'Ἐκεῖ ἀκριβῶς, στὰ βάθη, τὸ Πνεῦμα ἁπλώνει τὸ ἀσύλληπτο σῶμα του καὶ ξαγρυπνᾶ σὲ μιὰ ἀκατανόητη ὕπαρξη, ἐκεῖ ἀκριβῶς, κάτω ἀπὸ τὶς λάσπες, τὸ κάθε ἄτομο, ὁ κάθε αἰωρούμενος κόκκος, τριμμένος μὲ τὸν ἄλλο, φέρει ἕνα κομματάκι ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μπορεῖ νὰ ἀναλογιστεῖ τοὺς ἑλιγμούς, τὶς ἀποθέσεις, τοὺς ἀλλοτινούς του στροβίλους. Μὲ τὸ νὰ κυλάει ὅλα αὐτὰ τὰ χώματα, αὐτὰ τὰ μυριάδες ἄτομα, ὁ ποταμὸς θυμᾶται τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν συνεχίζει. Τὰ μόρια τῶν μετάλλων σκουριάζουν μὲ ἀργὸ ρυθμὸ καὶ διαλύονται ἀργόσυρτα μέσα στὸ ζωντανό κύμα, παραχωρώντας σ’ ἐκεῖνο τὴ χροιά τους καὶ χάνοντας αὐτὰ κάθε δικό τους γνώρισμα. . . Καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ κοίλωμα τῆς κοίτης ξεπηδᾶ ἔξαφνα μιὰ φούσκα δημιουργημένη ἀπὸ μιὰ μισοξεχασμένη ἔξαρση καὶ κάποια ἀπὸ τὶς ἀναπάντεχες αὐτὲς κινήσεις τοῦ νεροῦ ἀναδύεται ἀπότομα κακακορύφως στὴν ἐπιφάνειά του. Ὁ Μεγάλος Ποταμὸς θυμᾶται τὸν ἑαυτό του : κάτι ἀπὸ τὸ μυρισμένο Γιουνάν· ἤ, ἀκαθόριστα, μιὰ ξεχασμένη συνεισφορὰ κάποιου ἀπ’ τοὺς παραποτάμους του, κι ὁ Μεγάλος Ποταμὸς ταράζεται μ’ αὐτὴ τὴν ἔξαρση κι αὐτὴ τὴ γεύση ποὺ τοῦ εἶναι ξένο σῶμα. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Ποταμοῦ ἀναρριγεῖ λὲς καὶ πλησίασε κάτι ἀπειλητικό, καθότι ἄγνωστο.'

Βικτόρ Σεγκαλέν, Ένα Μεγάλος Ποταμός: Ένας Ύμνος, μτφρ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, εκδ. Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου