'λέγεται δὲ καὶ τὸν Ἀλκμήνης ἐκκομιζομένης νεκρὸν ἄδηλονγενέσθαι, λίθον δὲ φανῆναι κείμενον ἐπὶ τῆς κλίνης, καὶ ὅλως πολλὰτοιαῦτα μυθολογοῦσι, παρὰ τὸ εἰκὸς ἐκθειάζοντες τὰ θνητὰ τῆςφύσεως ἅμα τοῖς θείοις. ἀπογνῶναι μὲν οὖν παντάπασι τὴν θειότητα τῆς ἀρετῆς ἀνόσιον καὶἀγεννές, οὐρανῷ δὲ μειγνύειν γῆν ἀβέλτερον. φατέον οὖν, ἐχομένοιςτῆς ἀσφαλείας, κατὰ Πίνδαρον, ὡς

σῶμα μὲν πάντων ἕπεται θανάτῳ περισθενεῖ,
ζῳὸν δ᾽ ἔτιλείπεται αἰῶνος εἴδωλον·
τὸ γάρ ἐστι μόνον ἐκ θεῶν.

ἥκει γὰρ ἐκεῖθεν, ἐκεῖ δ᾽ ἄνεισιν, οὐ μετὰ σώματος, ἀλλ᾽ ἐὰν ὅτι μάλιστα σώματος ἀπαλλαγῇ καὶ διακριθῇ καὶ γένηται καθαρὸν παντάπασι καὶ ἄσαρκον καὶ ἁγνόν. αὕτη γὰρ ψυχὴ ἀρίστη καθ᾽ Ἡράκλειτον, ὥσπερ ἀστραπὴ νέφους διαπταμένη τοῦ σώματος. ἡ δὲ σώματι πεφυρμένη καὶ περίπλεως σώματος, οἷον ἀναθυμίασις ἐμβριθὴς καὶ ὁμιχλώδης, δυσέξαπτός ἐστι καὶ δυσανακόμιστος. οὐδὲν οὖν δεῖ τὰ σώματα τῶν ἀγαθῶν συναναπέμπειν παρὰ φύσινεἰς οὐρανόν, ἀλλὰ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς ψυχὰς παντάπασιν οἴεσθαικατὰ φύσιν καὶ δίκην θείαν ἐκ μὲν ἀνθρώπων εἰς ἥρωας, ἐκ δ᾽ ἡρώων εἰς δαίμονας, ἐκ δὲ δαιμόνων, ἂν τέλεον ὥσπερ ἐν τελετῇ καθαρθῶσι καὶ ὁσιωθῶσιν, ἅπαν ἀποφυγοῦσαι τὸ θνητὸν καὶπαθητικόν, οὐ νόμῳ πόλεως, ἀλλ᾽ ἀληθείᾳ καὶ κατὰ τὸν εἰκόταλόγον εἰς θεοὺς ἀναφέρεσθαι, τὸ κάλλιστον καὶ μακαριώτατον τέλος ἀπολαβούσας.'

*

  'Λέγεται πως και το σώμα της Αλκμήνης εξαφανίστηκε ενώ γινόταν η εκφορά της, και πάνω στο νεκροκρέβατο βρέθηκε αφημένη μια πέτρα. Και γενικά λέγουν πολλές τέτοιες ιστορίες, εκθειάζοντας, καθώς δεν πρέπει, τη θνητή φύση μαζί με τη θεία. Το να αρνηθούμε βέβαια ολότελα τη θεία ουσία στην αρετή είναι ανόσιο και αγενές, αλλά είναι ανόητο να ανακατεύουμε τη γη με τον ουρανό. Πρέπει, λοιπόν, να τα αφήσουμε αυτά για να μην πέφτουμε σε σφάλματα, γιατί, καθώς λέγει ο Πίνδαρος,

το κάθε σώμα το περιμένει ο παντοδύναμος θάνατος,
και ζωντανή μένει μια ιδέα αθανασίας,
αθανασία που έρχεται από τους θεούς.

Γιατί από εκεί έρχεται και εκεί ανεβαίνει αυτή, όχι με το σώμα, αλλά αφού, όσο πιο πολύ γίνεται, απαλλαγεί από το σώμα και χωριστεί και γίνει ολότελα καθαρή και άσαρκη και αγνή. Γιατί για τον Ηράκλειτο άριστη ψυχή είναι η «ξηρή», αυτή που πετάει από το σώμα σαν αστραπή από νέφος. Η ψυχή που είναι ανακατεμένη με το σώμα, που είναι σκεπασμένη από την σωματική ύλη σαν από μια βαριά και ομιχλώδη αναθυμίαση, δεν μπορεί να λυθεί εύκολα από τα δεσμά της και να ανεβεί ψηλά. Δε χρειάζεται λοιπόν διόλου να στέλνουμε, ενάντια στη φύση, στον ουρανό τα σώματα των αγαθών μαζί με τις ψυχές τους, αλλά να πιστεύουμε πως, σύμφωνα με τη φύση και τη θεία δικαιοσύνη, οι αρετές και οι ψυχές των ανθρώπων γίνονται ψυχές ηρώων, από ηρώων δαιμόνων, και από δαιμόνων ξεφεύγοντας από κάθε θνητό πάθος και πάθημα, όχι σύμφωνα με τους νόμους της πόλης αλλά σύμφωνα με την αλήθεια και το δίκαιο, γίνονται ψυχές θεών, απολαμβάνοντας έτσι το ωραιότατο και μακαριότατο τέλος.'



Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Τόμος 3: Θησεύς - Ρωμύλος, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος


Θ΄


Ἡ κόμη, ὁ πλόκαμος, ἡ ἀκοή
τ᾽ αὐτί, το φρύδι καὶ τὸ μάτι
τὸ βλέμμα μὲ τὸ δάκρυο,
ἡ παρειὰ κι ἡ μύτη
γέλιο, φωνή, καὶ στὴ στρωμνή
ἡ ἀγκαλιά, διάφανο νύχι,
ἡ καλοκαμωμένη ρώγα
ὁ ἀφαλὸς καὶ ἡ κοιλιά
κ αὐτὸς τοῦ σώματος
ὁ ὁλοστρόγγυλος δεσπότης
τὸ γόνατο, τὸ πόδι, τὰ σφυρά
ἡ περονίδα κι ὁ καθρέφτης
Κανένα μέλος φίλες μου
δὲ νίκησε τὴν ὀμορφιὰ
πού ᾽χει κάθε φορὰ
ὁ θάνατός της.



από το Μανουήλ Σκριβά του Μεταφραστού Carmen et Error: Ωδές και Στίχοι του Αντώνη Ζέρβα, εκδ. Περισπωμένη

'Ὄμορφη σπίθα τῶν θεῶν, χαρά,
Οὐράνια ἐσύ κόρη τῶν Ἠλυσίων,
Τὸ ἵερό σου διαβαίνουμε
Μεθυσμένοι ἀπὸ φωτιά.
Τὰ μάγια σου σμίγουν πάλι
Ὅ,τι χώρισε σκλαρὰ ὁ συρμός,
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἀδέρφια, ἐκεῖ
Ποὺ τ᾽ ἁπαλὰ φτερά σου τὸν ἴσκιο τους ἁπλώνουν.'

Φρίντριχ Σίλερ, Ωδή στη Χαρά: Με την παρτιτούρα (απόσπασμα) της Ωδής από την Συμφωνία του Μπετόβεν, μτφρ. Θανάσης Λάμπρου, εκδ. Περισπωμένη