Snake (1976) - Euan Uglow

'ὦ δῖος αἰθὴρ καὶ ταχύπτεροι πνοαί,
ποταμῶν τε πηγαί, ποντίων τε κυμάτων
ἀνήριθμον γέλασμα, παμμῆτόρ τε γῆ,
καὶ τὸν πανόπτην κύκλον ἡλίου καλῶ·
ἴδεσθέ μ᾽ οἷα πρὸς θεῶν πάσχω θεός.
δέρχθηθ᾽ οἵαις αἰκείαισιν
διακναιόμενος τὸν μυριετῆ
χρόνον ἀθλεύσω.
τοιόνδ᾽ ὁ νέος ταγὸς μακάρων
ἐξηῦρ᾽ ἐπ᾽ ἐμοὶ δεσμὸν ἀεικῆ.
φεῦ φεῦ, τὸ παρὸν τό τ᾽ ἐπερχόμενον
πῆμα στενάχω· πῇ ποτε μόχθων
χρὴ τέρματα τῶνδ᾽ ἐπιτεῖλαι;
καίτοι τί φημι; πάντα προυξεπίσταμαι
σκεθρῶς τὰ μέλλοντ᾽, οὐδέ μοι ποταίνιον
πῆμ᾽ οὐδὲν ἥξει. τὴν πεπρωμένην δὲ χρὴ
αἶσαν φέρειν ὡς ῥᾷστα, γιγνώσκονθ᾽ ὅτι
τὸ τῆς ἀνάγκης ἔστ᾽ ἀδήριτον σθένος.
ἀλλ᾽ οὔτε σιγᾶν οὔτε μὴ σιγᾶν τύχας
οἷόν τέ μοι τάσδ᾽ ἐστί. θνητοῖς γὰρ γέρα
πορὼν ἀνάγκαις ταῖσδ᾽ ἐνέζευγμαι τάλας·
ναρθηκοπλήρωτον δὲ θηρῶμαι πυρὸς
πηγὴν κλοπαίαν, ἣ διδάσκαλος τέχνης
πάσης βροτοῖς πέφηνε καὶ μέγας πόρος.
τοιῶνδε ποινὰς ἀμπλακημάτων τίνω
ὑπαίθριος δεσμοῖς πεπασσαλευμένος.
ἆ ἆ. ἔα ἔα.
τίς ἀχώ, τίς ὀδμὰ προσέπτα μ᾽ ἀφεγγής,
θεόσυτος, ἢ βρότειος, ἢ κεκραμένη;
τερμόνιον ἵκετ᾽ ἐπὶ πάγον
πόνων ἐμῶν θεωρός, ἢ τί δὴ θέλων;
ὁρᾶτε δεσμώτην με δύσποτμον θεόν,
τὸν Διὸς ἐχθρόν, τὸν πᾶσι θεοῖς
δι᾽ ἀπεχθείας ἐλθόνθ᾽ ὁπόσοι
τὴν Διὸς αὐλὴν εἰσοιχνεῦσιν,
διὰ τὴν λίαν φιλότητα βροτῶν.
φεῦ φεῦ, τί ποτ᾽ αὖ κινάθισμα κλύω
πέλας οἰωνῶν; αἰθὴρ δ᾽ ἐλαφραῖς
πτερύγων ῥιπαῖς ὑποσυρίζει.
πᾶν μοι φοβερὸν τὸ προσέρπον.
'

*

'Ω αιθέρα θεϊκέ, γοργόφτερες πνοές,
ω ποταμών πηγές, και των κυμάτων
γέλιο αναρίθμητο, κι ω γη μητέρα,
κι εσέ τον παντεπόπτην ήλιο κράζω,
θεός, κοιτάτε με, τι πάσχω απ᾽ τους θεούς.
Κοιτάχτε τι πάθη υπομένοντας
φοβερά, το μυριόχρονο
θα περάσω καιρό. Τέτοια βρήκε
για μένα ντροπιασμένα δεσμά
των μακάρων ο καινούριος αφέντης.
Άαχ στενάζω για τα βάσανα αυτά
και για κείνα που θα ᾽ρθουνε· πότε και πώς
τα δεινά μου θα πάρουνε τέλος;
Όμως τι λέω; Καλά ξέρω τα πάντα,
όσα μελλούμενα είναι, και καν΄νεα
κακό αναπάντεχα δε θα ᾽ρθει. Πρέπει
την τύχη τη μοιρόγραφτη ο καθένας
μ᾽ αλύγιστη καρδιά να τη βαστάζει,
μια και το ξέρει πόσο ανίκητη είναι
της Ανάγκης η δύναμη. Μα πάλι μήτε
μπορώ γι᾽ αυτά να σωπάσω
μηδέ και να μιλήσω. Για τα δώρα
που ᾽δωκα στους ανθρώπους, μπήκα ο δόλιος
σε τέτοια βάσανα· έκλεψα της φλόγας
κρυφά το σπέρμα μες σε κούφιο ξύλο,
που δάσκαλος για πάσα τέχνη εστάθη
και μέγας τρόπος οι θνητοίο να ωφεληθούνε.
Τα σφάλματά μου αυτά και τα πληρώνω
στον ξάγναντο εδώ τόπο καρφωμένος.
Άα, άα,
ποιο βουητό μ᾽ αγγίζει αθώρητο,
ποια μυρωδιά; Θεοσταλμένη,
ανθρώπινη, ανάμιχτη; Ποιος τάχα
στον ακροσύνορο ζύγωσε βράχο,
για να δει τα δεινά μου ή τι θέλει;
Κοιτάχτε με δεσμώτη το βαριόμοιρο θεό,
τον εχθρό του Διός μισημένον απ᾽ όλους
τους θεούς που συχνάζουν
στην αυλή του, γιατί
τους ανθρώπους αγάπησα τόσο.
Άα, άα, τι φτεράκισμα ακούω σιμά;
Θροΐζει ο αιρέρας γεμάτος φτερούγες.
Ό,τι και να ᾽ρχεται, φόβο μου φέρνει.'


Αισχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

  'Ἐγάμουν δὲ δι᾽ ἁρπαγῆς, οὐ μικρὰς οὐδ᾽ ἀώρους πρὸς γάμον, ἀλλὰ καὶ ἀκμαζούσας καὶ πεπείρους. τὴν δ᾽ ἁρπασθεῖσαν ἡ νυμφεύτρια καλουμένη παραλαβοῦσα, τὴν μὲν κεφαλὴν ἐν χρῷ περιέκειρεν, ἱματίῳ δ᾽ ἀνδρείῳ καὶ ὑποδήμασιν ἐνσκευάσασα κατέκλινεν ἐπὶ στιβάδα μόνην ἄνευ φωτός. ὁ δὲ νυμφίος οὐ μεθύων οὐδὲ θρυπτόμενος, ἀλλὰ νήφων ὥσπερ ἀεί δεδειπνηκὼς ἐν τοῖς φιδιτίοις, παρεισελθὼν ἔλυε τὴν ζώνην καὶ μετήνεγκεν ἀράμενος ἐπὶ τὴν κλίνην. συνδιατρίψας δὲ χρόνον οὐ πολὺν, ἀπῄει κοσμίως οὗπερ εἰώθει τὸ πρότερον, καθευδήσων μετὰ τῶν ἄλλων νέων. καὶ τὸ λοιπὸν οὕτως ἔπραττε, τοῖς μὲν ἡλικιώταις συνδιημερεύων καὶ συναναπαυόμενος, πρὸς δὲ τὴν νύμφην κρύφα μετ᾽ εὐλαβείας φοιτῶν, αἰσχυνόμενος καὶ δεδοικὼς μή τις αἴσθοιτο τῶν ἔνδον, ἅμα καὶ τῆς νύμφης ἐπιτεχνωμένης καὶ συνευπορούσης ὅπως ἂν ἐν καιρῷ καὶ λανθάνοντες ἀλλήλοις συμπορεύοιντο. καὶ τοῦτ᾽ ἔπραττον οὐκ ὀλίγον χρόνον, ἀλλ᾽ ὥστε καὶ παῖδας γενέσθαι ἐνίοις πρὶν ἐς ἡμέραν θεάσασθαι τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας. ἡ δὲ τοιαύτη σύνοδος οὐ μόνον ἐγκρατείας καὶ σωφροσύνης ἄσκησις ἦν, ἀλλὰ τοῖς τε σώμασι γονίμους καὶ τῷ φιλεῖν ἀεὶ καινοὺς καὶ προσφάτους ἦγεν ἐπὶ τὴν κοινωνίαν, οὐδὲ διακορεῖς οὐδ᾽ ἐξιτήλους ταῖς ἀνέδην κοινωνίαις, ἀλλ᾽ ἀεί τι λείψανον καὶ ὑπέκκαυμα πόθου καὶ χάριτος ἐναπολείποντας ἀλλήλοις. Τοσαύτην δὲ τοῖς γάμοις ἐπιστήσας αἰδῶ καὶ τάξιν, οὐδὲν ἧττον ἐξέβαλε τὴν κενὴν καὶ γυναικώδη ζηλοτυπίαν, ἐν καλῷ καταστήσας ὕβριν μὲν καὶ ἀναξίαν πᾶσαν εἴργειν ἀπὸ τοῦ γάμου, παίδων δὲ καὶ τεκνώσεως κοινωνεῖν τοῖς ἀξίοις, καταγελῶντας τῶν ὡς ἄμικτα καὶ ἀκοινώνητα ταῦτα μετιόντων σφαγαῖς καὶ πολέμοις. ἐξῆν μὲν γὰρ ἀνδρὶ πρεσβυτέρῳ νέας γυναικός, εἰ δή τινα τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀσπάσαιτο νέων καὶ δοκιμάσειεν, εἰσαγαγεῖν παρ᾽ αὐτὴν καὶ πλήσαντα γενναίου σπέρματος ἴδιον αὑτοῖς ποιήσασθαι τὸ γεννηθέν. ἐξῆν δὲ πάλιν ἀνδρὶ χρηστῷ, τῶν εὐτέκνων τινὰ καὶ σωφρόνων θαυμάσαντι γυναικῶν ἑτέρῳ γεγαμημένην, πεῖσαντι τὸν ἄνδρα συνελθεῖν, ὥσπερ ἐν χώρᾳ καλλικάρπῳ φυτεύοντα καὶ ποιούμενον παῖδας ἀγαθούς, ἀγαθῶν ὁμαίμους καὶ συγγενεῖς ἐσομένους. πρῶτον μὲν γὰρ οὐκ ἰδίους ἡγεῖτο τῶν πατέρων τοὺς παῖδας, ἀλλὰ κοινοὺς τῆς πόλεως ὁ Λυκοῦργος, ὅθεν οὐκ ἐκ τῶν τυχόντων, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἀρίστων ἐβούλετο γεγονότας εἶναι τοὺς πολίτας. ἔπειτα πολλὴν ἀβελτερίαν καὶ τῦφον ἐνεώρα τοῖς περὶ ταῦτα τῶν ἄλλων νομοθετήμασιν, οἳ κύνας μὲν καὶ ἵππους ὑπὸ τοῖς κρατίστοις τῶν ὀχείων βιβάζουσι χάριτι πείθοντες ἢ μισθῷ τοὺς κυρίους, τὰς δὲ γυναῖκας ἐγκλεισάμενοι φρουροῦσιν, ἐξ αὐτῶν μόνων τίκτειν ἀξιοῦντες, κἂν ἄφρονες ὦσι, κἂν παρήλικες, κἂν νοσώδεις, ὡς οὐχὶ πρώτοις τοῖς κεκτημένοις καὶ τρέφουσι τῶν παίδων γινομένων πονηρῶν, ἐὰν ἐκ πονηρῶν γένωνται, καὶ τοὐναντίον χρηστῶν, ἂν τοιαύτης τύχωσι γενέσεως. ταῦτα δ᾽ οὕτως πραττόμενα φυσικῶς καὶ πολιτικῶς τότε τοσοῦτον ἀπεῖχε τῆς ὕστερον λεγομένης γενέσθαι περὶ τὰς γυναῖκας εὐχερείας, ὥσθ᾽ ὅλως ἄπιστον εἶναι τὸ τῆς μοιχείας παρ᾽ αὐτοῖς. καὶ λόγος ἀπομνημονεύεται Γεράδα τινὸς Σπαρτιάτου τῶν σφόδρα παλαιῶν, ὃς ἐρωτηθεὶς ὑπὸ ξένου τί πάσχουσιν οἱ μοιχοὶ παρ᾽ αὐτοῖς, εἶπεν· «οὐδεὶς ὦ ξένε γίνεται μοιχὸς παρ᾽ ἡμῖν.» ἐκείνου δ᾽ ὑπολαβόντος, «ἐὰν οὖν γένηται;» «ταῦρον» ἔφη ὁ Γεράδας «ἐκτίνει μέγαν, ὃς ὑπερκύψας τὸ Ταΰγετον ἀπὸ τοῦ Εὐρώτα πίεται.» θαυμάσαντος δ᾽ ἐκείνου καὶ φήσαντος· «πῶς δ᾽ ἂν γένοιτο βοῦς τηλικοῦτος;» γελάσας ὁ Γεράδας, «πῶς δ᾽ ἄν,» ἔφη, «μοιχὸς ἐν Σπάρτ ῃ γένοιτο;» ταῦτα μὲν οὖν ἱστόρηται περὶ τῶν γάμων.'

*

  'Τις γυναίκες τις παντρεύονταν με το έθιμο της αρπαγής. Οι νύφες δεν ήταν μικρές και νεαρές, αλλά ώριμες και μεστωμένες. Η ονομαζόμενη «υμφεύτρια» παραλάβαινε την αρπαγμένη, την κούρευε ως το πετσί, της έδινε ανδρικά ρούχα και υποδήματα και την πλάγιαζε μονάχη πάνω σε ένα ψαθί, στα σκοτεινά. Και ο γαμπρός χωρίς να είναι πιωμένος ή να κάνει απρέπειες, απεναντίας όντας νηφάλιος και έχοντας όπως πάντα δειπνήσει στα συσσίτια, έμπαινε, της έλυνε τη ζώνη, και σηκώνοντάς την, την έφερνε στο κρεβάτι. Κι αφού έμεινε μαζί της για λίγο, έφευγε σεμνά για το μέρος όπου συνήθιζε να πηγαίνει και πριν, για να κοιμηθεί μαζί με τους άλλους νέους. Και τον άλλο καιρό έκανε το ίδιο, περνώντας τη μέρα του και διασκεδάζοντας μαζί με τους συνομηλίκους του, ενώ στη γυναίκα του πήγαινε κρυφά με διακριτικότητα, από ντροπή και φόβο μήπως τον αντιληφθεί κάποιος από μέσα και η γυναίκα του έβρισκε διάφορους τρόπους και διευκόλυνε κι αυτή την κατάσταση, ώστε να σμίγουν σε κατάλληλη ώρα και χωρίς να τους παίρνουν είδηση. Αυτό γινόταν όχι λίγο χρόνο, αλλά τόσο, που μερικοί δεν είδαν τις γυναίκες τους ημέρα, παρά αφού απέκτησαν παιδιά. Ο τρόπος αυτός που ζευγάρωναν δεν ήταν μόνο άσκησης εγκράτειας και σωφροσύνης, αλλά τους έφερνε πάντα σε επαφή με σώματα γόνιμα, κι από την επιθυμία ανανεωμένους πάντα και φρέσκους κι όχι χορτασμένους και σβησμένους από τις αχαλίνωτες συνευρέσεις, αφού πάντα άφηνε το ένα ταίρι στο άλλο κάποιο υπόλλειμα και τη σπίθα νέου πόθου και έλξης. Κι ενώ προσέδωσε στο γάμο τόση αιδυμοσύνη και τάξη, δεν παρέλειψε να αποβάλει την κενή και άξια μόνο για γυναικούλες ζήλια, κρατώντας μεν μακριά από το γάμο κάθε προσβολή και ακαταστασία, επιτρέποντας όμως στους άξιους να αποκτούν κοινά τέκνα και θεωρώντας καταγέλαστους εκείνους που υπεράσπιζαν με σφαγές και πολέμους την αντίληψη, πως ο γάμος είναι άμεικτος και δε δίνει κοινά δικαιώματα σε πολλούς. Στη Σπάρτη δηλαδή ήταν δυνατόν ένας ηλικιωμένος άνδρας μιας νέας γυναίκας, αν συναντούσε κανέναν όμορφο και καλό νέο που του άρεσε, να τον φέρει στη γυναίκα του και να τον ζευγαρώσει μαζί της, κρατώντας αυτός για δικό του το παιδί που θα γεννιόταν. Επιτρεπόταν ακόμα σ᾽ έναν άνδρα καθώς πρέπει, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλο, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύσει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά, από το αίμα και τη γενιά των καλύτερων. Γιατί πρώτα πρώτα νόμιζε ο Λυκούργος πως τα παιδιά δεν ανήκαν στους πατέρες τους, αλλά ήταν κοινά κτήματα της πόλης, και γι᾽ αυτό ήθελε οι πολίτες να γεννιούνται από τους άριστους κι όχι από οποιονδήποτε. Ύστερα θεωρούσε ανόητα και ματαιόσπουδα τα σχετικά νομοθετήματα των άλλων, που στέλνουν τα σκυλιά και τα άλογα στα καλύτερα αρσενικά, παρακαλώντας ή δίνοντας και χρηματικήν αμοιβή στους κυρίους τους, τις γυναίκες όμως τις φυλάνε έγκλειστες, έχοντας την αξίωση να κάνουν παιδιά μόνο από αυτούς, έστω κι αν είναι τρελοί, γερασμένοι ή άρρωστοι, σαν να μην πρόκειται να γίνουν πρώτα πρώτα γι᾽ αυτούς τους ίδιους, που τα έχουν και τα ανατρέφουν. ελαττωματικά παιδιά, αν γεννηθούν από ελαττωματικούς γονείς. Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση, απέχοντας τόσο από την ευκολία που λέγουν πως απέκτησαν αργότερα οι γυναίκες, που η μοιχεία σε κείνους ήταν κάτι απίστευτο. Αναφέρουν μάλιστα τα λόγια κάποιου Σπαρτιάτη Γεράδα, από τους πολύ παλαιούς, που, όταν ρωτήθηκε από κάποιον ξένο τι παθαίνουν στην πατρίδα του οι μοιχοί, απάντησε: «ξένε, κανένας δε γίνεται μοιχός στην πατρίδα μου». Κι όταν εκείνος επέμενε: «Αν, όμως, γίνει;» ο Γεράδας είπε: «Πληρώνει για αποζημίωση ένα μεγάλο ταυρο, που σκύβει το κεφάλι του πάνω απ᾽ τον Ταΰγετο και πίνει στον Ευρώτα.» Και καθώς ο άλλος απόρησε και ρώτησε: «Πώς μπορεί να γίνει ένας τόσο μεγάλος ταύρος;» ο Γεράδας απάντησε γελώντας: «Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάποιος μοιχός στη Σπάρτη;» Αυτά, λοιπόν, αναφέρουν για τους γάμους.'


Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Τόμος 4: Λυκούργος - Νουμάς, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

'θέσθ᾽ ἀμφίτορνον ἀσπίδ᾽ Ἕκτορος πέδῳ,
λυπρὸν θέαμα κοὐ φίλον λεύσσειν ἐμοί.
ὦ μείζον᾽ ὄγκον δορὸς ἔχοντες ἢ φρενῶν,
τί τόνδ᾽, Ἀχαιοί, παῖδα δείσαντες φόνον
καινὸν διειργάσασθε; μὴ Τροίαν ποτὲ
πεσοῦσαν ὀρθώσειεν; οὐδὲν ἦτ᾽ ἄρα,
ὅθ᾽ Ἕκτορος μὲν εὐτυχοῦντος ἐς δόρυ
διωλλύμεσθα μυρίας τ᾽ ἄλλης χερός,
πόλεως δ᾽ ἁλούσης καὶ Φρυγῶν ἐφθαρμένων
βρέφος τοσόνδ᾽ ἐδείσατ᾽· οὐκ αἰνῶ φόβον,
ὅστις φοβεῖται μὴ διεξελθὼν λόγῳ.
ὦ φίλταθ᾽, ὥς σοι θάνατος ἦλθε δυστυχής.
εἰ μὲν γὰρ ἔθανες πρὸ πόλεως, ἥβης τυχὼν
γάμων τε καὶ τῆς ἰσοθέου τυραννίδος,
μακάριος ἦσθ᾽ ἄν, εἴ τι τῶνδε μακάριον·
νῦν δ᾽ αὔτ᾽ ἰδὼν μὲν γνούς τε σῇ ψυχῇ, τέκνον,
οὐκ οἶσθ᾽, ἐχρήσω δ᾽ οὐδὲν ἐν δόμοις ἔχων.
δύστηνε, κρατὸς ὥς σ᾽ ἔκειρεν ἀθλίως
τείχη πατρῷα, Λοξίου πυργώματα,
ὃν πόλλ᾽ ἐκήπευσ᾽ ἡ τεκοῦσα βόστρυχον
φιλήμασίν τ᾽ ἔδωκεν, ἔνθεν ἐκγελᾷ
ὀστέων ῥαγέντων φόνος, ἵν᾽ αἰσχρὰ μὴ λέγω.
ὦ χεῖρες, ὡς εἰκοὺς μὲν ἡδείας πατρὸς
κέκτησθ᾽, ἐν ἄρθροις δ᾽ ἔκλυτοι πρόκεισθέ μοι.
ὦ πολλὰ κόμπους ἐκβαλὸν φίλον στόμα,
ὄλωλας, ἐψεύσω μ᾽, ὅτ᾽ ἐσπίπτων πέπλους,
Ὦ μῆτερ, ηὔδας, ἦ πολύν σοι βοστρύχων
πλόκαμον κεροῦμαι, πρὸς τάφον θ᾽ ὁμηλίκων
κώμους ἀπάξω, φίλα διδοὺς προσφθέγματα.
σὺ δ᾽ οὐκ ἔμ᾽, ἀλλ᾽ ἐγὼ σὲ τὸν νεώτερον,
γραῦς ἄπολις ἄτεκνος, ἄθλιον θάπτω νεκρόν.
οἴμοι, τὰ πόλλ᾽ ἀσπάσμαθ᾽ αἵ τ᾽ ἐμαὶ τροφαὶ
ὕπνοι τ᾽ ἐκεῖνοι φροῦδά μοι. τί καί ποτε
γράψειεν ἄν σε μουσοποιὸς ἐν τάφῳ;
Τὸν παῖδα τόνδ᾽ ἔκτειναν Ἀργεῖοί ποτε
δείσαντες; 
αἰσχρὸν τοὐπίγραμμά γ᾽ Ἑλλάδι.
ἀλλ᾽ οὖν πατρῴων οὐ λαχὼν ἕξεις ὅμως
ἐν ᾗ ταφήσῃ χαλκόνωτον ἰτέαν.
ὦ καλλίπηχυν Ἕκτορος βραχίονα
σῴζουσ᾽, ἄριστον φύλακ᾽ ἀπώλεσας σέθεν.
ὡς ἡδὺς ἐν πόρπακι σῷ κεῖται τύπος
ἴτυός τ᾽ ἐν εὐτόρνοισι περιδρόμοις ἱδρώς,
ὃν ἐκ μετώπου πολλάκις πόνους ἔχων
ἔσταζεν Ἕκτωρ προστιθεὶς γενειάδι.
φέρετε, κομίζετ᾽ ἀθλίῳ κόσμον νεκρῷ
ἐκ τῶν παρόντων· οὐ γὰρ ἐς κάλλος τύχας
δαίμων δίδωσιν· ὧν δ᾽ ἔχω, λήψῃ τάδε.
θνητῶν δὲ μῶρος ὅστις εὖ πράσσειν δοκῶν
βέβαια χαίρει· τοῖς τρόποις γὰρ αἱ τύχαι,
ἔμπληκτος ὡς ἄνθρωπος, ἄλλοτ᾽ ἄλλοσε
πηδῶσι, κοὐδεὶς αὐτὸς εὐτυχεῖ ποτε.
'

*

'Τη στρογγυλή του Έκτορά μου ασπίδα
βάλτε τη χάμω· θλίψη που τη βλέπω
κι όχι χαρά μου πια. Αχ!  εσείς Αργίτες,
που είσαστε πιότερο τρανοί στη μάχη
παρά στο νου, ποιο φόβο το παιδάκι
τούτο σας έφερνε και τέτοιο φόνο
του δώσατε φριχτό; Μπήπως και χτίσει
ξανά την γκεμισμένη Τροία; Μα τότε
τίποδα δεν αξίζετε, αφού τούτο
το βρέφος φοβηθήκατε, την ώρα
που ᾽χετε κυριέψει πια την πόλη
και οι Φρύγες αφανίστηκαν και τόσοι
δικοί μας σκοτωθήκανε στη μάχη,
παρ᾽ όλο που νικούσε ο Έκτοράς μου·
δεν επαινώ το φόβο, όταν φοβάται
κανένας δίχως νου. Αχ! ακριβέ μου,
τι θάνατος απαίσιος σε βρήκε.
Γιατί αν για την πατρίδα σκοτωνόσουν
αφού θα ᾽χες γευτεί χαρές της νιότης,
το γάμο και το ισόθεο βασιλίκι,
θα ᾽σουν καλότυχος, αν κάποια υπάρχει
καλοτυχία σ᾽ αυτά. Τώρα, παιδί μου,
τα έχεις δει και τα ᾽νιωσε η ψυχή σου,
μα δεν τα χάρηκες κι ας ήταν μέσα
στο σπίτι σου όλα. Δύστυχε, τα κάστρα
τα πατρογονικά σου, που ο Λοξίας
τα ᾽χτισε, πώς σου κάναν το κεφάλι.
Στο χτένιζε η μανούλα, το φιλούσε
και τώρα —τα φριχτά να μην πω λόγια—
γελάει ο φόνος μεσ απ᾽ τα σπασμένα
κόκαλα. Ω! εσείς, γλυκά χεράκια
παρόμοια με του Έκτορα, συντίμμια
σας έχω μπρος μου κι άψυχα. Ω! στόμα
μυριάκριβο, που τόσα όλο περφάνια
πρόφερες λόγια, χάθηκες. Εβγήκαν
ψέματα αυτά που μου ᾽λεγες, στο στρώμα
όταν ερχόσουν πλάι μου· «γιαγιά μου,
την πιο καλή πλεξίδα μου θα κόψω
για σένα απ᾽ τα μαλλιά μου και θα φέρω
στον τάφο σου τους φίλους μου με λόγια
γεμάτα αγάπη να σε χαιρετήσω».
Και τώρα εσύ ταφή δε θα μου δώσεις,
μα εγώ η γριά, η άτεκνη και δίχως
πατρίδα, εσέ, βλαστάρι μου, θα θάψω.
Αχ! πάνε πια τα νανουρίσματά σου
και τα φιλιά που σου ᾽δινα κι εκείνες
οι χαρές μου όταν σε τάιζα. Τι τάχα
στον τάφο σου θα γράψουν; «Εδώ είναι
θαμμένο ένα παιδί, που κάποια μέρα
το σκότωσαν οι Αργίτες από φόβο;»
Επίγραμμα ντροπής για την Ελλάδα.
Απ᾽ το γονιό σου τίποτα δε θα ᾽χεις
παρά τη χάλκινή του ασπίδα μόνο,
που θα σε θάψουνε σ᾽ αυτήν. Ασπίδα
εσύ, που του Έκτορα τ᾽ ωραίο μπράτσο
προφύλαγες, τον πιο καλό φρουρό σου
έχασες πια. Πόσο γλυκό για μένα
τ᾽ αχνάρι του χεριού του στο λουρί σου
και στο καλοφτιαγμένο σου στεφάνι
ο ιδρώτας του που εστάλαζε, όταν
πολλές φορές στη μάχη κουρασμένος
ακούμπαε το σαγόνι ο Έκτοράς μου.
Πηγαίνετε και φέρτε όσα στολίδια
μας μένουν για το δύστυχο νεκρό μας·
για πλούσιο νεκροστάλισμα δεν είναι
η τύχη μας· θα πάρεις όσα υπάρχουν.
Άμυαλος είναι εκείνος που νομίζει
πως η χαρά του πάντα θα κρατάει·
άστατες σαν τον άνθρωπο είναι οι τύχες,
εδώ κι εκεί πηδώντας, και κανένας
για πάντοτε δε μένει ευτυχισμένος.'



Ευριπίδης, Τρωάδες, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος
'Virtual Mima' [album: Perfect Blue (2016)] - Mashahiro Ikumi

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΑΡΑΧΝΗΣ


   Ἡ βασιλικὴ ἀράχνη καταστρέφει τοὺς γύρω της, διὰ τῆς χωνεύσεως. Καὶ ποιὰ χώνευση ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὶς προσωπικὲς σχέσεις τοῦ χωνευμένου; Ποιὰ χώνευση προτίθεται νὰ διατηρήσει ὅλ᾽ αὐτὰ σὲ δέλτους.
   Ἡ χώνευση παίρνει ἀπ᾽ τὸν χωνευμένο ἀρετὲς ποὺ καὶ ὁ ἴδιος ἀγνοοῦσε, τόσο ὡστόσο οὐσιώδεις πού, μετά, αὐτὸς δὲν εἶναι πιὰ παρὰ μιὰ δυσωδία, χορδὲς δυσωδίας ποὺ πρέπει ἀμέσως νὰ παραχωθοῦν.
   Πολὺ συχνὰ ζυγώνει ὡς φίλη. Εἶναι ὅλο γλύκα, τρυφερότητα, ἐπιθυμία επικοινωνίας, ἀλλ᾽ εἶναι τόσο ἀνειρήνευτη ἡ ὁρμή της, τόσο σφοδρὴ ἡ ἐπιθυμία τοῦ πελώριου στόματός της γιὰ στηθοσκόπηση τῶν ἄλλων (κι εἶναι κι ἡ γλώσσα της πάντοτε ἀνήσυχη κι ἀκόρεστη), πού, τελικά, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταπιεῖ.
   Πόσοι καὶ πόσοι ξένοι ἔχουνε ἤδη καταβροχθιστεῖ!
   Ὡστόσο, ἡ ἀράχνη στὴ συνέχεια ἀπελπίζεται. Τίποτε πιὰ δὲ βρίσκουν νὰ σφιχταγκαλιάσουνε τὰ μπράτσα της. Τραβάει τότε γιὰ καινούργιο θύμα καὶ ὅσο πιὸ πολὺ ὁ ἄλλος ἀντιστέκεται τόσο πιὸ πολὺ ἐπιθυμεῖ κι αὐτὴ νὰ τὸν γνωρίσει. Σιγὰ σιγὰ τὸν βάζει μέσα της καὶ τὸν συγκρίνει μ᾽ ὅ,τι πιὸ ἄκριβό, ὅ,τι πιὸ σημαντικὸ ἡ ἴδια ἔχει, καὶ κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει πὼς ἀπ᾽ τὴ σύγκριση αὐτὴ θ᾽ ἀναπαηδήσει φῶς μοναδικό.
   Ὁ συγκρινόμενος, ὡστόσο, ἀφανίζεται μέσα σὲ μιὰν ἐπ᾽ ἄπειρον κινούμενη φύση καὶ ἡ ἕνωση ὁλοκληρώνεται στὰ τυφλὰ.



Ανρί Μισό, Με τοΑγκίστρι στην Καρδιά: Επιλογή από το Έργο του, μτφρ. Αργύρης Χιόνης, εκδ. Γαβριηλίδης

  'Ὁ Λὴρ εἶναι γέρος. Εἴπαμε ἤδη ὅτι γι᾽ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο οἱ τρεῖς ἀδελφὲς μοιάζουν μὲ κόρες του. Ἡ πατρικὴ σχέση, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πηγὴ γόνιμων δραματικῶν παροτρύνσεων, δὲν ἀξιοποιεῖται ἰδιαίτερα στὸ θεατρικὸ ἔργο. Ἀλλὰ ὁ Λὴρ δὲν εἶναι μονάχα γέρος, μὰ καὶ ἑτοιμοθάνατος. Μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ τόσο παράδοξη προϋπόθεση τῆς μοιρασιᾶς τῆς κληρονομιᾶς χάνει ὁποιοδήποτε χαρακτήρα περίεργου. Ὁ ἄντρας αὐτός, ὅμως στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου, δὲν θέλει ν᾽ ἀκούσει πόσο τὸν ἀγαποῦν. Ἄς σκεφτοῦμε τὴ συγκλονιστικὴ τελευταία σκηνή, μία ἀπὸ τὶς κορυφὲς τοῦ τραγικοῦ στὸ σύγχρονο δράμα : ὁ Λὴρ φέρνει στὴ σκηνὴ ἐπάνω τὸ νεκρὸ σῶμα τῆς Κορντέλια. Ἡ Κορντέλια εἶναι ὁ θάνατος. Ἐὰν ἀντιστρέψουμε τὴν κατάσταση, μᾶς γίνεται τότε κατανοητὴ καὶ οἰκεία. Ἡ θεὰ τοῦ θανάτου εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης τὸν πεθαμένο ἥρωα, ὅπως καὶ οἱ Βαλκυρίες στὴ γερμανικὴ μυθολογία. Ἡ αἰώνια σοφία μὲ τὴ μορφὴ πανάρχαιου μύθου συμβουλεύει τὸν γέροντα νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη, νὰ διαλέξει τὸ θάνατο καὶ νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ ἀποθνήσκειν.
   Ὁ λογοτέχνης φέρνει πιὸ κοντά μας τὸ ἀρχαῖο μοτίβο, ἀφήνοντας νὰ ἐπιτελεστεῖ ἡ ἐκλογὴ ἀνάμεσα στὶς τρεῖς ἀδελφὲς ἀπὸ ἕναν ἄντρα γερασμένο καὶ ἑτοιμοθάνατο. Ἡ ἀναδρομικὴ διασκευὴ ποὺ ἐπιχείρησε μὲ βάση ἕνα μύθο, τὸν ὁποῖο παραποίηση ἡ μετάλλαξη τῆς ἐπιθυμίας, ἀφήνει νὰ διαφανεῖ τὸ παλιοὸ του νόημα τόσο καθαρὰ ποὺ μᾶς δίνει ἴσως τὴ δυνατότητα καὶ γιὰ μία προφανή, ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία σχετικὰ μὲ τὶς τρεῖς γυναικεῖες μορφὲς τοῦ μοτίβου. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὲς ποὺ ἀπεικονίζονται ἐδῶ εἶναι οἱ τρεῖς ἀναπόφευκτες σχέσεις τοῦ ἄντρα μὲ τὴ γυναίκα : ἡ τεκνογόνος, ἡ σύντροφος καὶ ἡ ἐξολοθρεύτρια. Ἤ οἱ τρεῖς μορφὲς ποὺ παίρνει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του ἡ εἰκόνα τῆς μητέρας : ἡ μητέρα ἡ ἴδια, ἡ ἐρωμένη, ποὺ τὴ διαλέγει καθ᾽ ὁμοίωσιν τῆς μητέρας, καὶ στὸ τέλος ἡ μητέρα-γῆ, ποὺ τὸν ὑποδέχεται ξανά. Ὁ γέροντας, ὅμως, μάταια γυρεύει τὴν ἀγάπη τῆς γυναίκας ἔτσι ὅπως τὴν πρωτοδέχτηκε ἀπὸ τὴ μητέρα του· μονάχα ἡ τρίτη ἀπὸ τὶς γυναῖκες τοῦ πεπρωμένου, ἡ σιωπηλὴ θεὰ τοῦ θανάτου, θὰ τὸν πάρει στὴν ἀγκαλιά της. -'

Σίγκμουντ Φρόιντ, Το Μοτίβο της Εκλογής των Κουτιών, μτφρ. Πάνος Αλούπης, εκδ. Άγρα

  'Ἀκούγονταν κουδουνίσματα.
   Ἀπὸ τὸ χὸλ ἔμπαιναν στὴ σάλα πλάσματα ἀγγελόμορφα, μὲ φορέματα γαλάζια, ἄσπρα, ρόζ, ἀσημί, σπινθηροβόλα. Ἀνέμιζαν μουσελίνες, βεντάλιες, μετάξια, κι ὁλόγυρα ξεχυνόταν πλουσιοπάροχα τὸ ἄρωμα τῆς βιολέτας, τοῦ μαγιολούλουδου, τοῦ κρίνου καὶ τῆς ταμπερόριζας. Οἱ ὤμοι τους, ἁπαλὰ πουδραρισμένοι καὶ λευκοὶ σὰν μάρμαρο, σὲ μιὰ δυὸ ὧρες θὰ εἶχαν γίνει ὁλοπόρφυροι καὶ θὰ σκεπάζονταν ἀπὸ ἱδρώτα. Τώρα ὅμως, πρὶν ἀπὸ τὸν χορό, τὰ προσωπάκια τους, οἱ ὦμοι, τὰ ἀδύνατα γυμνὰ μπράτσα τους φαίνονταν ἀκόμα πιὸ ὠχρὰ καὶ ἀδύνατα ἀπ᾽ ὅ,τι τὶς ὑπόλοιπες μέρες. Ὡστόσο, ἡ ἐντονότερη γοητεία αὐτῶν τῶν πλασμάτων ἢταν οἱ σπίθες ποὺ τρεμόπαιζαν συγκρατημένα στὶς κόρες τῶν ματιῶν τους, καθὼς ὅλα μαζί, πραγματιστικὴ σύναξη ἄγγέλων, ἔμοιαζαν μὲ θροΐζοντα, πολύχρωμα σμήνη μουσελίνας ποὺ ἀμένιζε. Ἀνοιγόκλειναν τὶς λευκές τους βεντάλιες κάνοντας ἀέρα, τὰ παπουτσάκια τους χτυποῦσαν στὸ πάτωμα.
   Ἀκούγονταν κουδουνίσματα.
   Ἀπὸ τὸ χόλ ἕμπαιναν ὅλο ζωντάνια στὴ σάλα κάποια εὐρύστερνα τελώνια, ποὺ φοροῦσαν ἐφαρμοστά φράκα, στολὲς κῖ ἐπενδύτες· ἦταν φοιτητὲς τῆς Νομικῆς, οὐσάροι, γυμνασιόπαιδες καὶ κάθε λογῆς ἄνθρωποι, ἄλλοι ἀπ᾽ αὐτοὺς εἶχαν μουστάκια κι ἄλλοι ὄχι, κανείς τους ὅμως δὲν εἶχε γενειάδα. Ὅλοι τους σκορποῦσαν ὁλόγυρα ἀμείωτη χαρὰ καὶ αὐτοκυριαρχία. Χωρὶς νὰ γίνονται ἐνοχλητικοί, εἰσέδυαν στὸν ἀποστράπτοντα κύκλο τῆς μουσελίνας καὶ φαίνονταν στὶς κυρίες πιὸ εὐλύγιστοι κι ἀπὸ κερί. Ἐδῶ κι ἐκεῖ, μιὰ ἀνάλαφρη πουπουλένια βεντάλια ἄρχιζε ἤδη νὰ χτυπᾶ τὸ στῆθος ἑνὸς μυστακοφόρου τελώνιου, καὶ θαρροῦσες ὅτι πάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ στῆθος εἶχε καθίσει τὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας, καὶ ὁ γεροδεμένος οὐσάρος ἄρχιζε προσεκτικὰ νὰ ἀνταλλάσει μὲ τὴν κυρία ἐπιπόλαιους ὑπαινιγμούς, μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς προσοχὴ μὲ τὴν ὁποία γέρνουμε πάνω ἀπὸ μιὰ ἀνάλαφρη πεταλούδα ποὺ κάθισε τυχαῖα στὸ δάχτυλό μας. Καὶ στὸ κόκκινο φόντο τῆς χρυσοκέντητης στολῆς τοῦ οὐσάρου, λὲς καὶ ἦταν τὸ φόντο τῆς ἐντυπωσιακῆς ἀνατολῆς ἑνὸς πρωτόφαντου ἥλιου, διαγραφόταν ὁλοκάθαρα ἕνα ροδαλὸ προφίλ. Ἡ θύελλα τοῦ βὰλς ποὺ ἄρχιζε θὰ μετέτρεπε σύντομα τὸ ροδαλὸ προφίλ τοῦ ἀθώου ἀγγέλου σὲ προφὶλ φλεγόμενου δαίμονα.'

  'Ὁ θάμνος κόχλαζε... Πάνω στὴν ἀμμώδη παραλία ἐδῶ κι ἐκεῖ ρυτίδιαζαν λιμνοῦλες μ᾽ ἁλμυρὸ νερό.
   Ἀπὸ τὸν κόλπο ἔρχονταν πετώντας κορδέλες μὲ λευκὲς χαῖτες. Ἡ σελήνη τὶς φώτιζε καὶ οἱ κορδέλες ἔρχονταν ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη κι ἄφριζαν πέρα μακριὰ κι ἀχολογοῦσαν, κι ἔπειτα ἔφταναν ὥς τὴν παραλία σχηματίζοντας τοῦφες ἀφροῦ. Καὶ διάφανες ἁπλώνονταν ὑπάκουα πάνω στὴν ἐπίπεδη ὄχθη. Πιτσίλιζαν τὴν ἄμμο, τὴν κατέτρωγαν· σὰν λεπτὴ κρυστάλλινη λεπίδα περνοῦσαν πάνω ἀπὸ τὴν ἄμμο· τόπους τόπους οἱ κρυστάλλινες κορδέλες ἔφταναν παφλάζοντας ἴσαμε μιὰ ἀλμυρὴ λιμνούλα καὶ ξέχυναν μέσα της ἕνα ἁλμυρὸ διάλυμα.
   Κι ἔφευγαν πάλι πίσω, γιὰ νὰ ξαναγυρίσουν σπρωγμένες ἀπὸ ἄλλες βουερές, ἀφρισμένες κορδέλες.
   Ὁ θάμνος κόχλαζε...
   Νὰ, κι ἐδῶ κι ἐκεῖ ὑπήρχαν ἑκατοντάδες θάμνοι. Σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τὴ θάλασσα ἁπλώνονταν τὰ μαῦρα καὶ ξεραμένα μπράτσα τῶν θάμνων. Αὐτὰ τὰ μπράτσα, τὰ γυμνὰ ἀπὸ φύλλα, ἀνέβαιναν στὸ διάστημα μὲ τρελὰ φτερουγίσματα. Μιὰ μικρόσωμη μαυριδερὴ φιγούρα δίχως γαλότσες καὶ καπέλο ἔτρεχε φοβισμένη ἀνάμεσά τους. Τὸ καλοκαίρι ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ τοὺς θάμνους γλυκὲς, ψυθυριστὲς πνοές. Πάει καιρὸς ποὺ οἱ πνοὲς ἔσβησαν, κι ἔτσι μονάχα τριξίματα καὶ βογκητὰ βγαίνουν πιὰ ἀπὸ τοῦτο τὸ μέρος. Ἀπὸ δῶ σηκώνεται ἡ καταχνιά, καὶ ἡ ὑγρασία ἐπίσης. Καὶ μέσ᾽ ἀπὸ τὴν καταχνιὰ καὶ τὴν ὑγρασία πρόβαλλαν κούτσουρα. Μέσα ἀπὸ τὴν καταχνιὰ καὶ τὴν ὑγρασία, ἐμπρὸς στὴ μικρὴ φιγούρα, πρόβαλλε ἕνα ροζιασμένο μπράτσο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔβγαιναν, σὰν τρίχες, τὰ κλαδιά.
   Ἡ φιγούρα ἔγειρε σὲ μιὰ κουφάλα, μέσα στὴν πάχνη τῆς γκρίζας ὑγρασίας. Κι ἐκεῖ βυθίστηκε σὲ πικροὺς λογισμούς.'


Αντρέι Μπέλι, Πετρούπολη, μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Κίχλη