'Η αλήθεια μπορεί να λεχθεί με όρους μυθοπλασίας.'

*

'Η γνώση έχει σαν πρώτη αρετή την ικανότητά της να προσεγγίζει αυτό που δεν είναι φανερό.'

*

'Το πραγματικό είναι αυτό που ανθίσταται να συμβολοποιηθεί με τρόπο απόλυτο.'

*

'Η γνώση είναι μια ψευδαίσθηση που δεν δημιουργήθηκε παρά για την απόλαυση.'


Ζακ Λακάν,  Vulgata, μτφρ. Λεύκιος Βασιλείου, εκδ. Bibliothèque

  'Ὁ πολιτισμός μας εἶναι δομημένος ἐντελῶς γενικὰ στὴν καταπίεση τῶν ἑνορμήσεων. Καθένας ξεχωριστὰ ἔχει ἐκχωρήσει ἕνα τμῆμα τῆς ἰδιοκτησίας του, τῆς ἐξουσιαστικῆς του τελειότητας, τῶν ἐπιθετικῶν καὶ ἐκδικητικῶν τάσεων τῆς προσωπικότητάς του· ἐκ τῶν συνεισφορῶν αὐτῶν προέκυψε ἡ κοινὴ πολιτισμικὴ ἰδιοκτησία ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν ἀγαθῶν. Πέρα τῆς βιοτικῆς ἀνάγκης, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὰ μεμονωμένα ἄτομα σὲ α\υτὴν τὴν παραίτηση εἶναι ἀκριβῶς τὰ συναγόμενα ἐκ τοῦ ἐρωτισμοῦ οἰκογενειακὰ συναισθήματα. Ἡ παραίτηση καθίστατο κατὰ τὴν πορεία τῆς πολιτισμικῆς ἐξέλιξης συνεχῶς προοδευτικώτερη· οἱ μεμονωμένες πρόοδοί της ἐπικυρώθηκαν ἀπὸ τὴν θρησκεία· τὸ τμῆμα τῆς ἐνορμητικῆς ἱκανοποίησης, ἀπὸ τὸ ὀποῖο εἶχε παραιτηθεῖ κάποιος, προσεφέρθει ὡς θυσία στὴν θεότητα· τὸ δημιουργηθὲν σχετικῶς κτῆμα ἀνακηρύχθηκε σε «ἱερό». Ὅποιος δυνάμει τῆς ἄκαμπτης ἰδιοσυστασίας του δὲν δέχεται νὰ συμπράξει σὲ αὐτὴν τὴν ἐνορμητικῆ καταπίεση βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὴν κοινωνία ὡς «ἐγκληματίας», ὡς «outlaw», ἐὰν ἡ κοινωνική του θέση καὶ οἱ ἐξαίσιες ἱκανότητές του δὲν τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ἐπιβληθεῖ ἐντός της ὡς σπουδαῖος ἄνδρας, ὡς «ἥρωας».'

Σίγκμουντ Φρόιντ, Η «Πολιτισμική» Σεξουαλική Ηθική και η Σύγχρονη Νευρικότητα, μτφρ. Γιάννης Παπαχριστόπουλος, εκδ. Opportuna

  'Γαϊουδιρινή  —ὀν(τ)ολογική— θεωρεῖται ἡ ψύχωση κάποιου ποὺ ζητὰ νὰ ἀποκαταστήσει «τὸ κοσμολογικὸ κύρος τοῦ λόγου, ὥστε νὰ ἐκφέρει τὰ διπλὰ ὀνόματα τοῦ παντός», ὑπεισερχόμενος σὲ ἕνα ὀνο-ματολογικὸ θεολογεῖο, ὅπου τὸ ὄνομα «δὲν εἶναι μόνο ἡ τελευταία εκφώνηση, ἀλλὰ ἐπίσης ἡ ἀληθινὴ ἐπίκληση τῆς γλώσσας» (Βάλτερ Μπένγιαμιν, Δοκίμια Φιλοσοφίας τῆς Γλώσσας, εκδόσεις «Νήσος», σ. 39 κ.ἑπ.). Ὁ μόνος ἱκανός νὰ τὴν προσεγγίσει εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ λακανικό λογοπαίγνιο, ὁ psych-âne-lyste: ὁ ψυχ-ονο-λυτής. Ὁ Γιῶργος Χειμωνᾶς, ψυχ-ονο-λυτὴς τοῦ ἑαυτοῦ του, προέκτεινε πεισματικὰ τὸ «σύνθωμα» (sinthome), ὅρο ποὺ εἰσήγαγε ὁ Λακὰν στὸ 23ο ὁμώνυμο σεμινάριό του (1975-1976), ἀναβιώνοντας τὴν παλαιὰ γραφὴ τῆς λέξης «symptôme». (Κατὰ τὸν Λακάν, σύνθωμα εἲναι τὸ σύμπτωμα ποὺ ἐγκλείει τὴν ἀπόλαυσή του. Ἕνα σύνθωμα εἲναι τεχνητό, μὴ ἀναλύσιμο, ἀφροϋδικό.)
   Τὸ «σύνθωμα» τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ ὑπῆρξε ἡ γραφή. Βίωσε τὴ λογοτεχνία ὡς ἀντιστάθμισμα, ὡς ἐπικίνδυνο συμπλήρωμα-ἀναπλήρωση τῆς ἀνεπάρκειας τῆς πατρικῆς λειτουργίας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χειμωνᾶς χειρίστηκε τὴ γραφὴ εἶναι, συνεπῶς, ἀνερμήνευτος. Ἀποκρούει κάθε ἀπόπειρα περιγραφικῆς ὀντολόγησής της, στὴν ὁποία ἔχουν ἐπιδοθεῖ μέχρι σήμερα οἱ μελετητές του, ἐγκωμιαστὲς ἤ νεκρολόγοι του, στοὺς ὁποίους δυστυχῶς συγκαταλέγομαι. Ἐν τούτοις τὸ «σύνθωμα» τοῦ Χειμωνᾶ διαφέρει ἀπὸ τὸ ψυχωτικὸ σύμπτωμα ὡς πρὸς ἕνα σημεῖο: Ἀντὶ νὰ στεγανοποιεῖ τὸ ἄνοιγμα-αἴνιγμα, τὸ ἐξωθεῖ πρὸς ἕνα συντεθειμένο ἀλλὰ ὄχι προβλεπόμενο χάος: τὸν τζοϋσικὸ «χάοσμο». Ἐάν, μάλιστα, δὲν ἀντιληφθοῦμε ὅτι γιὰ τὸν Χειμωνᾶ ὁ «χάοσμος» συνιστᾶ ἤδη, ὅπως ἄλλωστε καὶ τὸ ἀσυνείδητο, «θεσμικὴ βαθμίδα τοῦ εἰδέναι» (instance du savoir), καὶ ἐὰν δὲν κατανοήσουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκει ὁ Χειμωνᾶς μὲ τὴ γραφὴ εἶναι νὰ «ἀδράξει ἕνα κομμάτι πραγματικό», τότε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὸ μεγαλύτερό του κατόρθωμα: τὴ μεταβολὴ τῆς νεκρῆς, κοινόχρηστης γλώσσας (langue) σὲ λαλέουσα-ἡδυόγλωσσα (lalangue) κα]ι κατόπιν σὲ γλωσσαλκή (élangue), σὲ ἄλκη, ἐλάφι ποὺ σκιρτᾶ μέσα σ’ ἕνα μπωντλαιρικὸ «forêt des symboles»: στὸ κείμενό του. Ἕνα δάσος ποὺ εἶναι γραφτό, στὸ τέλος, νὰ περπατήσει, ὅπως στὸν Μάκμπεθ.'

Γιώργος Βέλτσος, Outre Tombe: «Αλληλογραφία» με τον Γιώργο Χειμωνά, εκδ. Πλέθρον

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ


Το να νιώθεις και να εκφράζεις την εκπληκτική ομορφιά των
     πραγμάτων - τη γη, την πέτρα και το νερό,
Το ζώο, τον άνδρα και τη γυναίκα, τον ήλιο, το φεγγάρι και
     τ᾽ αστέρια -
Την αιματοβαμμένη ομορφιά της ανθρώπινης φύσης, τις
     σκέψεις, τις τρέλες και τα πάθη της,
Και τη δεσπόζουσα πραγματικότητα της μη ανθρώπινης φύσης -
Γιατί ο άνθρωπος είναι μισό όνειρο· θα λέγαμε πως ο άνθρωπος
     είναι φύση που ονειρεύεται, μα ο βράχος,
Το νερό κι ο ουρανός δεν αλλάζουν - η έντονη
Αίσθηση, η έντονη κατανόηση και η έντονη έκφραση της
     φυσικής
Ομορφιάς είναι το μοναδικό έργο της ποίησης.
Τα υπόλοιπα συνιστούν εκτροπή: εκείνα τα ιερά ή ευγενή
     συναισθήματα, οι περίπλοκες ιδέες,
Η αγάπη, η λαγνεία, η λαχτάρα: λόγοι, μα όχι ο λόγος.



Ρόμπινσον Τζέφερς, Φυσική Μουσική, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Γαβριηλίδης



'ἀλλ᾽ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
πᾶσι κυκλοῦσιν, οἷον Ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.

Μένει γὰρ οὔτ᾽ αἰόλα
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε Κῆρες οὔτε πλοῦτος,
ἀλλ᾽ ἄφαρ βέβακε, τῷ δ᾽ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.'


'ΧΟΡΟΣ: Ταρβεῖν μὲν ἔργα δείν᾽ ἀναγκαίως ἔχει,
τὴν δ᾽ ἐλπίδ᾽ οὐ χρὴ τῆς τύχης κρίνειν πάρος.
ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ:  Οὐκ ἔστιν ἐν τοῖς μὴ καλοῖς βουλεύμασιν
οὐδ᾽ ἐλπίς, ἥτις καὶ θράσος τι προξενεῖ.

ΧΟ: Ἀλλ᾽ ἀμφὶ τοῖς σφαλεῖσι μὴ ᾽ξ ἑκουσίας
ὀργὴ πέπειρα, τῆς σε τυγχάνειν πρέπει.

ΔΗ: Τοιαῦτα δ᾽ ἂν λέξειεν οὐχ ὁ τοῦ κακοῦ
κοινωνός, ἀλλ᾽ ᾧ μηδέν ἐστ᾽ οἴκοι βαρύ.
'

*

'Αλλά πόνος και χαρά
κυκλικά γυρίζουν σ᾽ όλους
όπως πάνε και γυρίζουν
τ᾽ άστρα του Βοριά σε κύκλους.

Γιατί όπως στους ανθρώπους
μήτε η μαύρη νύχτα μένει,
μήτε συμφορές χάνονται γοργά,
πίκρα και χαρά έτσι σ᾽ όλους
στρέφουν, έρχονται και φεύγουν.'


'ΧΟΡΟΣ: Πρέπει κανείς να τρέμει τις κακές πράξεις,
μα πριν τελειώσουν, να μη χάνει κάθε ελπίδα.
ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ: Στις αποφάσεις τις ανέμυαλες η ελπίδα
δεν είναι μπορετό να δώσει θάρρος.
ΧΟ: Γι᾽ αυτούς που άθελα σφάλλουν θυμός πράος
ταιριάζει, τέτοιος πρέπει και σε σένα.
ΔΗ: Έτσι δε θα μιλούσ᾽ ο ένοχος, μα εκείνος
που τίποτα κακό δεν τον βαραίνει.'


Σοφοκλής, Τραχίνιαι, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

'Το όργιο είναι κάτι μοναδικό και όμως αμφίσημο. Σε μια επίπεδη επιφάνεια δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε ένα σωρό σωμάτων και ένα σωρό από σκατά. Από μια μονοδιάστατη οπτική η πράξη του έρωτα δεν έχει καμία σημασία: μια ακίνητη αναπαράσταση του αποτελέσματος μιας καταναλωτικής πράξης. Αυτό που έχει σημασία είναι να βλέπει κανείς στο βάθος των πραγμάτων, να βλέπει σαν να γαμάει. Οι εικόνες δεν είναι απαραίτητα περιγραφικές. Μπορούν να συνίσταται από έννοιες (concepts). Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Ντελέζ και Γκουανταρί οι έννοιες είναι νοητικές, διανοητικές εικόνες. Στη δική μας περίπτωση, εικόνες σεξουαλικής απελευθέρωσηςς και κατανάλωσης σαν μια μορφή εξάληψης. Και πάλι είναι ο σωρός των σωμάτων που έχει σημασία. Η εικόνα ενός σωρού σωμάτων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι το Κακό και η διαφάνειά του. Είναι ο Έρως και η διαφάνειά του. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο Κακό και τον Έρωτα. Το Κακό και ο Έρως ως πολιτισμικές εικόνες. Η κατανάλωση του ανθρώπινου σώματος από ένα άλλο. Η παραγωγή και η επακόλουθη κατανάλωση εικόνων στην Κοινωνία του Θεάματος. Η επιδραστική βάση της «συλλογικής εμπειρίας». 
Το όργιο είναι ενότητα. Ένα παράδειγμα της ενότητας των πραγμάτων-σωμάτων. Όμως είναι μια ενότητα σε κατάσταση αταξίας, μια φαύλη ενότητα. Για τον Μπατάιγ η επιθυμία είναι αντίθετη στην ενότητα. Είναι το μονοπάτι προς την ολοκλήρωσή της, τον αφανισμό της. «Μια ακατάπαυστη επιθυμία επιστροφής στην άμορφη μάζα», όπως έλεγε ο Χέλντερλιν. Στην κοινωνία μας η εικόνα ενός σωρού σωμάτων εκφράζει φρίκη, αθλιότητα, καταστροφή! εν ολίγοις, ανάλωση. Σε έναν τρισδιάστατο χώρο (π.χ. ένα γλυπτό) το όργιο είναι και πάλι αμφίσημο. Είναι μια δημιουργική αλλά αντιηθική πράξη. Είναι μια έκφραση λιμασμένου σεξ, «ένας στρατός εραστών» (Συμπόσιον), μια «απογραφή των αισίως απείρων πιθανοτήτων δεκάδων μηχανών σε συνεργασία μεταξύ τους» (Σούζαν Σόνταγκ, Η πορνογραφική φαντασία).
Μια θεωρία του οργίου είναι παρόμοια με τη θεωρία του κανιβαλισμού, τη θεωρία του περιττώματος (Ιστορία των σκατών). Βασίζεται στην έννοια της υπερβολής ή του ξοδέματος (Μπατάιγ).
      Το όργιο είναι χάρισμα και δώρο.
      Το όργιο είναι ιερό.
      Το όργιο δεν είναι κακό («το κακό δεν είναι παράβαση, είναι παράβαση που καταδικάζεται)».
      Το όργιο είναι μια υπερβολή, μια πράξη (συμβάν) πέρα από τη λογική, στα όρια της σεξουαλικότητας.
      Το όργιο είναι μια προκαταβολική φώτιση.
      Το όργιο είναι ένας ιστός. Είναι άμορφο. «Η ελευθερία είναι άμορφη», έλεγε ο Σαλβαντόρ Νταλί.
      Το όργιο είναι διφορούμενο. Είναι εξίσου ερωτικό και πολεμοχαρές, εξίσου θανάσιμο και ερωτικό.
      Το όργιο είναι θανάσιμα ερωτικό.
      Αν το σεξ είναι εκρηκτική ύλη, το όργιο είναι χάος! Είναι η τελευταία παράσταση. Απαιτεί καταστροφή και έπειτα ανανέωση.'

Χριστόφορος Μαρίνος, Το Όργιο ως Κινηματογραφική Εμπειρία: Έρευνα Πάνω στην Απεικόνιση Μιας Ερωτικής Κιβωτού, εκδ. Futura
The Old Man’s Boat and the Old Man’s Dog (1982) - Eric Fischl

  'Ἐκεῖ ἀκριβῶς, στὰ βάθη, τὸ Πνεῦμα ἁπλώνει τὸ ἀσύλληπτο σῶμα του καὶ ξαγρυπνᾶ σὲ μιὰ ἀκατανόητη ὕπαρξη, ἐκεῖ ἀκριβῶς, κάτω ἀπὸ τὶς λάσπες, τὸ κάθε ἄτομο, ὁ κάθε αἰωρούμενος κόκκος, τριμμένος μὲ τὸν ἄλλο, φέρει ἕνα κομματάκι ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μπορεῖ νὰ ἀναλογιστεῖ τοὺς ἑλιγμούς, τὶς ἀποθέσεις, τοὺς ἀλλοτινούς του στροβίλους. Μὲ τὸ νὰ κυλάει ὅλα αὐτὰ τὰ χώματα, αὐτὰ τὰ μυριάδες ἄτομα, ὁ ποταμὸς θυμᾶται τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν συνεχίζει. Τὰ μόρια τῶν μετάλλων σκουριάζουν μὲ ἀργὸ ρυθμὸ καὶ διαλύονται ἀργόσυρτα μέσα στὸ ζωντανό κύμα, παραχωρώντας σ’ ἐκεῖνο τὴ χροιά τους καὶ χάνοντας αὐτὰ κάθε δικό τους γνώρισμα. . . Καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ κοίλωμα τῆς κοίτης ξεπηδᾶ ἔξαφνα μιὰ φούσκα δημιουργημένη ἀπὸ μιὰ μισοξεχασμένη ἔξαρση καὶ κάποια ἀπὸ τὶς ἀναπάντεχες αὐτὲς κινήσεις τοῦ νεροῦ ἀναδύεται ἀπότομα κακακορύφως στὴν ἐπιφάνειά του. Ὁ Μεγάλος Ποταμὸς θυμᾶται τὸν ἑαυτό του : κάτι ἀπὸ τὸ μυρισμένο Γιουνάν· ἤ, ἀκαθόριστα, μιὰ ξεχασμένη συνεισφορὰ κάποιου ἀπ’ τοὺς παραποτάμους του, κι ὁ Μεγάλος Ποταμὸς ταράζεται μ’ αὐτὴ τὴν ἔξαρση κι αὐτὴ τὴ γεύση ποὺ τοῦ εἶναι ξένο σῶμα. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Ποταμοῦ ἀναρριγεῖ λὲς καὶ πλησίασε κάτι ἀπειλητικό, καθότι ἄγνωστο.'

Βικτόρ Σεγκαλέν, Ένα Μεγάλος Ποταμός: Ένας Ύμνος, μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, εκδ. Άγρα

  'Όσο και να τονίζουμε την τέλεια ενότητα και στερεότητα του συνολικού έργου του Νίτσε, ποτέ δε θα υπερβάλλουμε. Διάδοχος του Σοπενχάουερ, μαθητής του οποίου παρέμεινε ακόμα και όταν είχε προ πολλού απαρνηθεί τον δάσκαλο, στην πραγματικότητα παράλλαξε, επεξέτεινε, σφράγισε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του μονάχα μία πανταχού παρούσα ιδέα, που αρχικά εμφανίζεται ως εντελώς υγιής και αναμφισβήτητα αρμόδια να κρίνει την εποχή της, και που στην πορεία περιπίπτει σε τέτοια μαιναδική αγριότητα, ώστε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ιστορία του Νίτσε ως την ιστορία της παρακμής αυτής της ιδέας.
   Ποια είναι αυτή η ιδέα; Για να την κατανοήσουμε, θα πρέπει να την αναλύσουμε στα συστατικά της, στα αντικρουόμενα τμήματά της. Τα παρουσιάζω ανάκατα, και είναι τα εξής: ζωή, πολιτισμός, συνείδηση ή γνώση, τέχνη, ευγένεια, ηθική, ένστικτο. Σε αυτό το πλέγμα ιδεών κυριαρχεί η έννοα του πολιτισμού. Σχεδόν ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή: πολιτισμός είναι η ευγένεια της ζωής, και με τη ζωή συνδέονται, ως οι πηγές και οι όροι της, η τέχνη και το ένστικτο, ενώ οι θανάσιμοι εχθροί και εξολοθρευτές του πολιτισμού και της ζωής φιγουράρουν η συνείδηση και η γνώση, η επιστήμη και εντέλει η ηθική - η ηθική, που ως προστάτιδα της αλήθειας επιτίθεται στη ζωή, αφού η αλήθεια βασίζεται ουσιωδώς στην επίφαση, στην τέχνη, στην προσποίηση, στην προοπτική, στην ψευδαίσθηση, και το λάθος είναι ο πατέρας καθετί έμβιου.
   Ο Νίτσε κληρονόμησε από τον Σοπενχάουερ την πρόταση ότι «η ζωή ως παράσταση και μόνο, στην καθαρή θέασή της ή όταν επαναλαμβάνεται στην τέχνη, αποτελεί σημαίνον θέαμα», δηλαδή την πρόταση ότι η ζωή δικαιώνεται μονάχα ως αισθητικό φαινόμενο. Η ζωή είναι τέχνη και επίφαση, τίποτα περισσότερο, και γι’ αυτό ίσταται υψηλότερα από την αλήθεια (που αποτελεί υπόθεση της ηθικής) και τη σοφία (ως γλώσσα του πολιτισμού και της ζωής) - μια τραγική, ειρωνική σοφία, που βάζει όρια στην επιστήμη από καλλιτεχνικό ένστικτο, για χάρη του πολιτισμού, και υπερασπίζεται την ανώτερη αξία, τη ζωή, ενάντια σε δύο πλευρές: αφενός ενάντια στον πεσιμισμό όσων αρνούνται τη ζωή και υπερασπίζονται το επέκεινα ή τη νιρβάνα, αφετέρου ενάντια στον οπτιμισμό των κενόσοφων και εκείνων που επιδιώκουν να βελτιώσουν τον κόσμο, οι οποίοι μας παραμυθιάζουν για την επίγεια ευτυχία και τη δικαιοσύνη για όλους και προετοιμάζουν τη σοσιαλιστική εξέγερση των δούλων. Ο Νίτσε έδωσε στην τραγική αυτή σοφία, που ευλογεί τη ζωή με όλη της την ψευτιά, τη σκληρότητα και τη φρίκη, το όνομα του Διονύσου.'

Τόμας Μαν, Η Φιλοσοφία του Νίτσε υπό το Φως της Εμπειρίας μας, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ