'τοὶ δ᾽ ἄρα πρωτομόροιο, φεῦ,
ληφθέντες πρὸς ἀνάγκας, ἠέ,
ἀκτὰς ἀμφὶ Κυχρείας, ὀᾶ,
στέμβονται· στένε καὶ δακνά-
ζου, βαρὺ δ᾽ ἀμβόασον
οὐράνι᾽ ἄχη, ὀᾶ·
τεῖνε δὲ δυσβάυκτον
βοᾶτιν τάλαιναν αὐδάν.

γναπτόμενοι δ᾽ ἁλὶ δεινᾷ, φεῦ,
σκύλλονται πρὸς ἀναύδων, ἠέ,
παίδων τᾶς ἀμιάντου, ὀᾶ.
πενθεῖ δ᾽ ἄνδρα δόμος στερη-
θείς, τοκέης δ᾽ ἄπαιδες
δαιμόνι᾽ ἄχη, ὀᾶ,
δυρόμενοι γέροντες
τὸ πᾶν δὴ κλύουσιν ἄλγος.
'

*

'Κι όσοι, αλίμονο, πρώτοι στα δίχτυα
της μοίρας πιασμένοι χαθήκαν,
στου Κυχρέα τ᾽ ακρόγιαλια τώρα
πέρα δώθε χτυπούν·
κλάψε, βόγγα βαριά και σπαράξου,
τα πικρά βροντολάλησε πάθη σου
ψηλά στα ουράνια, την άθλια τίναξε
γοερή σου κραυγή και το θρήνο.

Τα κορμιά τους σφιχτά σπαραγμένα
μες στα κύματα, όι, της αμόλευτης
θάλασσας τ᾽ άφωνα ψάρια ξεσκίζουν.
Κάθε σπίτι πενθεί που ᾽χει χάσει
τον αφέντη του κι άκληροι τώρα
οι γερόντοι γονείς τις μοιρόγραφτες
συμφορές των θρηνούν και του πόνου
το πολύβουο γρικούν μοιρολόι.'


Αισχύλος, Πέρσαι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου