'Τὸ πράγμα που μ᾽ ἐνδιέφερε ἐμένα, βασιλιὰ χωρὶς ὑπηκόους, καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ διάταξη τοῦ σαρκίου μου δὲν ἦταν παρὰ τὸ πιὸ μακρινὸ καὶ μάταιο τῶν ἀντανακλάσεων, ἦταν ἡ ἐγκεφαλικὴ ὑπτίαση, τὸ ἀποκοίμισμα τῆς ἰδέας τοῦ ἐγὼ καὶ τῆς ἰδέας αὐτοῦ τοῦ μικροῦ ὑπολείμματος ἀπὸ δηλητηριώδεις μηδαμινότητες ποὺ τὸ ὀνομάζουμε ὄχι-ἐγώ, ἤ ἀκόμη καὶ κόσμο, ἀπὸ τεμπελιά. Ἀλλὰ στὰ εἰκοσιπέντε του χρόνια καυλώνει ἀκόμη, ὁ σύγχρονος ἄνδρας, ἀπὸ μόνος του ἀκόμη, ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, εἶναι ὁ κλῆρος τοῦ καθενός, κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἀποτελοῦσα ἐξαίρεση, ἐὰν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ὀνομάσει αὐτὸ καύλωμα. Φυσικὰ αὐτὴ τὸ κατάλαβε, οἱ γυναῖκες μυρίζονται ἕνα πέος σηκωμένο ἀπὸ ἀπόσταση δέκα χιλιομέτρων καὶ πάνω, καὶ ἀναρωτιοῦνται, Πῶς μπόρεσε νὰ μὲ δεῖ, ἐκεῖνος ἐκεῖ; Δὲν εἶσαι πλέον ὁ ἑαυτός σου, κάτω ὰπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, καὶ εἲναι ὁδυνηρὸ νὰ μὴν εἶσαι πλέον ὁ ἑαυτός σου, ἀκόμη πιὸ ὀδυνηρὸ ἀπὸ νὰ εἶσαι, ὅ,τι καὶ νὰ λένε γι᾽ αὐτό. Γιατὶ ὅταν εἶσαι ὁ ἑαυτός σου, ξέρεις αὐτὸ ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις γιὰ νὰ εἶσαι λιγότερο, ἐνῶ ὅταν δὲν εἶσαι πλέον ὁ ἑαυτός σου, γίνεσαι ὁ ὁποιοσδήποτε, δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ καλυφθεῖς. Αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἔρωτα εἶναι ἡ ἐξορία, μὲ μιὰ καρτ ποστὰλ ἀπ᾽ τὴν πατρίδα πότε πότε, νὰ πῶς αἰσθάνομαι τοῦτο τὸ βράδυ.'

Σάμουελ Μπέκετ, Πρώτος Έρωτας,  μτφρ. Αχιλλέας Αλεξάνδρου, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου