'Γαϊουδιρινή  —ὀν(τ)ολογική— θεωρεῖται ἡ ψύχωση κάποιου ποὺ ζητὰ νὰ ἀποκαταστήσει «τὸ κοσμολογικὸ κύρος τοῦ λόγου, ὥστε νὰ ἐκφέρει τὰ διπλὰ ὀνόματα τοῦ παντός», ὑπεισερχόμενος σὲ ἕνα ὀνο-ματολογικὸ θεολογεῖο, ὅπου τὸ ὄνομα «δὲν εἶναι μόνο ἡ τελευταία εκφώνηση, ἀλλὰ ἐπίσης ἡ ἀληθινὴ ἐπίκληση τῆς γλώσσας» (Βάλτερ Μπένγιαμιν, Δοκίμια Φιλοσοφίας τῆς Γλώσσας, εκδόσεις «Νήσος», σ. 39 κ.ἑπ.). Ὁ μόνος ἱκανός νὰ τὴν προσεγγίσει εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ λακανικό λογοπαίγνιο, ὁ psych-âne-lyste: ὁ ψυχ-ονο-λυτής. Ὁ Γιῶργος Χειμωνᾶς, ψυχ-ονο-λυτὴς τοῦ ἑαυτοῦ του, προέκτεινε πεισματικὰ τὸ «σύνθωμα» (sinthome), ὅρο ποὺ εἰσήγαγε ὁ Λακὰν στὸ 23ο ὁμώνυμο σεμινάριό του (1975-1976), ἀναβιώνοντας τὴν παλαιὰ γραφὴ τῆς λέξης «symptôme». (Κατὰ τὸν Λακάν, σύνθωμα εἲναι τὸ σύμπτωμα ποὺ ἐγκλείει τὴν ἀπόλαυσή του. Ἕνα σύνθωμα εἲναι τεχνητό, μὴ ἀναλύσιμο, ἀφροϋδικό.)
   Τὸ «σύνθωμα» τοῦ Γιώργου Χειμωνᾶ ὑπῆρξε ἡ γραφή. Βίωσε τὴ λογοτεχνία ὡς ἀντιστάθμισμα, ὡς ἐπικίνδυνο συμπλήρωμα-ἀναπλήρωση τῆς ἀνεπάρκειας τῆς πατρικῆς λειτουργίας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χειμωνᾶς χειρίστηκε τὴ γραφὴ εἶναι, συνεπῶς, ἀνερμήνευτος. Ἀποκρούει κάθε ἀπόπειρα περιγραφικῆς ὀντολόγησής της, στὴν ὁποία ἔχουν ἐπιδοθεῖ μέχρι σήμερα οἱ μελετητές του, ἐγκωμιαστὲς ἤ νεκρολόγοι του, στοὺς ὁποίους δυστυχῶς συγκαταλέγομαι. Ἐν τούτοις τὸ «σύνθωμα» τοῦ Χειμωνᾶ διαφέρει ἀπὸ τὸ ψυχωτικὸ σύμπτωμα ὡς πρὸς ἕνα σημεῖο: Ἀντὶ νὰ στεγανοποιεῖ τὸ ἄνοιγμα-αἴνιγμα, τὸ ἐξωθεῖ πρὸς ἕνα συντεθειμένο ἀλλὰ ὄχι προβλεπόμενο χάος: τὸν τζοϋσικὸ «χάοσμο». Ἐάν, μάλιστα, δὲν ἀντιληφθοῦμε ὅτι γιὰ τὸν Χειμωνᾶ ὁ «χάοσμος» συνιστᾶ ἤδη, ὅπως ἄλλωστε καὶ τὸ ἀσυνείδητο, «θεσμικὴ βαθμίδα τοῦ εἰδέναι» (instance du savoir), καὶ ἐὰν δὲν κατανοήσουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκει ὁ Χειμωνᾶς μὲ τὴ γραφὴ εἶναι νὰ «ἀδράξει ἕνα κομμάτι πραγματικό», τότε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἐκτιμήσουμε τὸ μεγαλύτερό του κατόρθωμα: τὴ μεταβολὴ τῆς νεκρῆς, κοινόχρηστης γλώσσας (langue) σὲ λαλέουσα-ἡδυόγλωσσα (lalangue) κα]ι κατόπιν σὲ γλωσσαλκή (élangue), σὲ ἄλκη, ἐλάφι ποὺ σκιρτᾶ μέσα σ’ ἕνα μπωντλαιρικὸ «forêt des symboles»: στὸ κείμενό του. Ἕνα δάσος ποὺ εἶναι γραφτό, στὸ τέλος, νὰ περπατήσει, ὅπως στὸν Μάκμπεθ.'

Γιώργος Βέλτσος, Outre Tombe: «Αλληλογραφία» με τον Γιώργο Χειμωνά, εκδ. Πλέθρον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου