης έχει τίμημα. Το να ορίζει κανείς το χρόνο ως αυτό που μετριέται με ένα ρολόι μοιάζει εύλογο και είναι ένας εξαιρετικά πραγματιστικός τρόπος για την αποφυγή των διαφωνιών. Αλλά αυτό είναι ό,τι έχουμε όλο κι όλο καταφέρει από τότε που ξεκινήσαμε να ρωτάμε τι είναι χρόνος;
   Η θέση ότι ο χρόνος δεν είναι συλλογιστική έννοια αποτελεί μια αμυντική κίνηση που επιτρέπει στον Καντ να υπερβεί τον απόλυτο νευτώνειο χρόνο και να τον μετατρέψει σε a priori μορφή της εσωτερικής αίσθησης. Όταν όμως ο Καντ εισάγει τον χρονικό καθορισμό στο επιχείρημά του για την «ανασκευή του ιδεαλισμού», στη δεύτερη έκδοση της Κριτικής του καθαρού Λόγου, καθίσταται σαφές ότι και γι’ αυτόν η εποπτεία του χρόνου στηρίζεται στη μεταφορά του χώρου, η οποία δεν μπορεί να απαλειφθεί. Το γεγονός αυτό ενδεχομένως να σχετίζεται με τον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος, στον οποίο οι λειτουργίες που σχετίζονται με την παράσταση του χώρου είναι γενετικά προγενέστερες των αντίστοιχων της παράστασης του χρόνου.
   Στην περίπτωση αυτή, εξακολουθεί άραγε να αποτελεί αναγκαία μεταφορά η παράσταση του fluxus temporis, της ροής του χρόνου; Μήπως το γεγονός ότι η απόλυτη μεταφορά της ροής του χρησιμοποιείται αφενός για τη συνείδηση και αφετέρου για τη συγκρότηση του χρόνου είναι ο καθοδηγητικός μίτος που επιτρέπει στη φαινομενολογία να εξηγήσει το χρόνο ως την πρωταρχική δομή της συνείδησης; Μήπως η εφαρμογή της αρχής διατήρησης της ουσίας στον συγκεκριμένο μεταφορικό τύπο είναι αυτή που επιτρέπει το επόμενο βήμα, το οποίο αποτόλμησε ο Όττο Λίμπμαν (Otto Liebmann) και συνίσταται στο να «φανταζόμαστε» το εγώ ως «τη γαλήνια ακτή, ή μάλλον το στέρεο νησί στο οποίο εκβάλλει η ροή των γεγονότων, ο fluxus temporis»;
   Τέλος, ας θυμηθούμε ότι ιστορικά η μεταφορά της ροής του χρόνου χρησιμοποιήθηκε αποδομητικά από τον Φράνσις Μπαίηκον, από αυτό το ρεύμα, έφτασε μέχρι τη θέση που βρισκόμαστε επί του παρόντος μόνο ό,τι ήταν αρκετά ελαφρύ για να μη βυθιστεί στο ποτάμι· προφανής μεταφορά για την αποτυχία της παράδοσης έναντι του βάρους της αλήθειας.'

Χανς Μπλούμενμπεργκ, Ναυάγιο με Θεατή, μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας, εκδ. Αντίποδες


'Οὐδεὶς ἀνὴρ εὔψυχος ἀξιοῖ λάθρᾳ
κτεῖναι τὸν ἐχθρόν, ἀλλ᾽ ἰὼν κατὰ στόμα.
τοῦτον δ ὃν ἵζειν φὴς σὺ κλωπικὰς ἕδρας
καὶ μηχανᾶσθαι, ζῶντα συλλαβὼν ἐγὼ
πυλῶν ἐπ ἐξόδοισιν ἀμπείρας ῥάχιν
στήσω πετεινοῖς γυψὶ θοινατήριον.
λῃστὴν γὰρ ὄντα καὶ θεῶν ἀνάκτορα
συλῶντα δεῖ νιν τῷδε κατθανεῖν μόρῳ.'

*

'Κανείς αντριωμένος δεν το θέλει
με δόλο να χτυπήσει τον εχθρό του·
πηγαίνει στ᾽ ανοιχτά, στήθος με στήθος.
Αυτόν που λες πως κρύφιες στήνει ενέδρες
σαν κλέφτης και σοφίζεται καρτέρια,
θα πιάσω ζωντανό και μπρος στις πύλες
θ᾽ αφήσω σουβλισμένο να τον φάνε
τα όρνια. Γιατί όποιος κλέβει ανόσια
τους ναούς των θεών κι αρπάζει ολούθε,
τέτοιος μονάχα θάνατος του πρέπει.'


Ευριπίδης, Ρήσος, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

  'Μακρότερον μέν, ἔφη, διηγήσασθαι· ὅμως δέ σοι ἐρῶ. ὅτε γὰρ ἐγένετο ἡ Ἀφροδίτη, ἡστιῶντο οἱ θεοὶ οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τῆς Μήτιδος ὑὸς Πόρος. ἐπειδὴ δὲ ἐδείπνησαν, προσαιτήσουσα οἷον δὴ εὐωχίας οὔσης ἀφίκετο ἡ Πενία, καὶ ἦν περὶ τὰς θύρας. ὁ οὖν Πόρος μεθυσθεὶς τοῦ νέκταρος—οἶνος γὰρ οὔπω ἦν—εἰς τὸν τοῦ Διὸς κῆπον εἰσελθὼν βεβαρημένος ηὗδεν. ἡ οὖν Πενία ἐπιβουλεύουσα διὰ τὴν αὑτῆς ἀπορίαν παιδίον ποιήσασθαι ἐκ τοῦ Πόρου, κατακλίνεταί τε παρ᾽ αὐτῷ καὶ ἐκύησε τὸν Ἔρωτα.
   διὸ δὴ καὶ τῆς Ἀφροδίτης ἀκόλουθος καὶ θεράπων γέγονεν ὁ Ἔρως, γεννηθεὶς ἐν τοῖς ἐκείνης γενεθλίοις, καὶ ἅμα φύσει ἐραστὴς ὢν περὶ τὸ καλὸν καὶ τῆς Ἀφροδίτης καλῆς οὔσης. ἅτε οὖν Πόρου καὶ Πενίας ὑὸς ὢν ὁ Ἔρως ἐν τοιαύτῃ τύχῃ καθέστηκεν. πρῶτον μὲν πένης ἀεί ἐστι, καὶ πολλοῦ δεῖ ἁπαλός τε καὶ καλός, οἷον οἱ πολλοὶ οἴονται, ἀλλὰ σκληρὸς καὶ αὐχμηρὸς καὶ ἀνυπόδητος καὶ ἄοικος,
   χαμαιπετὴς ἀεὶ ὢν καὶ ἄστρωτος, ἐπὶ θύραις καὶ ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος, τὴν τῆς μητρὸς φύσιν ἔχων, ἀεὶ ἐνδείᾳ σύνοικος. κατὰ δὲ αὖ τὸν πατέρα ἐπίβουλός ἐστι τοῖς καλοῖς καὶ τοῖς ἀγαθοῖς, ἀνδρεῖος ὢν καὶ ἴτης καὶ σύντονος, θηρευτὴς δεινός, ἀεί τινας πλέκων μηχανάς, καὶ φρονήσεως ἐπιθυμητὴς καὶ πόριμος, φιλοσοφῶν διὰ παντὸς τοῦ βίου, δεινὸς γόης καὶ φαρμακεὺς καὶ σοφιστής· καὶ οὔτε ὡς ἀθάνατος πέφυκεν οὔτε ὡς θνητός,
   ἀλλὰ τοτὲ μὲν τῆς αὐτῆς ἡμέρας θάλλει τε καὶ ζῇ, ὅταν εὐπορήσῃ, τοτὲ δὲ ἀποθνῄσκει, πάλιν δὲ ἀναβιώσκεται διὰ τὴν τοῦ πατρὸς φύσιν, τὸ δὲ ποριζόμενον ἀεὶ ὑπεκρεῖ, ὥστε οὔτε ἀπορεῖ Ἔρως ποτὲ οὔτε πλουτεῖ, σοφίας τε αὖ καὶ ἀμαθίας ἐν μέσῳ ἐστίν. ἔχει γὰρ ὧδε.
   θεῶν οὐδεὶς φιλοσοφεῖ οὐδ᾽ ἐπιθυμεῖ σοφὸς γενέσθαιἔστι γάροὐδ᾽ εἴ τις ἄλλος σοφός, οὐ φιλοσοφεῖ. οὐδ᾽ αὖ οἱ ἀμαθεῖς φιλοσοφοῦσιν οὐδ᾽ ἐπιθυμοῦσι σοφοὶ γενέσθαι· αὐτὸ γὰρ τοῦτό ἐστι χαλεπὸν ἀμαθία, τὸ μὴ ὄντα καλὸν κἀγαθὸν μηδὲ φρόνιμον δοκεῖν αὑτῷ εἶναι ἱκανόν. οὔκουν ἐπιθυμεῖ ὁ μὴ οἰόμενος ἐνδεὴς εἶναι οὗ ἂν μὴ οἴηται ἐπιδεῖσθαι.'

*

'— Είναι μεγάλη ιστορία, είπε, για να σου τη διηγηθώ, αλλά θα σου την πω. Όταν λοιπόν γεννήθηκε η Αφροδίτη, έτρωγαν οι θεοί, και μαζί τους κι ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος. Αφού δείπνησαν, έφτασε η Πενία, για να ζητιανέψει σ᾽ αυτό το τόσο μεγάλο φαγοπότι, και στεκόταν στην πόρτα. Ο Πόρος λοιπόν, μεθυσμένος από το νέκταρ (γιατί το κρασί δεν υπήρχε ακόμα), μπήκε στον κήπο του Δία και βαρύς από το πιοτό αποκοιμήθηκε. Η Πενία τότε, επειδή ακριβώς ήταν άπορη, σκέφτηκε να κάνει παιδί από τον Πόρο. Ξάπλωσε λοιπόν κοντά του και γέννησε τον Έρωτα.
   Γι᾽ αυτό και έγινε ακόλουθος και υπηρέτης της Αφροδίτης ο Έρωτας, επειδή γεννήθηκε στα γενέθλιά της και επειδή συγχρόνως είναι και από τη φύση του εραστής του ωραίου, και είναι και η Αφροδίτη ωραία. Όντας λοιπόν γιος του Πόρου και της Πενίας, ο Έρωτας βρίσκεται σ᾽ αυτή την κατάσταση. Πρώτα πρώτα είναι πάντοτε πένης, και καθόλου απαλός και ωραίος, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά σκληρός και βρόμικος και ξυπόλυτος και άστεγος.
   Ξαπλώνει πάντοτε κατάχαμα και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαθρο έξω από τις πόρτες και στους δρόμους, έχοντας τη φύση της μητέρας του, και παντοτινή σύντροφο την ένδεια. Από τον πατέρα του πάλι, κυνηγάει τα ωραία και τα καλά, όντας ανδρείος και ριψοκίνδυνος και ορμητικός, δεινός κυνηγός, μηχανευόμενος συνεχώς κάτι, παθιασμένος για γνώση και επινοητικός, φιλοσοφώντας ολόκληρη τη ζωή του, δεινός γητευτής και μάγος και σοφιστής. Και ούτε αθάνατος είναι από τη φύση του, ούτε θνητός·
   αλλά την ίδια μέρα πότε ανθεί και ζει, πότε πεθαίνει, και αναβιώνει και πάλι όταν τα καταφέρνει χάρη στη φύση του πατέρα του· κι εκείνο που αποκτάει, του φεύγει πάντοτε γρήγορα, ώστε ο Έρωτας δεν είναι ποτέ ούτε φτωχός ούτε πλούσιος. Βρίσκεται επίσης ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια. Κι αυτό γιατί συμβαίνει το εξής:
   από τους θεούς κανείς δεν φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός (αφού είναι), κι αν είναι και κανείς άλλος σοφός, δεν φιλοσοφεί· ούτε πάλι και οι αμαθείς φιλοσοφούν κι ούτε επιθυμούν να γίνουν σοφοί, γιατί αυτό ακριβώς είναι το κακό της αμάθειας, μη όντας κανείς ούτε ωραίος ούτε καλός ούτε σώφρων, να νομίζει ότι τα έχει όλα αυτά σε ικανοποιητικό βαθμό. Δεν επιθυμεί λοιπόν εκείνος που δεν πιστεύει ότι του λείπει κάτι εκείνο που δεν πιστεύει ότι του λείπει.'


Πλάτων, Συμπόσιον (ή περί Έρωτος), μτφρ. Ηλέκτρα Ανδρεάδη, εκδ. Κάκτος

  'Τὸ πράγμα που μ᾽ ἐνδιέφερε ἐμένα, βασιλιὰ χωρὶς ὑπηκόους, καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ διάταξη τοῦ σαρκίου μου δὲν ἦταν παρὰ τὸ πιὸ μακρινὸ καὶ μάταιο τῶν ἀντανακλάσεων, ἦταν ἡ ἐγκεφαλικὴ ὑπτίαση, τὸ ἀποκοίμισμα τῆς ἰδέας τοῦ ἐγὼ καὶ τῆς ἰδέας αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ὑπολείμματος ἀπὸ δηλητηριώδεις μηδαμινότητες ποὺ τὸ ὀνομάζουμε ὄχι-ἐγώ, ἤ ἀκόμη καὶ κόσμο, ἀπὸ τεμπελιά. Ἀλλὰ στὰ εἰκοσιπέντε του χρόνια καυλώνει ἀκόμη, ὁ σύγχρονος ἄνδρας, ἀπὸ μόνος του ἀκόμη, ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, εἶναι ὁ κλῆρος τοῦ καθενός, κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἀποτελοῦσα ἐξαίρεση, ἐὰν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ὀνομάσει αὐτὸ καύλωμα. Φυσικὰ αὐτὴ τὸ κατάλαβε, οἱ γυναῖκες μυρίζονται ἕνα πέος σηκωμένο ἀπὸ ἀπόσταση δέκα χιλιομέτρων καὶ πάνω, καὶ ἀναρωτιοῦνται, Πῶς μπόρεσε νὰ μὲ δεῖ, ἐκεῖνος ἐκεῖ; Δὲν εἶσαι πλέον ὁ ἑαυτός σου, κάτω ὰπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, καὶ εἲναι ὁδυνηρὸ νὰ μὴν εἶσαι πλέον ὁ ἑαυτός σου, ἀκόμη πιὸ ὀδυνηρὸ ἀπὸ νὰ εἶσαι, ὅ,τι καὶ νὰ λένε γι᾽ αὐτό. Γιατὶ ὅταν εἶσαι ὁ ἑαυτός σου, ξέρεις αὐτὸ ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις γιὰ νὰ εἶσαι λιγότερο, ἐνῶ ὅταν δὲν εἶσαι πλέον ὁ ἑαυτός σου, γίνεσαι ὁ ὁποιοσδήποτε, δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ καλυφθεῖς. Αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἔρωτα εἶναι ἡ ἐξορία, μὲ μιὰ καρτ ποστὰλ ἀπ᾽ τὴν πατρίδα πότε πότε, νὰ πῶς αἰσθάνομαι τοῦτο τὸ βράδυ.'

Σάμουελ Μπέκετ, Πρώτος Έρωτας,  μτφρ. Αχιλλέας Αλεξάνδρου, εκδ. Άγρα

  'Όσο η σύγχρονη ψυχολογία διεισδύει στον εσωτερικό μηχανισμό του ανθρώπου, τόσο καθίσταται φανερό ότι η λειτουργία της βούλησης και γενικά του πνεύματος δεν είναι δημιουργική, αλλά απλώς διορθωτική. Η βούληση δεν κινεί, αλλά αναστέλλει τη μία ή την άλλη προ-βουλητική ορμή η οποία ανεβαίνει όπως ένα φυτό από το ψυχικό μας υπέδαφος. Η επέμβαση της βούλησης είναι, λοιπόν, αρνητική. Αν κάποτε μας φαίνεται ότι συμβαίνει το αντίθετο, είναι για τον εξής λόγο: καθώς οι τάσεις, οι ορέξεις, οι επιθυμίες μας περιπλέκονται, συμβαίνει η μία να επενεργεί πάνω στην άλλη σαν τροχοπέδη. Η βούληση, εξουδετερώνοντας αυτή την τροχοπέδη, επιτρέπει στην κλίση που πριν είχε συγκρατηθεί να εκφραστεί και να φανερωθεί πλήρως. Έτσι, η «βούλησή» μας φαίνεται να έχει μια ενεργητική δύναμη, ενώ επακριβώς έχει αφαιρέσει απλώς τους υδατοφράχτες που συγκρατούσαν την προϋπάρχουσα αυτή ορμή.'

  'Ο έρωτας είναι ο πόθος της γενεσιουργίας μέσα στην ομορφιά - τίκτειν εν τω καλώ, έλεγε ο Πλάτων. Γενεσιουργία, δημιοργία του μέλλοντος. Ομορφιά, τέλεια ζωή. Ο έρωτας εννοεί την ενδόμυχη αποδοχή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπινης ζωής, που μας φαίνεται η άριστη και που ένα άλλο πλάσμα ήδη την διαθέτει και μας την προτείνει.'

  'Εφόσον ο έρωτας αποτελεί τόσο καθοριστική επιλογή, όπως υποθέτω, θα κατέχουμε μ’ αυτόν μία ratio cognoscendi [έναν τρόπο ειδέναι] και μια ratio essendi [έναν τρόπο είναι] του ατόμου. Μας χρησιμεύει ως κριτήριο και ως σημείο αναφοράς για να γνωρίσουμε την ηθική κρηπίδα, όπως τα πώματα από φελλό, σύμφωνα με την παρομοίωση του Αισχύλου, που επιπλέουν στο θαλάσσιο αφρό και δηλώνουν την παρουσία του διχτυού που ξύνει τον τραχύ πυθμένα. Επιπλέον, ενεργεί αιτιολογικά στη ζωή του ατόμου εφόσον φέρνει, στο πιο προσωπικό του κέντρο, άτομα ορισμένου τύπου ενώ αποκλείει άλλα. Ο έρωτας πλάθει έτσι την προσωπική μας μοίρα.'


Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ, Η Επιλογή στον Έρωτα, μτφρ. Μαίρη Γεωργίου, εκδ. Ροές