Ο πατέρας μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
περισσεύει στον τόπο απ’ όπου ήρθε
Η μητέρα μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
θεωρεί ότι είναι αναγκαίος στον τόπο όπου ήρθε
Ο πατέρας μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
περισσεύει στον τόπο όπου πηγαίνει
Η μητέρα μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
θεωρεί ότι είναι αναγκαίος στον τόπο απ’ όπου ήρθε
Ο αδερφός της μητέρας μου είπε: Αυτός που ταξιδεύει
δεν έχει ιδέα για κανέναν τόπο






Ο πατέρας μου είπε: Εκεί είμαστε ακόμη, μην κοιτάς
που ο χρόνος μας χώρισε από τον τόπο
Η μητέρα μου είπε: Και το ταβάνι μας είναι τόσο ψηλό
όσο το πάτωμα τ’ αξίζει



από το Λευκόσελευκό της Ατένα Φαροχζάντ, μτφρ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Αντίποδες

  'Λάγνο αἷμα κυλάει στὶς φλέβες μου, δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἀρνηθῶ, θὰ πρέπει ἐντούτοις νὰ ὑπάρχουν κάποιοι λόγοι βαθιὰ μέσα μου κρυμμένοι ποὺ μὲ ἐξώθησαν στὸ σημεῖο νὰ σχεδιάζω τὸ θάνατο τοῦ ἴδιου μου τοῦ ἄντρα. Πῶς, πότε, ἀπὸ ποιά σκοτεινὴ ρωγμὴ μπόρεσε μιὰ τέτοια ἐπιθυμία νὰ περάσει καὶ νὰ μὲ διαβρώσει ; Ποιός δὲν θὰ λύγιζε ὅμως στὸ τέλος, πιασμένος ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὶς ἐπίμονες τανάλιες κάποιου διεστραμμένου, ἔκφυλου καὶ μοχθηροῦ χαρακτήρα, ὅπως αὐτὸς τοῦ μακαρίτη τοῦ συζύγου μου, ὅση κι ἄν ἦταν ἡ τιμιότητα τῆς ψυχῆς του; Μήπως ὅμως δὲν ἦταν ἔτσι, ἀλλὰ ἐγὼ ἤμουν μιὰ γυναίκα ἡ ὁποία, ἐνῶ λόγω τῶν γονιῶν της καὶ τοῦ περιβάλλοντος μέσα στὸ ὁποῖο ἀνατράφηκε, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐμποτισμένη ἀπὸ τὸν παλιὸ φεουδαρχικό τρόπο σκέψης, ἀπὸ τὸ χαρακτήρα της κατεῖχε μιὰ ἀποτρόπαιη φύση ; Δὲν θὰ μποροῦσα νὰ πῶ τί ἀπ᾽ τὰ δυὸ συμβαίνει ἄν δὲν καθίσω νὰ τὸ σκεφτῶ πραγματικά. Ὄπως καὶ νὰ ᾽ναι ὅμως, τελικά, παρ᾽ ὅλα ὅσα συνέβησαν, ὑπῆρξα γιὰ τὸ σύζυγό μου μιὰ γυναίκα ἀφοσιωμένη. Τού χάρισα μιὰ ζωὴ εὐτυχισμένη τέτοια ὅπως τὴν εἶχε εύχηθεἶ, κι αὐτὸ εἲναι κάτι ποὺ μπορῶ νὰ τὸ ἰσχυριστῶ μὲ βεβαιότητα.'

Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το Κλειδί, μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, εκδ. Άγρα
Clips from Jonathan Glazer’s Under the Skin (2013)

  '[...] ανάμεσα στις πρώιμες κριτικές διαγνώσεις του ελληνικού λαϊκισμού και στη σημερινή διαπόμπευσή του οι διαφορές δεν είναι μόνο διαφορές έντασης ή «κλίματος». Η μετάβαση από την ανάλυση μιας πολιτικής παθολογίας στον εξορκισμό ενός ηθικού και πολιτισμικού δεινού δεν είναι μια ευθύγραμμη μετεξέλιξη στην περιγραφή του λαϊκιστικού φαινομένου. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια σημαντική διαφορά ως προς τους κοινωνικούς συνομιλητές των σχετικών λόγων, ως προς τα ποια υποκείμενα «αντιπροσωπεύει» ή όχι η ρητορική του «ευρωπαϊκού εξορθολογισμού» (ο αρχικός και παλαιότερος πυρήνας του αντιλαϊκισμού) και η ρητορική της «εξιλέωσης διά της καταστροφής» (ο σημερινός πυρήνας του). Στην πρώτη περίπτωση, σε αυτήν του συμβατικού εκσυγχρονιστικού λόγου, αναγνωριζόταν μια υπαρκτή κοινωνική δυναμική με επίκεντρο τα νέα μεσαία στρώματα σε συνθήκες ευημερίας, υλικής και συμβολικής καταξίωσής τους στο νέο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης ζωής. Στη συγκυρία της κρίσης, ο αντιλαϊκιστικός λόγος γίνεται περισσότερο ο εσωτερικός κώδικας της συννενόησης μερίδων του πολιτικού προσωπικού, της διανόησης και της επιχειρηματικής τάξης. Καθώς απορρίπτει την υπάρχουσα κοινωνία ως όμηρο αρνητικών παθών και μοιραίων στερεοτύπων, αδυνατεί να αντιπροσωπεύσει πολιτικά σημαντικά τμήματα των μεσαίων τάξεων, ακόμα και εκείνων των μερίδων της που δεν έχουν πληγεί υπερβολικά στα υλικά τους συμφέροντα. Αυτή η αδυναμία η οποία εκφράζεται συχνά με τη λυρική έκκληση υπέρ ενός νέου εθνικού στόχου ή μιας νέας αφήγησης του ελληνισμού εξηγεί, ενδεχομένως,  τους ηθικούς πανικούς που διατρέχουν τους φορείς τους αντιλαϊκιστικού λόγου τα τελευταία χρόνια.'

Νικόλας Σεβαστάκης, 'Σύγχρονος «ΑΝΤΙΛΑΪΚΙΣΜΟΣ»: Από την Πολιτική Παθολογία στο Πολιτισμικό Κακό'


  'Γνωρίζουμε ότι η νεωτερικότητα σηματοδότησε την αντικατάσταση της «ελέω θεού μοναρχίας» από τη «λαϊκή κυριαρχία» ως νομιμοποιητικής αρχής του πολιτισμικού συστήματος. Η σύγχρονη δημοκρατία, όπως το έθεσε ο Λίνκολν, ενέχει την κυβέρνηση του λαού, από τον λαό για τον λαό! Ωστόσο, ήδη από τον 17ο αιώνα άρχισε να γίνεται κατανοητό ότι η «λαϊκή κυριαρχία» αποτελεί μια δυναμική κατασκευή, πολύ πιο ασταθή από εκείνην που αντικατέστησε (Morgan 1988: 306). Μια κατασκευή, λόγου χάριν, που αναιρεί τη θρησκευτικά εγγυημένη σχέση ενσάρκωσης που υπηρετούσε το σώμα του μονάρχη και αποσωματοποιεί ή καλύτερα εκ-σαρκώνει την εξουσία (Santner 2011: xv).
   Ωστόσο, πρόκειται για μια αστάθεια που, την ίδια στιγμή, συνιστά και την πηγή του δυναμισμού της δημοκρατικής πολιτικής. Επίσης, για μια αστάθεια που συνοδεύει τη δημοκρατία ήδη από την αρχαιότητα της διχασμένης πόλης (Loraux 2001). Πού αποτυπώνεται ακριβώς αυτή η αστάθεια; Καταρχάς, στη συστατική πολυσημία ή και αμφισημία της κατηγορίας «λαός» στις ευρωπαϊκές γλώσσες: ο «λαός» αναφέρεται τόσο στην ολότητα μιας δεδομένης πολιτικής κοινότητας, στο σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα (εξού και οι συνήθεις συνταγματικές αναφορές του τύπου «We, the people...»), και, την ίδια στιγμή, κατανομάζει «τους φτωχούς, τους μη-προνομιούχους και τους αποκλεισμένους» (Agamben 2004)· δηλαδή τον «λαουτζίκο» που τίθεται στο περιθώριο της πολιτικής συμμετοχής και εμποδίζεται να απολαύσει οποιαδήποτε πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικοοικονομικά προνόμια. Έτσι, ο «λαός» είναι συγρόνως μέρος και όλον (Canovan 2005: 5): «ο ίδιος όρος προσδιορίζει τόσο το συστατικό πολιτικό υποκείμενο όσο και την τάξη η οποία εκ των πραγμάτων, αν όχι εκ του νόμου, αποκλείεται από την πολιτική» (Agamben 2005: 270).
   Αυτή η αμφισημία είναι έκδηλη, λ.χ., στο παράδειγμα της αρχαίας Ρώμης, όπου ο λαός αφορά, από τη μία, τη res publica του populus, μια ενιαία σύλληψη πολιτικού υποκειμένου που περιλαμβάνει πατρικίους και πληβείους, ενώ την ίδια στιμγή εμβληματικές συμβολικές αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής εξουσίας, όπως η συντομογραφία «SPQR» («Η σύγκλητος και ο λαός της Ρώμης»), αντικατροπτίζουν μια αντιθετική/διχαστική σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου, όπου οι πληβείοι μόνοι τους, διαχωρισμένοι από την ελίτ των πατρικίων, από τους ευγενείς ή τη συγκλητική τάξη, συγκροτούν τον λαό (McCormick 2011: 12). Και είναι, βεβαίως, η αξονική αυτή αμφισημία που επιτρέπει τη συνεκδοχική διεκδίκηση από μέρους των κάθε φορά υποτελών και αποκείμενων τάξεων, της συμπερίληψής τους στην πολιτική κοινότητα, της απόλαυσης ίσων δικαιωμάτων. Στην ιστορία της σύγχρονης δημοκρατίας, από τους Χαρτιστές μέχρι τη σύσταση του κοινωνικού κράτους και τα νέα κοινωνικά κινήματα η αμφισημία εγγυήθηκε τελικά τον διαρκή εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας.'

Γιάννης Σταυρακάκης, 'Λαός και Λαϊκιστικός Λόγος στη Σκιά της Ευρωπαϊκής Κρίσης'



από το Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδ. Νεφέλη


  'Ὅμοια μὲ ἀλευρόσκονη ἡ νυχτερινὴ παγωνιὰ ποὺ σκέπαζε τὰ λιβάδια. Στὸ πρῶτο φῶς τῆς μέρας, καπνὸς αἰωροῦνταν πάνω ἀπὸ τὰ σπίτια, ἐπίπεδος πάνω ἀπὸ τὶς σκεπὲς τους, κι ἔμοιαζε σὰν νὰ ἀνάσαινε κάποιος βαθιά. Ὁ ὁρίζοντας ἐκτυφλωτικός, οἱ στέγες τῶν σπιτιῶν θαρρεῖς ξεκομμένες, καὶ ὁ πρῶτος ἥλιος νὰ φωτίζει τὸ μπλὲ ψηλά. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἕνιωσα σὰν ὅλα αὐτὰ νὰ μὴν ὑπῆρχαν, σὰν νὰ ἀρκούσε νὰ κλείσω τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ σβήσω, λὲς κι ἔρρεε κάτι πέρα μακριὰ κι ἐξαϋλωνόταν, σὰν νὰ μὴν εἶχε ὑπάρξει ποτέ. Κι εἶδα ἕνα μεγάλο δοχεῖο νὰ ἀδειάζει. Τὶς τελευταῖες σταγόνες. Ἄδειο. Ὕστερα ἕνα φορτηγό, τὸ φρενάρισμα τῆς μηχανῆς, ἡ ξέπνοη ὁρμή του. Δύναμη ποὺ ἀντηχεῖ. Μιὰ κάργα ἄκρη ἄκρη στὴν τάφρο πορεύεται ἐμπρός μου σὰν νὰ μὲ συντροφεύει, τὸ σῶμα της, βαδίζοντας, γερμένο στὸ πλάι σὰν ἀπὸ βάρος ἀβάσταχτο, ἀπαγορευτικὸ τῆς πτήσης. Προπορευόταν στρέφοντας πότε πότε τὸ κεφάλι της γιὰ νὰ μὲ μοιτάξει μὲ τὰ μπλέ της μάτια, ὥσπου ἔκανα ἕνα βῆμα γοργό, κι ἐκείνη ἀναπέταξε, ἀκούμπησε λίγο τὴ συστάδα τῶν θάμνων και χάθηκε.
   Ἀπὸ ἕνα τζάκι ἀνέβαινε καπνὸς σὰν νὰ ἔβραζε νερὸ σὲ τεράστιο καζάνι, ὕστερα στροβιλιζόταν πάνω ἀπὸ τὴ στέγη καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου τὸν ἔλουζε. Ὕστερα ὁ καπνὸς γλιστροῦσε στὴν ἐπιφάνεια τῆς ταλαιπωρημένης στέγης, σὰν νὰ ὑπῆρχε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ φαίνονται τὰ σπίτια ἄδεια μέσα στὸ δυνατὸ φῶς, σβησμένα καὶ θολά. Πάνω στοὺς πασσάλους τοῦ φράχτη καὶ στὰ κλαδιά, ἡ πάχνη ἔπαιρνε σχῆμα ἀκτινωτό, κρυσταλλικό, κέρδιζε ἔδαφος σὲ θάμνους καὶ δέντρα. Μὲ τὶς φωτεινές της γωνίες διαπερνοῦσε γῆ κι ἀποστάσεις καὶ ἔκανε τὶς σειρὲς τῶν θάμνων στὸ βάθος νὰ μοιάζουν μὲ μεγάλο κομμάτι πάγου.
   Τὰ ἔλατα στὶς ἄκρες λευκά, τὰ κλαιδά τους ἀκίνητα, ποτὲ ξαφνιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο. Θάμνοι σὰν χόρτα ψηλὰ καὶ δέντρα σὰν φρύγανα. Καθὼς πατοῦσες τὸ γρασίδι, ἔτριζε κάτω ἀπὸ τὸ παπούτσι, ἐνῶ ἀπὸ τὸ ἀκανθῶδες, μυτερὸ γαϊδουράγκαθο ἔπεφταν μικροὶ παγοκρύσταλλοι καὶ νόμιζες σχεδὸν πὼς τοὺς ἄκουγες. Μιὰ γέρικη ὀξιὰ σκέπαζε φωτεινὴ τὸν δρόμο, οἱ διακλαδώσεις της ὅμοιες μὲ βρόγχους. Μονάχα ὁ κορμὸς καὶ τὰ μεγαλύτερα κλαδιά της ἦταν πιὸ σκούρα. Φύλλα καὶ γρασίδι ἕμοιαζαν εὔθραστα, καὶ νόμιζα πὼς θὰ ἔσπαζαν στὸ παραμικρὸ ἄγγιγμα. Καὶ ὅμως, μονάχα δίπλωναν κι ἀκουμποῦσαν στὴ γῆ. Κοίταξα ἕνα γύρο. Τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς πατημασιές μου ἀνεπαίσθητα, ὁρατὰ μόνο στὰ σημεῖα ποὺ τὸ γρασίδι εἶχε λυγίσει. Ἔξω ὁ ἀέρας ἦταν λεπτὸς καπνὸς στὸ πρόσωπο, καὶ οἱ πιὸ κοντινὲς ἐρυθρελάτες λαξεμένες στὸ φῶς.'

  'Ἦταν ξαπλωμένη λὲς καὶ μόλις εἶχε πέσει ἐκεῖ, τὰ πόδια της χώρισαν λιγάκι καὶ τὸ φῶς συναντοῦσε ὅλα τὰ ὑψώματα σὲ κυματοειδεῖς, κιτρινόλευκες λωρίδες. Εἶχα μείνει νὰ τὴν κοιτάζω, ἐκείνη τὸ πρόσεξε ἀμέσως καὶ σήκωσε τότε τὴν κοιλιά της σχηματίζοντας ἕνα τόξο πάνω στὸ στρῶμα. Τὸ χέρι της λυγισμένο, μὲ τὸ πρόσωπο χωμένο στὸν ἀγκώνα, μοῦ ἔφερε στὸν νοῦ ἕνα παιδί. Τὰ πάντα ἕμοιαζαν νὰ προορίζονται γιὰ μένα.
   Τὸ στόμα της μισάνοιχτο καὶ σιωπηλό, τὸ φιλοῦσα ξανὰ καὶ ξανά, καὶ οἱ γλῶσσες μας συναντήθηκαν. Ἡ δική μου πῆγε νὰ περιεργαστεῖ τὴ δική της, κι ἐκείνη σταμάτησε, κάνοντάς με νὰ ἀνοίξω τὰ μάτια καὶ νὰ ἀντικρίσω τὶς τοξωτὲς βλεφαρίδες της πάνω ἀπὸ τὰ ζυγωματικά καὶ τὸ ἀνέκφραστο πρόσωπό της, λὲς καὶ προετοιμάζοταν γιὰ κὰτι τὸ Μεγάλο κι Ἄγριο. Γονάτισα μπροστά της φίλησα τὸ ἕνα της γόνατο, ἀφήνοντας τὸ χέρι μου στὸ ἄλλο, κι ἐκείνη ἔκανε σὰν νὰ τῆς ἔπεφταν βαριὰ καὶ τὰ λύγισε ἀργὰ πρὸς τὰ ἔξω. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὰ σκέλη της, πλαισιωμένη ἀπὸ σκοῦρες τρίχες, κάτι σὰν μιὰ μικροσκοπικὴ κόκκινη  γραμμή. Κοίταξα ψηλὰ στὸ πρόσωπό της. Εἶχε σκεπάσει τὰ μάτια της μὲ τὴ ράχη τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ σὰν νὰ ξάπλωνε κάπου στὴν παραλία.
   Ἔπιασε τὸ κεφάλι μου, ἀνασήκωσε τοὺς γοφούς της, κι ἐγὼ στήριξα τὴν πλάτη της μὲ τὰ χέρια μου. Σὰν πίεσα τὰ χείλη μου πάνω της, ἔνιωσα τὶς κατσαρὲς σουρόχρωμες τρίχες στὸν οὐρανίσκο, κι ἦταν σὰν νὰ ἀπαντοῦσε κάτι ἀπὸ μέσα. Ἔψαχνα μὲ τὴ γλώσσα καὶ μύριζε θάλασσα.
   Κάτι μὲ τρόμαξε, ἴσως αὐτὴ ἡ καινούργια εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μου, καὶ σήκωσα τὸ κεφάλι. Τὴν ἴδια στιγμή, ἐκείνη μάζεψε τὰ πόδια της, κι ἡ κίνηση μὲ συνεπῆρε. Ἀκούμπησα τὸ χέρι μου στὴ χλωμή της κοιλιά, κι ἐκείνη κράτησε τὰ πόδια της μαζεμένα, ἀκόμα κι ὅταν θέλησα νὰ ἐπιστρέψω ἐκεῖ ξανὰ μὲ τὸ πρόσωπό μου. Ἐκεῖνο βρισκόταν ἐκεῖ, καλὰ κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὶς σκοῦρες τρίχες, λὲς καὶ ἔτσι ἔπρεπε νὰ μείνει.'

Γκέριτ Μπέκερ, Το Χρώμα της Σκιάς, μτφρ. Έλενα Σταγκουράκη, εκδ. Περισπωμένη

'τοὶ δ᾽ ἄρα πρωτομόροιο, φεῦ,
ληφθέντες πρὸς ἀνάγκας, ἠέ,
ἀκτὰς ἀμφὶ Κυχρείας, ὀᾶ,
στέμβονται· στένε καὶ δακνά-
ζου, βαρὺ δ᾽ ἀμβόασον
οὐράνι᾽ ἄχη, ὀᾶ·
τεῖνε δὲ δυσβάυκτον
βοᾶτιν τάλαιναν αὐδάν.

γναπτόμενοι δ᾽ ἁλὶ δεινᾷ, φεῦ,
σκύλλονται πρὸς ἀναύδων, ἠέ,
παίδων τᾶς ἀμιάντου, ὀᾶ.
πενθεῖ δ᾽ ἄνδρα δόμος στερη-
θείς, τοκέης δ᾽ ἄπαιδες
δαιμόνι᾽ ἄχη, ὀᾶ,
δυρόμενοι γέροντες
τὸ πᾶν δὴ κλύουσιν ἄλγος.
'

*

'Κι όσοι, αλίμονο, πρώτοι στα δίχτυα
της μοίρας πιασμένοι χαθήκαν,
στου Κυχρέα τ᾽ ακρόγιαλια τώρα
πέρα δώθε χτυπούν·
κλάψε, βόγγα βαριά και σπαράξου,
τα πικρά βροντολάλησε πάθη σου
ψηλά στα ουράνια, την άθλια τίναξε
γοερή σου κραυγή και το θρήνο.

Τα κορμιά τους σφιχτά σπαραγμένα
μες στα κύματα, όι, της αμόλευτης
θάλασσας τ᾽ άφωνα ψάρια ξεσκίζουν.
Κάθε σπίτι πενθεί που ᾽χει χάσει
τον αφέντη του κι άκληροι τώρα
οι γερόντοι γονείς τις μοιρόγραφτες
συμφορές των θρηνούν και του πόνου
το πολύβουο γρικούν μοιρολόι.'


Αισχύλος, Πέρσαι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

'ἄλλον δ᾽ οὔτιν᾽ ἔγωγ᾽ οἶδα κλύων οὐδ᾽ ἐσιδὼν μοίρᾳ
τοῦδ᾽ ἐχθίονι συντυχόντα θνατῶν,
ὃς οὔτ᾽ ἔρξας τιν᾽ οὔτι νοσφίσας,
ἀλλ᾽ ἴσος ἔν γ᾽ ἴσοις ἀνήρ,
ὤλλυθ᾽ ὧδ᾽ ἀναξίως.
Τόδε δ᾽ αὖ θαῦμά μ᾽ ἔχει πῶς
ποτε πῶς ποτ᾽ ἀμφιπλήκτων
ῥοθίων μόνος κλύων, πῶς
ἄρα πανδάκρυτον οὕτω
βιοτὰν κατέσχεν·'

*

'μα σαν ετούτον δεν είδα κι ούτε άκουσα
κανένα σε τέτοια τριτοσκότεινη μοίρα
βαθιά βουλιαγμένο,
που δίχως κακό να ᾽χει κάμει
ή και να ᾽κλεψε κάτι
μα δίκιος σε δίκιους ανάμεσα
έτσι ανάξια χάνεται.
Κι αλήθεια ρωτιέμαι, μα πώς,
πώς ακούγοντας μόνο το βόγγο απ᾽ το κύμα
να χτυπάει με φόρα στους βράχους ολούθε,
την άντεξ᾽ ο έρμος μια τέτοια ζωή όλο δάκρυα.'


Σοφοκλής, Φιλοκτήτης, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

'ὦ ψυχά, πῶς σιγάσω;
πῶς δὲ σκοτίας ἀναφήνω
εὐνάς, αἰδοῦς δ’ ἀπολειφθῶ;
τί γὰρ ἐμπόδιον κώλυμ’ ἔτι μοι;
πρὸς τίν’ ἀγῶνας τιθέμεσθ’ ἀρετῆς;
οὐ πόσις ἡμῶν προδότης γέγονεν,
στέρομαι δ’ οἴκων, στέρομαι παίδων,
φροῦδαι δ’ ἐλπίδες, ἃς διαθέσθαι
χρῄζουσα καλῶς οὐκ ἐδυνήθην,
σιγῶσα γάμους,
σιγῶσα τόκους πολυκλαύτους;
ἀλλ’ οὐ τὸ Διὸς πολύαστρον ἕδος
καὶ τὴν ἐπ’ ἐμοῖς σκοπέλοισι θεὰν
λίμνης τ’ ἐνύδρου Τριτωνιάδος
πότνιαν ἀκτάν,
οὐκέτι κρύψω λέχος, ὡς στέρνων
ἀπονησαμένη ῥᾴων ἔσομαι.
στάζουσι κόραι δακρύοισιν ἐμαί,
ψυχὴ δ’ ἀλγεῖ κακοβουλευθεῖσ’
ἔκ τ’ ἀνθρώπων ἔκ τ’ ἀθανάτων,
οὓς ἀποδείξω
λέκτρων προδότας ἀχαρίστους.
ὦ τᾶς ἑπταφθόγγου μέλπων
κιθάρας ἐνοπάν, ἅτ’ ἀγραύλοις
κέρασιν ἐν ἀψύχοις ἀχεῖ
μουσᾶν ὕμνους εὐαχήτους,
σοὶ μομφάν, ὦ Λατοῦς παῖ,
πρὸς τάνδ' αὐγὰν αὐδάσω.
ἦλθές μοι χρυσῷ χαίταν
μαρμαίρων, εὖτ’ ἐς κόλπους
κρόκεα πέταλα φάρεσιν ἔδρεπον,
ἀνθίζειν χρυσανταυγῆ·
λευκοῖς δ’ ἐμφὺς καρποῖσιν
χειρῶν εἰς ἄντρου κοίτας
κραυγὰν Ὦ μᾶτέρ μ’ αὐδῶσαν
θεὸς ὁμευνέτας
ἆγες ἀναιδείᾳ
Κύπριδι χάριν πράσσων.
τίκτω δ’ ἁ δύστανός σοι
κοῦρον, τὸν φρίκᾳ ματρὸς
εἰς εὐνὰν βάλλω τὰν σάν,
ἵνα με λέχεσι μελέαν μελέοις
ἐζεύξω τὰν δύστανον.
οἴμοι μοι· καὶ νῦν ἔρρει
πτανοῖς ἁρπασθεὶς θοίνα
παῖς μοι . . . καὶ σός, τλάμων·
σὺ δὲ κιθάρᾳ κλάζεις
παιᾶνας μέλπων.
ὠή,
τὸν Λατοῦς αὐδῶ,
ὅστ’ ὀμφὰν κληροῖς
πρὸς χρυσέους θάκους
καὶ γαίας μεσσήρεις ἕδρας,
εἰς οὖς αὐδὰν καρύξω·
Ἰὼ κακὸς εὐνάτωρ,
ὃς τῷ μὲν ἐμῷ νυμφεύτᾳ
χάριν οὐ προλαβὼν
παῖδ’ εἰς οἴκους οἰκίζεις·
ὁ δ’ ἐμὸς γενέτας καὶ σός γ’, ἀμαθής,
οἰωνοῖς ἔρρει συλαθείς,
σπάργανα ματέρος ἐξαλλάξας.
μισεῖ σ’ ἁ Δᾶλος καὶ δάφνας
ἔρνεα φοίνικα παρ’ ἁβροκόμαν,
ἔνθα λοχεύματα σέμν’ ἐλοχεύσατο
Λατὼ Δίοισί σε καρποῖς.
'

*

'Πώς να σωπάσω, ψυχή μου;
Τον κρυφό μου τον έρωτα
πώς να δείξω στο φως
τις ντροπές παρατώντας;
Τάχα τι’ εμποδίζει;
Με ποιον τώρα σ’ αγώνα αρετής να παλέψω;
Δε με πρόδωσ’ ο άντρας μου;
Το σπίτι μου χάνω, το τέκνο μου χάνω
κι οι ελπίδες μου πάνε,
που δεν μπόρεσα, καθώς το ποθούσα,
να ’χουν τέλος καλό, γιατί κράτησα
μυστική την πολύκλαυτη γέννα μου.
Όχι πια, μα του Δία τον πολύαστρο θρόνο,
και μα τη θεά που αφεντέυει
στης πατρίδας το βράχο,
και την άγια αμμουδιά της Τριτώνειας λίμνης,
δε θα κρύψω το γάμο μου
κι απ’ τα στήθη μου διώχνοντας
το βάρος, θα νιώσω καλύτερα.
Στάζουν δάκρυα τα μάτια μου
κι η ψυχή μου πονάει, που όλοι
το κακό της θέλησαν θνητοί
κι οι αθάνατοι ακόμη, που τώρα
φανερά θα τους δείξω προδότες
της αγάπης κι αχάριστους.
Γιε της Λητώς που τραγούδια
στην εφτάχορδη πλέκεις τη λύρα,
όταν κάνεις τα κέρατα τ’ άψυχα
να σκορπάνε γλυκόλαλους ύμνους
στις Μούσες, μονάχα για σένα
κατηγόριες θα πω τώρα ξάστερες.
Ήρθες σε μένα ξαστράφτοντας
με τα ξανθά σου μαλλιά, καθώς μάζευα
στην αγκαλιά μου λουλούδια κροκάτα,
χρυσαφένια, να στολίσω τα πέπλα μου·
βαστώντας ακίνητα πάνω στο χώμα
της σπηλιάς τα λευκά μου τα χέρια,
και καθώς «ω μανούλα» ξεφώνιζα,
δίχως ντροπή να πλαγιάσω με ξέσυρες
μαζί σου, θεός κι ερωμένος, το θέλημα
της Κύπριδας κάνοντας.
Και σου γέννησα η δύστυχη αγόρι,
που απ’ το φόβο της μάνας μου το ’βαλα
στο κλινάρι σου εκεί, που τη δόλια
με το άτιμό σου αγκάλιασμα τότε
γυναίκα σου, αλίμονο, μ’ έκανες.
Τώρα χάθηκε ο δύσμοιρος γιος μου
και γιος σου, τα όρνια τον ξέσκισαν·
μα εσύ με τη λύρα σου παίζεις
τραγουδώντας παιάνες.
Ωή,
γιε της Λητώς, σου φωνάζω,
που απάνω στους ολόχρυσους θρόνους,
στης γης το μεσόμφαλο,
τις μαντείες με κλήρο μοιράζεις,
μακάρι να φτάσει στ’ αυτιά σου η φωνή μου.
Ωή,
ο πικρός μου ερωμένος εσύ,
που για χάρη του αντρός μου, χωρίς
από κείνον αντίχαρη να ’χεις,
στο σπίτι μου βάζεις το γιο του·
μα το δικό μου και δικό σου παιδί,
πάει ανέγνωρο, τα όρνια το πήραν
μακριά από της μάνας τα σπάργανα.
Δε σε στέργει κι η Δήλος, τα φύλλα
σε μισούνε τη δάφνης
στο λεπτόκλωνο φοίνικα δίπλα,
που σ’ αυτόν ακουμπώντας σε γέννησεν
η Λητώ, γιο του Δία.'


Ευριπίδης, Ίων, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος