'Ὅμοια μὲ ἀλευρόσκονη ἡ νυχτερινὴ παγωνιὰ ποὺ σκέπαζε τὰ λιβάδια. Στὸ πρῶτο φῶς τῆς μέρας, καπνὸς αἰωροῦνταν πάνω ἀπὸ τὰ σπίτια, ἐπίπεδος πάνω ἀπὸ τὶς σκεπὲς τους, κι ἔμοιαζε σὰν νὰ ἀνάσαινε κάποιος βαθιά. Ὁ ὁρίζοντας ἐκτυφλωτικός, οἱ στέγες τῶν σπιτιῶν θαρρεῖς ξεκομμένες, καὶ ὁ πρῶτος ἥλιος νὰ φωτίζει τὸ μπλὲ ψηλά. Γιὰ μιὰ στιγμὴ ἕνιωσα σὰν ὅλα αὐτὰ νὰ μὴν ὑπῆρχαν, σὰν νὰ ἀρκούσε νὰ κλείσω τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ σβήσω, λὲς κι ἔρρεε κάτι πέρα μακριὰ κι ἐξαϋλωνόταν, σὰν νὰ μὴν εἶχε ὑπάρξει ποτέ. Κι εἶδα ἕνα μεγάλο δοχεῖο νὰ ἀδειάζει. Τὶς τελευταῖες σταγόνες. Ἄδειο. Ὕστερα ἕνα φορτηγό, τὸ φρενάρισμα τῆς μηχανῆς, ἡ ξέπνοη ὁρμή του. Δύναμη ποὺ ἀντηχεῖ. Μιὰ κάργα ἄκρη ἄκρη στὴν τάφρο πορεύεται ἐμπρός μου σὰν νὰ μὲ συντροφεύει, τὸ σῶμα της, βαδίζοντας, γερμένο στὸ πλάι σὰν ἀπὸ βάρος ἀβάσταχτο, ἀπαγορευτικὸ τῆς πτήσης. Προπορευόταν στρέφοντας πότε πότε τὸ κεφάλι της γιὰ νὰ μὲ μοιτάξει μὲ τὰ μπλέ της μάτια, ὥσπου ἔκανα ἕνα βῆμα γοργό, κι ἐκείνη ἀναπέταξε, ἀκούμπησε λίγο τὴ συστάδα τῶν θάμνων και χάθηκε.
   Ἀπὸ ἕνα τζάκι ἀνέβαινε καπνὸς σὰν νὰ ἔβραζε νερὸ σὲ τεράστιο καζάνι, ὕστερα στροβιλιζόταν πάνω ἀπὸ τὴ στέγη καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου τὸν ἔλουζε. Ὕστερα ὁ καπνὸς γλιστροῦσε στὴν ἐπιφάνεια τῆς ταλαιπωρημένης στέγης, σὰν νὰ ὑπῆρχε μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ φαίνονται τὰ σπίτια ἄδεια μέσα στὸ δυνατὸ φῶς, σβησμένα καὶ θολά. Πάνω στοὺς πασσάλους τοῦ φράχτη καὶ στὰ κλαδιά, ἡ πάχνη ἔπαιρνε σχῆμα ἀκτινωτό, κρυσταλλικό, κέρδιζε ἔδαφος σὲ θάμνους καὶ δέντρα. Μὲ τὶς φωτεινές της γωνίες διαπερνοῦσε γῆ κι ἀποστάσεις καὶ ἔκανε τὶς σειρὲς τῶν θάμνων στὸ βάθος νὰ μοιάζουν μὲ μεγάλο κομμάτι πάγου.
   Τὰ ἔλατα στὶς ἄκρες λευκά, τὰ κλαιδά τους ἀκίνητα, ποτὲ ξαφνιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο. Θάμνοι σὰν χόρτα ψηλὰ καὶ δέντρα σὰν φρύγανα. Καθὼς πατοῦσες τὸ γρασίδι, ἔτριζε κάτω ἀπὸ τὸ παπούτσι, ἐνῶ ἀπὸ τὸ ἀκανθῶδες, μυτερὸ γαϊδουράγκαθο ἔπεφταν μικροὶ παγοκρύσταλλοι καὶ νόμιζες σχεδὸν πὼς τοὺς ἄκουγες. Μιὰ γέρικη ὀξιὰ σκέπαζε φωτεινὴ τὸν δρόμο, οἱ διακλαδώσεις της ὅμοιες μὲ βρόγχους. Μονάχα ὁ κορμὸς καὶ τὰ μεγαλύτερα κλαδιά της ἦταν πιὸ σκούρα. Φύλλα καὶ γρασίδι ἕμοιαζαν εὔθραστα, καὶ νόμιζα πὼς θὰ ἔσπαζαν στὸ παραμικρὸ ἄγγιγμα. Καὶ ὅμως, μονάχα δίπλωναν κι ἀκουμποῦσαν στὴ γῆ. Κοίταξα ἕνα γύρο. Τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς πατημασιές μου ἀνεπαίσθητα, ὁρατὰ μόνο στὰ σημεῖα ποὺ τὸ γρασίδι εἶχε λυγίσει. Ἔξω ὁ ἀέρας ἦταν λεπτὸς καπνὸς στὸ πρόσωπο, καὶ οἱ πιὸ κοντινὲς ἐρυθρελάτες λαξεμένες στὸ φῶς.'

  'Ἦταν ξαπλωμένη λὲς καὶ μόλις εἶχε πέσει ἐκεῖ, τὰ πόδια της χώρισαν λιγάκι καὶ τὸ φῶς συναντοῦσε ὅλα τὰ ὑψώματα σὲ κυματοειδεῖς, κιτρινόλευκες λωρίδες. Εἶχα μείνει νὰ τὴν κοιτάζω, ἐκείνη τὸ πρόσεξε ἀμέσως καὶ σήκωσε τότε τὴν κοιλιά της σχηματίζοντας ἕνα τόξο πάνω στὸ στρῶμα. Τὸ χέρι της λυγισμένο, μὲ τὸ πρόσωπο χωμένο στὸν ἀγκώνα, μοῦ ἔφερε στὸν νοῦ ἕνα παιδί. Τὰ πάντα ἕμοιαζαν νὰ προορίζονται γιὰ μένα.
   Τὸ στόμα της μισάνοιχτο καὶ σιωπηλό, τὸ φιλοῦσα ξανὰ καὶ ξανά, καὶ οἱ γλῶσσες μας συναντήθηκαν. Ἡ δική μου πῆγε νὰ περιεργαστεῖ τὴ δική της, κι ἐκείνη σταμάτησε, κάνοντάς με νὰ ἀνοίξω τὰ μάτια καὶ νὰ ἀντικρίσω τὶς τοξωτὲς βλεφαρίδες της πάνω ἀπὸ τὰ ζυγωματικά καὶ τὸ ἀνέκφραστο πρόσωπό της, λὲς καὶ προετοιμάζοταν γιὰ κὰτι τὸ Μεγάλο κι Ἄγριο. Γονάτισα μπροστά της φίλησα τὸ ἕνα της γόνατο, ἀφήνοντας τὸ χέρι μου στὸ ἄλλο, κι ἐκείνη ἔκανε σὰν νὰ τῆς ἔπεφταν βαριὰ καὶ τὰ λύγισε ἀργὰ πρὸς τὰ ἔξω. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὰ σκέλη της, πλαισιωμένη ἀπὸ σκοῦρες τρίχες, κάτι σὰν μιὰ μικροσκοπικὴ κόκκινη  γραμμή. Κοίταξα ψηλὰ στὸ πρόσωπό της. Εἶχε σκεπάσει τὰ μάτια της μὲ τὴ ράχη τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ σὰν νὰ ξάπλωνε κάπου στὴν παραλία.
   Ἔπιασε τὸ κεφάλι μου, ἀνασήκωσε τοὺς γοφούς της, κι ἐγὼ στήριξα τὴν πλάτη της μὲ τὰ χέρια μου. Σὰν πίεσα τὰ χείλη μου πάνω της, ἔνιωσα τὶς κατσαρὲς σουρόχρωμες τρίχες στὸν οὐρανίσκο, κι ἦταν σὰν νὰ ἀπαντοῦσε κάτι ἀπὸ μέσα. Ἔψαχνα μὲ τὴ γλώσσα καὶ μύριζε θάλασσα.
   Κάτι μὲ τρόμαξε, ἴσως αὐτὴ ἡ καινούργια εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μου, καὶ σήκωσα τὸ κεφάλι. Τὴν ἴδια στιγμή, ἐκείνη μάζεψε τὰ πόδια της, κι ἡ κίνηση μὲ συνεπῆρε. Ἀκούμπησα τὸ χέρι μου στὴ χλωμή της κοιλιά, κι ἐκείνη κράτησε τὰ πόδια της μαζεμένα, ἀκόμα κι ὅταν θέλησα νὰ ἐπιστρέψω ἐκεῖ ξανὰ μὲ τὸ πρόσωπό μου. Ἐκεῖνο βρισκόταν ἐκεῖ, καλὰ κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὶς σκοῦρες τρίχες, λὲς καὶ ἔτσι ἔπρεπε νὰ μείνει.'

Γκέριτ Μπέκερ, Το Χρώμα της Σκιάς, μτφρ. Έλενα Σταγκουράκη, εκδ. Περισπωμένη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου