'Η ίδια η ψυχή ας είναι μια ιδέα. Υπ᾽ αυτή την έννοια, η ψυχή ας είναι μια διάθεση ή τροποποίηση του Θεού υπό το κατηγόρημα «σκέψη», όπως το σώμα μας είναι μια διάθεση ή τροποποίηση του Θεού υπό το κατηγόρημα «έκταση». Αυτή η ιδέα που συγκροτεί την ψυχή ή το πνεύμα μας είναι δεδομένη στο Θεό. Ο Θεός κατέχει αυτή την ιδέα, αλλά την κατέχει ακριβώς στο μέτρο που επηρεάζεται από μια άλλη ιδέα, που είναι αιτία της. Την κατέχει, αλλά στο μέτρο που κατέχει «συνάμα» μια άλλη ιδέα, δηλ. την ιδέα άλλου πράγματος. «Η αιτία της ιδέας ενός ιδιαίτερου πράγματος είναι μια άλλη ιδέα, δηλαδή ο Θεός, καθόσον θεωρείται, ως επηρεαζόμενος από μια άλλη ιδέα· και αυτής επίσης αιτία είναι ο Θεός καθόσον επηρεάζεται από μια άλλη ιδέα, και έτσι επ᾽ άπειρον». Ο Θεός όχι μόνο κατέχεί όλες τις ιδέες όσες και τα υπαρκτά πράγματα, αλλά και όλες οι ιδέες, όπως είναι εν Θεώ, εκφράζουν την αιτία τους και την ουσία του Θεού, η οποία καθορίζει αυτή την αιτία. «Όλες οι ιδέες υπάρχουν εν Θεώ και, καθόσον αναφέρονται στο Θεό, είναι αληθείς και εντελείς». Αντίθετα, μπορούμε ήδη να εικάσουμε ότι αυτή την ιδέα, που συγκροτεί την ψυχή μας, δεν την έχουμε. Τουλάχιστον, δεν την έχουμε άμεσα· διότι υπάρχει εν Θεώ, αλλά μόνο στο μέτρο που αυτός κατέχει επίσης την ιδέα άλλου πράγματος.
   Ο τρόπος μετέχει στη δύναμη του Θεού, όπως το σώμα μας μετέχει στη δύναμη του υπάρχειν και η ψυχή μας μετέχει στη δύναμη του σκέπτεσθαι. Ο τρόπος είναι ταυτόχρονα μέρος: μέρος της δύναμης του Θεού και μέρος της Φύσης. Άρα, υφίσταται αναγκαία την επιρροή των άλλων μερών. Οι άλλες ιδέες ενεργούν αναγκαία στην ψυχή μας, όπως τα άλλα σώματα στο σώμα μας. Εδώ, εμφανίζονται «διαθέσεις» ενός δευτερογενούς είδους: δεν πρόκειται πια για το ίδιο το σώμα, αλλά γι᾽ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σώμα· δεν πρόκειται πια για την ψυχή (ιδέα του σώματος), αλλά γι᾽ αυτό που συμβαίνει μέσα στην ψυχή (ιδέα εκείνου που συμβαίνει μέσα στο σώμα). Έτσι, υπ᾽ αυτή την έννοια έχουμε ιδέες· διότι οι ιδέες αυτών των διαθέσεων υπάρχουν εν Θεώ, αλλά στο μέτρο που ο Θεός εξηγείται μόνο μέσω της ψυχής μας, ανεξάρτητα από τις άλλες ιδέες που έχει· άρα, αυτές οι ιδέες υπάρχουν μέσα μας. Εάν έχουμε μια γνώση των εξωτερικών σωμάτων, του δικού μας σώματος, της ίδιας της ψυχής μας, τούτο συμβαίνει μόνον μέσω αυτών των ιδεών των διαθέσεων. Μόνο αυτές μάς είναι δεδομένες: αντιλαμβανόμαστε τα εξωτερικά σώματα μόνο στο μέτρο που μας επηρεάζουν, αντιλαμβανόμαστε το σώμα μας μόνο στο μέτρο που επηρεάζεται και αντιλαμβανόμαστε την ψυχή μας μέσω της ιδέας της ιδέας του επηρεασμού. Εκείνο που αποκαλούμε «αντικείμενο» είναι μόνο το αποτέλεσμα ενός αντικειμένου πάνω στο σώμα μας· εκείνο που αποκαλούμε «εγώ», είναι μόνο η ιδέα που έχουμε του σώματος και της ψυχής μας καθόσον αυτά υφίστανται ένα αποτέλεσμα. Εδώ, το δεδομένο παρουσιάζεται ως η πιο μύχια και πιο βιωμένη σχέση, καθώς επίσης και η πιο συγκεχυμένη, ανάμεσα στη γνώση των σωμάτων, τη γνώση του σώματός μας και τη γνώση του εαυτού μας.
   Ας θεωρήσουμε αυτές τις ιδέες που έχουμε, οι οποίες αντιστοιχούν στο αποτέλεσμα ενός αντικειμένου πάνω στο σώμα μας. Αφενός, εξαρτώνται από τη δύναμή μας του γνωρίζειν, δηλ. από την ψυχή ή το πνεύμα μας, όπως και από τη μορφική τους αιτία. Αλλά δεν έχουμε την ιδέα του σώματος ούτε της ψυχής μας ανεξάρτητα από το υφιστάμενο αποτέλεσμα. Δεν είμαστε συνεπώς σε θέση να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ως τη μορφική αιτία των ιδεών που έχουμε· αυτές εμφανίζονται σε ύψιστο βαθμό ως το προϊόν της τύχης. Αφετέρου, οι ιδέες μας έχουν ως υλικές αιτίες ιδέες εξωτερικών πραγμάτων. Όμως ούτε αυτές τις ιδέες εξωτερικών πραγμάτων τις έχουμε· υπάρχουν εν Θεώ, αλλά όχι στο μέτρο που αυτός συγκροτεί την ψυχή ή το πνεύμα μας. Επομένως, δεν κατέχουμε τις ιδέες μας μέσα σε τέτοιες συνθήκες, ώστε να μπορούν να εκφράσουν την (υλική) αιτία τους. Αναμφίβολα, οι ιδέες μας των διαθέσεων «περικλείουν» την αιτία τους, δηλ. την αντικειμενική ουσία του εξωτερικού σώματος· αλλά δεν το «εκφράζουν», δεν το «εξηγούν». Ομοίως, περικλείουν τη δύναμή μας του γνωρίζειν, αλλά δεν εξηγούνται μέσω αυτής και παραπέμπουν στην τύχη. Να που, σε αυτή την περίπτωση, η λέξη «περικλείειν» δεν είναι πλέον ένα συσχετικό στοιχείο του «εξηγείν» η του «εκφράζειν», αλλά αντιτίθεται σε αυτά, υποδηλώνοντας τη μείξη του εξωτερικού σώματος και του σώματός μας μέσα στη διάθεση της οποίας έχουμε την ιδέα. Η πιο συχνή διατύπωση που χρησιμοποιεί ο Σπινόζα είναι η ακόλουθη: οι ιδέες μας των διαθέσεων δείχνουν μια κατάσταση του σώματος μας, αλλά δεν εξηγούν τη φύση ή την ουσία του εξωτερικού σώματος. Τούτο σημαίνει ότι οι ιδέες που έχουμε είναι σημεία, ενδεικτικές εικόνες τυπωμένες μέσα μας και όχι εκφραστικές ιδέες σχηματισμένες από εμάς· αντιλήψεις ή φαντασίες, όχι κατανοήσεις.
   Η εικόνα, στην κυριολεξία, είναι το αποτύπωμα, το ίχνος ή η φυσική εντύπωση, η ίδια η διάθεση του σώματος, το αποτέλεσμα ενός σώματος πάνω στα ρευστά ή μαλακά μέρη του δικού μας· η εικόνα, με τη μεταφορική έννοια, είναι η ιδέα της διάθεσης, που μας γνωστοποιεί μόνο το αντικείμενο μέσω του αποτελέσματός του. Αλλά μια τέτοια γνώση δεν αποτελεί πραγματική γνώση, στην καλύτερη περίπτωση θα τη χαρακτηρίζαμε αναγνώριση. Εξ αυτού απορρέουν τα χαρακτηριστικά της ένδειξης εν γένει: η πρώτη «ένδειξη» δεν είναι ποτέ η ουσία μας, αλλά μια στιγμιαία κατάσταση της μεταβλητής μας συγκρότησης· η δευτερογενής (έμμεση) ένδειμξη δεν είναι ποτέ η ουσία ή η φύση ενός εξωτερικού πράγματος, αλλά η εμφάνιση, που μας επιτρέπει μόνο να αναγνωρίσουμε το πράγμα ξεκινώντας από το αποτέλεσμά του και συνεπώς να βεβαιώσουμε την απλή παρουσία του, δικαίως ή αδίκως. Οι ιδέες που έχουμε, προϊόντα της τύχης και των συναντήσεων, χρησιμεύουν στην αναγνώριση, είναι καθαρά ενδεικτικές, μη εκφραστικές δηλ. ατελείς. Η ατελής δεν είναι ούτε απόλυτη στέρηση ούτε απόλυτη άγνοια: περικλείει μια στέρηση γνώσης.'

Ζιλ Ντελέζ, Ο Σπινόζα και το Πρόβλημα της Έκφρασης, μτφρ. Φώτης Σιατίτσας, εκδ. Κριτική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου