'Ἐγάμουν δὲ δι᾽ ἁρπαγῆς, οὐ μικρὰς οὐδ᾽ ἀώρους πρὸς γάμον, ἀλλὰ καὶ ἀκμαζούσας καὶ πεπείρους. τὴν δ᾽ ἁρπασθεῖσαν ἡ νυμφεύτρια καλουμένη παραλαβοῦσα, τὴν μὲν κεφαλὴν ἐν χρῷ περιέκειρεν, ἱματίῳ δ᾽ ἀνδρείῳ καὶ ὑποδήμασιν ἐνσκευάσασα κατέκλινεν ἐπὶ στιβάδα μόνην ἄνευ φωτός. ὁ δὲ νυμφίος οὐ μεθύων οὐδὲ θρυπτόμενος, ἀλλὰ νήφων ὥσπερ ἀεί δεδειπνηκὼς ἐν τοῖς φιδιτίοις, παρεισελθὼν ἔλυε τὴν ζώνην καὶ μετήνεγκεν ἀράμενος ἐπὶ τὴν κλίνην. συνδιατρίψας δὲ χρόνον οὐ πολὺν, ἀπῄει κοσμίως οὗπερ εἰώθει τὸ πρότερον, καθευδήσων μετὰ τῶν ἄλλων νέων. καὶ τὸ λοιπὸν οὕτως ἔπραττε, τοῖς μὲν ἡλικιώταις συνδιημερεύων καὶ συναναπαυόμενος, πρὸς δὲ τὴν νύμφην κρύφα μετ᾽ εὐλαβείας φοιτῶν, αἰσχυνόμενος καὶ δεδοικὼς μή τις αἴσθοιτο τῶν ἔνδον, ἅμα καὶ τῆς νύμφης ἐπιτεχνωμένης καὶ συνευπορούσης ὅπως ἂν ἐν καιρῷ καὶ λανθάνοντες ἀλλήλοις συμπορεύοιντο. καὶ τοῦτ᾽ ἔπραττον οὐκ ὀλίγον χρόνον, ἀλλ᾽ ὥστε καὶ παῖδας γενέσθαι ἐνίοις πρὶν ἐς ἡμέραν θεάσασθαι τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας. ἡ δὲ τοιαύτη σύνοδος οὐ μόνον ἐγκρατείας καὶ σωφροσύνης ἄσκησις ἦν, ἀλλὰ τοῖς τε σώμασι γονίμους καὶ τῷ φιλεῖν ἀεὶ καινοὺς καὶ προσφάτους ἦγεν ἐπὶ τὴν κοινωνίαν, οὐδὲ διακορεῖς οὐδ᾽ ἐξιτήλους ταῖς ἀνέδην κοινωνίαις, ἀλλ᾽ ἀεί τι λείψανον καὶ ὑπέκκαυμα πόθου καὶ χάριτος ἐναπολείποντας ἀλλήλοις. Τοσαύτην δὲ τοῖς γάμοις ἐπιστήσας αἰδῶ καὶ τάξιν, οὐδὲν ἧττον ἐξέβαλε τὴν κενὴν καὶ γυναικώδη ζηλοτυπίαν, ἐν καλῷ καταστήσας ὕβριν μὲν καὶ ἀναξίαν πᾶσαν εἴργειν ἀπὸ τοῦ γάμου, παίδων δὲ καὶ τεκνώσεως κοινωνεῖν τοῖς ἀξίοις, καταγελῶντας τῶν ὡς ἄμικτα καὶ ἀκοινώνητα ταῦτα μετιόντων σφαγαῖς καὶ πολέμοις. ἐξῆν μὲν γὰρ ἀνδρὶ πρεσβυτέρῳ νέας γυναικός, εἰ δή τινα τῶν καλῶν καὶ ἀγαθῶν ἀσπάσαιτο νέων καὶ δοκιμάσειεν, εἰσαγαγεῖν παρ᾽ αὐτὴν καὶ πλήσαντα γενναίου σπέρματος ἴδιον αὑτοῖς ποιήσασθαι τὸ γεννηθέν. ἐξῆν δὲ πάλιν ἀνδρὶ χρηστῷ, τῶν εὐτέκνων τινὰ καὶ σωφρόνων θαυμάσαντι γυναικῶν ἑτέρῳ γεγαμημένην, πεῖσαντι τὸν ἄνδρα συνελθεῖν, ὥσπερ ἐν χώρᾳ καλλικάρπῳ φυτεύοντα καὶ ποιούμενον παῖδας ἀγαθούς, ἀγαθῶν ὁμαίμους καὶ συγγενεῖς ἐσομένους. πρῶτον μὲν γὰρ οὐκ ἰδίους ἡγεῖτο τῶν πατέρων τοὺς παῖδας, ἀλλὰ κοινοὺς τῆς πόλεως ὁ Λυκοῦργος, ὅθεν οὐκ ἐκ τῶν τυχόντων, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἀρίστων ἐβούλετο γεγονότας εἶναι τοὺς πολίτας. ἔπειτα πολλὴν ἀβελτερίαν καὶ τῦφον ἐνεώρα τοῖς περὶ ταῦτα τῶν ἄλλων νομοθετήμασιν, οἳ κύνας μὲν καὶ ἵππους ὑπὸ τοῖς κρατίστοις τῶν ὀχείων βιβάζουσι χάριτι πείθοντες ἢ μισθῷ τοὺς κυρίους, τὰς δὲ γυναῖκας ἐγκλεισάμενοι φρουροῦσιν, ἐξ αὐτῶν μόνων τίκτειν ἀξιοῦντες, κἂν ἄφρονες ὦσι, κἂν παρήλικες, κἂν νοσώδεις, ὡς οὐχὶ πρώτοις τοῖς κεκτημένοις καὶ τρέφουσι τῶν παίδων γινομένων πονηρῶν, ἐὰν ἐκ πονηρῶν γένωνται, καὶ τοὐναντίον χρηστῶν, ἂν τοιαύτης τύχωσι γενέσεως. ταῦτα δ᾽ οὕτως πραττόμενα φυσικῶς καὶ πολιτικῶς τότε τοσοῦτον ἀπεῖχε τῆς ὕστερον λεγομένης γενέσθαι περὶ τὰς γυναῖκας εὐχερείας, ὥσθ᾽ ὅλως ἄπιστον εἶναι τὸ τῆς μοιχείας παρ᾽ αὐτοῖς. καὶ λόγος ἀπομνημονεύεται Γεράδα τινὸς Σπαρτιάτου τῶν σφόδρα παλαιῶν, ὃς ἐρωτηθεὶς ὑπὸ ξένου τί πάσχουσιν οἱ μοιχοὶ παρ᾽ αὐτοῖς, εἶπεν· «οὐδεὶς ὦ ξένε γίνεται μοιχὸς παρ᾽ ἡμῖν.» ἐκείνου δ᾽ ὑπολαβόντος, «ἐὰν οὖν γένηται;» «ταῦρον» ἔφη ὁ Γεράδας «ἐκτίνει μέγαν, ὃς ὑπερκύψας τὸ Ταΰγετον ἀπὸ τοῦ Εὐρώτα πίεται.» θαυμάσαντος δ᾽ ἐκείνου καὶ φήσαντος· «πῶς δ᾽ ἂν γένοιτο βοῦς τηλικοῦτος;» γελάσας ὁ Γεράδας, «πῶς δ᾽ ἄν,» ἔφη, «μοιχὸς ἐν Σπάρτ ῃ γένοιτο;» ταῦτα μὲν οὖν ἱστόρηται περὶ τῶν γάμων.'

*

  'Τις γυναίκες τις παντρεύονταν με το έθιμο της αρπαγής. Οι νύφες δεν ήταν μικρές και νεαρές, αλλά ώριμες και μεστωμένες. Η ονομαζόμενη «υμφεύτρια» παραλάβαινε την αρπαγμένη, την κούρευε ως το πετσί, της έδινε ανδρικά ρούχα και υποδήματα και την πλάγιαζε μονάχη πάνω σε ένα ψαθί, στα σκοτεινά. Και ο γαμπρός χωρίς να είναι πιωμένος ή να κάνει απρέπειες, απεναντίας όντας νηφάλιος και έχοντας όπως πάντα δειπνήσει στα συσσίτια, έμπαινε, της έλυνε τη ζώνη, και σηκώνοντάς την, την έφερνε στο κρεβάτι. Κι αφού έμεινε μαζί της για λίγο, έφευγε σεμνά για το μέρος όπου συνήθιζε να πηγαίνει και πριν, για να κοιμηθεί μαζί με τους άλλους νέους. Και τον άλλο καιρό έκανε το ίδιο, περνώντας τη μέρα του και διασκεδάζοντας μαζί με τους συνομηλίκους του, ενώ στη γυναίκα του πήγαινε κρυφά με διακριτικότητα, από ντροπή και φόβο μήπως τον αντιληφθεί κάποιος από μέσα και η γυναίκα του έβρισκε διάφορους τρόπους και διευκόλυνε κι αυτή την κατάσταση, ώστε να σμίγουν σε κατάλληλη ώρα και χωρίς να τους παίρνουν είδηση. Αυτό γινόταν όχι λίγο χρόνο, αλλά τόσο, που μερικοί δεν είδαν τις γυναίκες τους ημέρα, παρά αφού απέκτησαν παιδιά. Ο τρόπος αυτός που ζευγάρωναν δεν ήταν μόνο άσκησης εγκράτειας και σωφροσύνης, αλλά τους έφερνε πάντα σε επαφή με σώματα γόνιμα, κι από την επιθυμία ανανεωμένους πάντα και φρέσκους κι όχι χορτασμένους και σβησμένους από τις αχαλίνωτες συνευρέσεις, αφού πάντα άφηνε το ένα ταίρι στο άλλο κάποιο υπόλλειμα και τη σπίθα νέου πόθου και έλξης. Κι ενώ προσέδωσε στο γάμο τόση αιδυμοσύνη και τάξη, δεν παρέλειψε να αποβάλει την κενή και άξια μόνο για γυναικούλες ζήλια, κρατώντας μεν μακριά από το γάμο κάθε προσβολή και ακαταστασία, επιτρέποντας όμως στους άξιους να αποκτούν κοινά τέκνα και θεωρώντας καταγέλαστους εκείνους που υπεράσπιζαν με σφαγές και πολέμους την αντίληψη, πως ο γάμος είναι άμεικτος και δε δίνει κοινά δικαιώματα σε πολλούς. Στη Σπάρτη δηλαδή ήταν δυνατόν ένας ηλικιωμένος άνδρας μιας νέας γυναίκας, αν συναντούσε κανέναν όμορφο και καλό νέο που του άρεσε, να τον φέρει στη γυναίκα του και να τον ζευγαρώσει μαζί της, κρατώντας αυτός για δικό του το παιδί που θα γεννιόταν. Επιτρεπόταν ακόμα σ᾽ έναν άνδρα καθώς πρέπει, αν του άρεσε κάποια συνετή γυναίκα, μάνα ωραίων παιδιών, παντρεμένη με κάποιον άλλο, να πείσει τον άνδρα της και να συνευρεθεί μαζί της, ως να φυτεύσει σε εύφορη γη, γεννώντας καλά παιδιά, από το αίμα και τη γενιά των καλύτερων. Γιατί πρώτα πρώτα νόμιζε ο Λυκούργος πως τα παιδιά δεν ανήκαν στους πατέρες τους, αλλά ήταν κοινά κτήματα της πόλης, και γι᾽ αυτό ήθελε οι πολίτες να γεννιούνται από τους άριστους κι όχι από οποιονδήποτε. Ύστερα θεωρούσε ανόητα και ματαιόσπουδα τα σχετικά νομοθετήματα των άλλων, που στέλνουν τα σκυλιά και τα άλογα στα καλύτερα αρσενικά, παρακαλώντας ή δίνοντας και χρηματικήν αμοιβή στους κυρίους τους, τις γυναίκες όμως τις φυλάνε έγκλειστες, έχοντας την αξίωση να κάνουν παιδιά μόνο από αυτούς, έστω κι αν είναι τρελοί, γερασμένοι ή άρρωστοι, σαν να μην πρόκειται να γίνουν πρώτα πρώτα γι᾽ αυτούς τους ίδιους, που τα έχουν και τα ανατρέφουν. ελαττωματικά παιδιά, αν γεννηθούν από ελαττωματικούς γονείς. Κι αυτά γίνονταν έτσι τότε με φυσικό τρόπο και κοινωνική συνείδηση, απέχοντας τόσο από την ευκολία που λέγουν πως απέκτησαν αργότερα οι γυναίκες, που η μοιχεία σε κείνους ήταν κάτι απίστευτο. Αναφέρουν μάλιστα τα λόγια κάποιου Σπαρτιάτη Γεράδα, από τους πολύ παλαιούς, που, όταν ρωτήθηκε από κάποιον ξένο τι παθαίνουν στην πατρίδα του οι μοιχοί, απάντησε: «ξένε, κανένας δε γίνεται μοιχός στην πατρίδα μου». Κι όταν εκείνος επέμενε: «Αν, όμως, γίνει;» ο Γεράδας είπε: «Πληρώνει για αποζημίωση ένα μεγάλο ταυρο, που σκύβει το κεφάλι του πάνω απ᾽ τον Ταΰγετο και πίνει στον Ευρώτα.» Και καθώς ο άλλος απόρησε και ρώτησε: «Πώς μπορεί να γίνει ένας τόσο μεγάλος ταύρος;» ο Γεράδας απάντησε γελώντας: «Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάποιος μοιχός στη Σπάρτη;» Αυτά, λοιπόν, αναφέρουν για τους γάμους.'


Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Τόμος 4: Λυκούργος - Νουμάς, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου