'ἱκετεύω σε, γεραιά,
γεραιῶν ἐκ στομάτων, πρὸς
γόνυ πίπτουσα τὸ σόν·
— ἄνομοι ... — τέκνα λῦσαι. — φθιμένων
νεκύων οἳ καταλείπουσι μέλη
θανάτῳ λυσιμελεῖ θηρσὶν ὀρείοισι βοράν·

— ἐσιδοῦσ᾽ οἰκτρὰ μὲν ὄσσων
δάκρυ᾽ ἀμφὶ βλεφάροις, ῥυ-
σὰ δὲ σαρκῶν πολιᾶν
καταδρύμματα χειρῶν· τί γάρ; ἃ
φθιμένους παῖδας ἐμοὺς οὔτε δόμοις
προθέμαν οὔτε τάφων χώματα γαίας ἐσορῶ.

— ἔτεκες καὶ σύ ποτ᾽, ὦ πότνια, κοῦρον
φίλα ποιησαμένα λέ-
κτρα πόσει σῷ· μετά νυν
δὸς ἐμοὶ σᾶς διανοίας,
μετάδος δ᾽, ὅσσον ἐπαλγῶ μελέα
φθιμένων οὓς ἔτεκον·
παράπεισον δὲ σόν, ὤ, λισσόμεθ᾽, ἐλθεῖν
τέκνον Ἰσμηνὸν ἐμάν τ᾽ ἐς χέρα θεῖναι
νεκύων θαλερᾷ σώματ᾽ ἀλαίνοντ᾽ ἄταφα.

— ὁσίως οὔχ, ὑπ᾽ ἀνάγκας δὲ προπίπτου-
σα προσαιτοῦσ᾽ ἔμολον δε-
ξιπύρους θεῶν θυμέλας·
ἔχομεν δ᾽ ἔνδικα, καὶ σοί
τι πάρεστι σθένος ὥστ᾽ εὐτεκνίᾳ δυσ-
τυχίαν τὰν παρ᾽ ἐμοὶ
καθελεῖν· οἰκτρὰ δὲ πάσχουσ᾽ ἱκετεύω
σὸν ἐμοὶ παῖδα ταλαίνᾳ ᾽ν χερὶ θεῖναι
νέκυν, ἀμφιβαλεῖν λυγρὰ μέλη παιδὸς ἐμοῦ.

— ἀγὼν ὅδ᾽ ἄλλος ἔρχεται γόων γόων
διάδοχος, ἀχοῦσι προσπόλων χέρες.
ἴτ᾽ ὦ ξυνῳδοὶ κτύποι,
ἴτ᾽ ὦ ξυναλγηδόνες,
χορὸν τὸν Ἅιδας σέβει,
διὰ παρῇδος ὄνυχα λευκὸν
αἱματοῦτε χρῶτά τε φόνιον·
τὰ γὰρ φθιτῶν
τοῖς ὁρῶσι κόσμος.

— ἄπληστος ἅδε μ᾽ ἐξάγει χάρις γόων
πολύπονος, ὡς ἐξ ἀλιβάτου πέτρας
ὑγρὰ ῥέουσα σταγὼν
ἄπαυστος αἰεί· γόων,
τὸ γὰρ θανόντων τέκνων
ἐπιπονόν τι κατὰ γυναῖκας
ἐς γόους πέφυκε πάθος. ἔ ἔ.
θανοῦσα τῶνδ᾽
ἀλγέων λαθοίμαν.
'

*

'Με το γεροντικό μου στόμα,
γερόντισσα, σε ικετεύω
προσπέφτωτντας στα γόνατά σου·
— αχ! τους ανόσιους...
— λύτρωσε τα παιδιά μου,
— των σκοτωμένων τα κορμιά
που᾽ χει παγώσει ο θάνατος
και μην αφήσεις του βουνού
τ᾽ αγρίμια να τα κομματιάσουν.

— Κοίτα, απ᾽ τα βλέφαρά μου στάζουν
δάκρυα πικρά και με τα χέρια
τις γέρικές μου σάρκες σκίζω·
Ώω! τι να κάνω; Τα χαμένα
παιδιά μου ούτε στο σπίτι
πάνω σε στρώμα νεκρικό
τα στόλισα, ούτε βλέπω
να τα σκεπάζει χώμα του τάφου.

— Κυρά μου, μάνα είσαι κι εσύ,
του άντρα σου κι εσύ την κλίνη
γλύκανες σαν του γέννησες
αγόρι· συλλογίσου λίγο
τη θλίψη μου και νιώσε πόσο
πονώ η δυστυχισμένη εγώ
για τους χαμένους γιους που γέννησα·
πες στο παιδί σου, σε ικετεύουμε,
στον Ισμηνό πηγαίνοντας, να φέρει
και ν᾽ αποθέσει στην αγκάλη μας
των σκοτωμένων μας παλικαριών
τα σώματα, που δίχως τάφο
έτσι ατιμάζονται φριχτά.

— Δεν ήρθα για να προσκυνήσω,
μα στενεμένη απ᾽ την ανάγκη
προσπέφτω ικέτισσα
στους φλογοσκέπαστους βωμούς·
είναι το δίκιο με το μέρος μου
κι εσύ με το λαμπρό σου γιο
έχεις τη δύναμη να διώξεις
τη δυστυχία μου· σπλαχνίσου
τα πάθη μου, γι᾽ αυτό παρακαλάω
το φιο σου ν᾽ αποθέσει μέσα
στα χέρια μου τα ορφανεμένα
το πεθαμένο μου παιδί,
για ν᾽ αγκαλιάσω τα πικρά του μέλη.

— Κι άλλος θρήνος ζυγώνει καινούριος,
για να πάρει τη θέση του πρώτου μας θρήνου·
να, οι σκλάβες τα χέρια χτυπούνε·
μπρος, εσείς ω! συντρόφισσες
σε συμφορές και σε θρήνους, αρχίστε
το χορό που γλυκαίνει τον Άδη.
Τα μάγουλα σκίστε με τ᾽ άσπρα σας νύχια,
κοκκινίστε με το αίμα την όψη σας·
για όσους ζουν, μοναχό τους στολίδι
να προσφέρουν τιμές στους νεκρούς.

— Τούτη η αχόρταγη γλύκα του θρήνου,
πόνο γεμάτη, με σέρνει
κι είναι ατέλειωτη, σάμπως
το νερό του γκρεμού που ολοένα σταλάζει·
οι γυναίκες απ᾽ τη φύση τους το ᾽χουν
να ξεσπούν σε πικρά μοιρολόγια
για το θάνατο κλαίγοντας
των παιδιών του. Μακάρι,
αχ! μακάρι να πέθαινα κι έτσι
τις οδύνες μου αυτές να ξεχνούσα.'


Ευριπίδης, Ικέτιδες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου