'[...] ανάμεσα στις πρώιμες κριτικές διαγνώσεις του ελληνικού λαϊκισμού και στη σημερινή διαπόμπευσή του οι διαφορές δεν είναι μόνο διαφορές έντασης ή «κλίματος». Η μετάβαση από την ανάλυση μιας πολιτικής παθολογίας στον εξορκισμό ενός ηθικού και πολιτισμικού δεινού δεν είναι μια ευθύγραμμη μετεξέλιξη στην περιγραφή του λαϊκιστικού φαινομένου. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια σημαντική διαφορά ως προς τους κοινωνικούς συνομιλητές των σχετικών λόγων, ως προς τα ποια υποκείμενα «αντιπροσωπεύει» ή όχι η ρητορική του «ευρωπαϊκού εξορθολογισμού» (ο αρχικός και παλαιότερος πυρήνας του αντιλαϊκισμού) και η ρητορική της «εξιλέωσης διά της καταστροφής» (ο σημερινός πυρήνας του). Στην πρώτη περίπτωση, σε αυτήν του συμβατικού εκσυγχρονιστικού λόγου, αναγνωριζόταν μια υπαρκτή κοινωνική δυναμική με επίκεντρο τα νέα μεσαία στρώματα σε συνθήκες ευημερίας, υλικής και συμβολικής καταξίωσής τους στο νέο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης ζωής. Στη συγκυρία της κρίσης, ο αντιλαϊκιστικός λόγος γίνεται περισσότερο ο εσωτερικός κώδικας της συννενόησης μερίδων του πολιτικού προσωπικού, της διανόησης και της επιχειρηματικής τάξης. Καθώς απορρίπτει την υπάρχουσα κοινωνία ως όμηρο αρνητικών παθών και μοιραίων στερεοτύπων, αδυνατεί να αντιπροσωπεύσει πολιτικά σημαντικά τμήματα των μεσαίων τάξεων, ακόμα και εκείνων των μερίδων της που δεν έχουν πληγεί υπερβολικά στα υλικά τους συμφέροντα. Αυτή η αδυναμία η οποία εκφράζεται συχνά με τη λυρική έκκληση υπέρ ενός νέου εθνικού στόχου ή μιας νέας αφήγησης του ελληνισμού εξηγεί, ενδεχομένως,  τους ηθικούς πανικούς που διατρέχουν τους φορείς τους αντιλαϊκιστικού λόγου τα τελευταία χρόνια.'

Νικόλας Σεβαστάκης, 'Σύγχρονος «ΑΝΤΙΛΑΪΚΙΣΜΟΣ»: Από την Πολιτική Παθολογία στο Πολιτισμικό Κακό'


  'Γνωρίζουμε ότι η νεωτερικότητα σηματοδότησε την αντικατάσταση της «ελέω θεού μοναρχίας» από τη «λαϊκή κυριαρχία» ως νομιμοποιητικής αρχής του πολιτισμικού συστήματος. Η σύγχρονη δημοκρατία, όπως το έθεσε ο Λίνκολν, ενέχει την κυβέρνηση του λαού, από τον λαό για τον λαό! Ωστόσο, ήδη από τον 17ο αιώνα άρχισε να γίνεται κατανοητό ότι η «λαϊκή κυριαρχία» αποτελεί μια δυναμική κατασκευή, πολύ πιο ασταθή από εκείνην που αντικατέστησε (Morgan 1988: 306). Μια κατασκευή, λόγου χάριν, που αναιρεί τη θρησκευτικά εγγυημένη σχέση ενσάρκωσης που υπηρετούσε το σώμα του μονάρχη και αποσωματοποιεί ή καλύτερα εκ-σαρκώνει την εξουσία (Santner 2011: xv).
   Ωστόσο, πρόκειται για μια αστάθεια που, την ίδια στιγμή, συνιστά και την πηγή του δυναμισμού της δημοκρατικής πολιτικής. Επίσης, για μια αστάθεια που συνοδεύει τη δημοκρατία ήδη από την αρχαιότητα της διχασμένης πόλης (Loraux 2001). Πού αποτυπώνεται ακριβώς αυτή η αστάθεια; Καταρχάς, στη συστατική πολυσημία ή και αμφισημία της κατηγορίας «λαός» στις ευρωπαϊκές γλώσσες: ο «λαός» αναφέρεται τόσο στην ολότητα μιας δεδομένης πολιτικής κοινότητας, στο σύνολο των πολιτών ως ενιαίο πολιτικό σώμα (εξού και οι συνήθεις συνταγματικές αναφορές του τύπου «We, the people...»), και, την ίδια στιγμή, κατανομάζει «τους φτωχούς, τους μη-προνομιούχους και τους αποκλεισμένους» (Agamben 2004)· δηλαδή τον «λαουτζίκο» που τίθεται στο περιθώριο της πολιτικής συμμετοχής και εμποδίζεται να απολαύσει οποιαδήποτε πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικοοικονομικά προνόμια. Έτσι, ο «λαός» είναι συγρόνως μέρος και όλον (Canovan 2005: 5): «ο ίδιος όρος προσδιορίζει τόσο το συστατικό πολιτικό υποκείμενο όσο και την τάξη η οποία εκ των πραγμάτων, αν όχι εκ του νόμου, αποκλείεται από την πολιτική» (Agamben 2005: 270).
   Αυτή η αμφισημία είναι έκδηλη, λ.χ., στο παράδειγμα της αρχαίας Ρώμης, όπου ο λαός αφορά, από τη μία, τη res publica του populus, μια ενιαία σύλληψη πολιτικού υποκειμένου που περιλαμβάνει πατρικίους και πληβείους, ενώ την ίδια στιμγή εμβληματικές συμβολικές αναπαραστάσεις της ρωμαϊκής εξουσίας, όπως η συντομογραφία «SPQR» («Η σύγκλητος και ο λαός της Ρώμης»), αντικατροπτίζουν μια αντιθετική/διχαστική σύλληψη του πολιτικού υποκειμένου, όπου οι πληβείοι μόνοι τους, διαχωρισμένοι από την ελίτ των πατρικίων, από τους ευγενείς ή τη συγκλητική τάξη, συγκροτούν τον λαό (McCormick 2011: 12). Και είναι, βεβαίως, η αξονική αυτή αμφισημία που επιτρέπει τη συνεκδοχική διεκδίκηση από μέρους των κάθε φορά υποτελών και αποκείμενων τάξεων, της συμπερίληψής τους στην πολιτική κοινότητα, της απόλαυσης ίσων δικαιωμάτων. Στην ιστορία της σύγχρονης δημοκρατίας, από τους Χαρτιστές μέχρι τη σύσταση του κοινωνικού κράτους και τα νέα κοινωνικά κινήματα η αμφισημία εγγυήθηκε τελικά τον διαρκή εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας.'

Γιάννης Σταυρακάκης, 'Λαός και Λαϊκιστικός Λόγος στη Σκιά της Ευρωπαϊκής Κρίσης'



από το Λαϊκισμός, Αντιλαϊκισμός και Κρίση, εκδ. Νεφέλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου