'Μια βαθιά ψύχρα είχε σταθεί στα κόκαλά της, και ένιωθε σαν ναρκωμένη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε αυτή η αίσθηση είχε διαδεχθεί την προηγούμενη, ούτε της πέρασε από το μυαλό να το ερευνήσει, αλλά τώρα ένιωθε μία ανησυχία που βάραινε το στήθος της σαν πέτρα εκεί που πριν υπήρχε έντονο το συναίσθημα του ενθουσιασμού και της αναμονής. «Αισθάνομαι τόσο πεσμένη» είπε από μέσα της. «Σαν να παρακολουθώ την ίδια την κηδεία μου». Και δεν το είπε αυτό με πνεύμα υπερβολικής μελαγχολίας, όπως μερικοί άνθρωποι έχουν μάθει να κάνουν όταν δεν βρίσκονται σε καλή διάθεση, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και με τη συνηθισμένη της παθητικότητα. Στην πραγματικότητα είχε αυτή την ταπεινή έκφραση που καθρεφτίζεται πολύ συχνά στα πρόσωπα των αρρώστων. […]
   «Αυτή η νύχτα δεν είναι ούτε γι’ ανθρώπους ούτε για ζώα» φώναξε προς τη Σάντη, με τρόπο που φαινόταν ότι ηχούσε ταυτόχρονα εγκάρδιος και επιτηδευμένος. Δεν το έκανε για να την εντυπωσιάσει, αλλά για να την κρατήσει σε κάποια ασφαλή απόσταση.

Τζέιν Μπόουλς, Απλές Απολαύσεις, μτφρ. Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη, εκδ. Απόπειρα

  'Μια μέρα πήρα μία σέλα ποδηλάτου κι ένα τιμόνι, τα ’βαλα το ένα πάνω στ’ άλλο κι έφτιαξα ένα κεφάλι ταύρου. Πολύ ωραία. Αυτό όμως που έπρεπε να κάνω αμέσως μετά, ήταν να πετάξω το κεφάλι του ταύρου. Στο δρόμο, στ’ απόνερα ή οπουδήποτε αλλού, πάντως να το πετάξω κάπου. Θα περνούσε τότε τυχαία ένας εργάτης, θα το μάζευε και θα διαπίστωνε ότι από αυτό το κεφάλι ταύρου μπορούμε, ενδεχομένως, να φτιάξουμε μια σέλα ποδηλάτου κι ένα τιμόνι. Και θα το έφτιαχνε... θα ήταν υπέροχο αυτό.'

  'Δεν υπάρχει αφαιρετική τέχνη. Υποχρεωτικά ξεκινούμε με κάτι. Αργότερα μπορούμε ν απομακρύνουμε όλα τα ίχνη της πραγματικότητας. Τότε δεν υπάρχει πια απολύτως κανένας κίνδυνος, γιατί η ιδέα του πράγματος έχει εν τω μεταξύ αφήσει πίσω της ένα ανεξίτηλο σημάδι. Είναι αυτό που κινητοποίησε εξαρχής τον καλλιτέχνη, αυτό που έδωσε την αφορμή για τις ιδέες του και διέγειρε τα συναισθήματά του. Ιδέες και συναισθήματα καταλήγουν φυλακισμένα στον πίνακά του. Ό,τι κι αν απογίνουν, δεν μπορούν πια να δραπετεύσουν απ’ αυτόν. Συναποτελούν μαζί του ένα όλον, ακόμη κι αν η ύπαρξή τους δεν είναι πια ευδιάκριτη. Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο άνθρωπος είναι το εργαλείο της φύσης. Αυτή του επιβάλλει το χαρακτήρα της και τις μορφές με τις οποίες εμφανίζεται.'

  'Δεν υπάρχει πίνακας─ δεν είναι ένα απλό υλικό αντικείμενο. Ένας πίνακας είναι μια μηχανή αποτύπωσης της μνήμης. Ο συλλέκτης που αγοράζει έναν πίνακα, δεν αγοράζει ένα αντικείμενο. Αγοράζει κάτι το άπιαστο, και μια ωραία μέρα ξυπνάει έχοντας μονάχα μια κορνίζα γύρω από έναν αόρατο χώρο.'

  'Το χειρότερο είναι πως ποτέ δεν ολοκληρώνεται ένα έργο, ποτέ δεν έρχεται η στιγμή που μπορείς να πεις: αρκετά δούλεψα, αύριο είναι Κυριακή. Σταματάς μόνο για ν αρχίσεις πάλι απ την αρχή. Μπορούμε, βέβαια, ν αφήσουμε ένα έργο όπως είναι και να το πάρουμε απόφαση να μην τραβήξουμε ούτε άλλη μια πινελιά. Ποτέ όμως δεν μπορούμε να γράψουμε από κάτω: Τέλος.'

  'Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα βρίσκεται στο πλάι μας. Άλλοτε πάλι απομακρύνεται. Η παλίρροια έρχεται και φεύγει, η θάλασσα, όμως, είναι πάντα εκεί.'

  'Η Γερτρούδη Στάιν δέχτηκε το πορτρέτο που της είχε κάνει ο Πικάσο με ευγνωμοσύνη και δήλωσε ικανοποιημένη. Άλλοι, ξαφνιασμένοι από την αυστηρότητα του προσώπου που έμοιαζε με μάσκα, άσκησαν δριμύτατη κριτική. Προς απάντηση στην αποδοκιμασία τους, ο Πικάσο απάντησε απλά: «Όλοι νομίζουν ότι δεν μοιάζει στο πορτρέτο της. Μη στενοχωριέστε, όμως, θα φροντίσει να του μοιάσει».'

  'Κι αυτοί οι άνθρωποι, τότε, δούλευαν μέσα σε μία ασύλληπτη μοναξιά, η οποία ίσως να ήταν ευλογία, έστω κι αν υπήρξε τότε η δυστυχία τους. Υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος από το να σε καταλαβαίνουν; Και πόσο μάλλον, όταν αυτή η κατανόηση δεν υφίσταται καν. Πάντα μας καταλαβαίνουν στραβά. Νομίζουμε ότι τάχα δεν είμαστε μόνοι. Στην πραγματικότητα όμως είμαστε όλο και περισσότερο μόνοι.'

  'Όλοι ξέρουμε ότι η τέχνη δεν είναι η αλήθεια. Η τέχνη είναι ένα ψέμα το οποίο μας μαθαίνει να κατανοούμε την αλήθεια, τουλάχιστον εκείνη την αλήθεια την οποία εμείς (ως άνθρωποι) μπορούμε να κατανοήσουμε. Η τέχνη είναι ένα ψέμα που λέει την αλήθεια.'


Πάμπλο Πικάσο, Σκέψεις για την Τέχνη, μτφρ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, εκδ. Ροές

  'Αν βγάλουμε τους δίσκους της Μπέσσυ Σμιθ και του Λούις Άρμστρονγκ που άκουγα όταν ήμουνα μικρή, δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα. Πάντα ζήλευα τον γεμάτο δυνατό ήχο της Μπέσσυ και το αίσθημα του Ποπ. Παιδιά με ρωτάνε συνέχεια από πού προέρχεται το στυλ μου, πώς εξελίχθηκε κι άλλα τέτοια. Τι να τους πω; Αν βρεις μια μελωδία που να σου μιλάει, τότε δεν χρειάζεται να εξελίξεις τίποτα, απλώς το αισθάνεσαι κι όταν τραγουδάς υπάρχουνε κι άλλοι που αισθάνονται κάτι. Για μένα η δουλειά, η ενορχήστρωση ή η πρόβα δεν έχουν καμία σχέση. Δώστε μου ένα τραγούδια που να το αισθάνομαι και δεν το θεωρώ ποτέ κόπο. Τέτοιο είναι το αίσθημα που έχω για μερικά τραγούδια που δεν αντέχω να τα πω, αυτό όμως είναι πάλι άλλο θέμα.'

  'Μου  ’χουνε πει πως κανείς δε λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ίσως και να ’ναι γιατί θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις. Ίσως γιατί είμαι τόσο περήφανη ώστε να θέλω να θυμάμαι τη Βαλτιμόρη και το Ουέλφερ Άιλαντ, το Ίδρυμα Καθολικών και το δικαστήριο Τζέφφερσον Μάρκετ, τον σερίφη μπροστά απ’ το σπίτι μας στο Χάρλεμ και τις πόλεις απ’ τη μια άκρη της χώρας στην άλλη όπου γέμισα χτυπήματα και ουλές, στη Φιλαδέλφεια και στο Ώλντερσον, στο Χόλλυγουντ και στο Σαν Φρανσίσκο ‒ κάθε γωνιά, πανάθεμά την. Όλες οι Κάντιλακ και οι μινκ γούνες ‒ και είχα πολλές στη ζωή μου ‒ δεν μπορούν να με κάνουν να τα ξεχάσω. Και σε όλα αυτά τα μέρη, κι απ’ όλο αυτό τον κόσμο, ό,τι έμαθα τα λένε τούτες οι δυο λέξεις. Πρέπει να ’χεις φαΐ να φας, πρέπει να ’χεις λίγη αγάπη στη ζωή για να ανεχτείς του καθενός το συναξάρισμα για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι σωστά. Αυτό που είμαι κι αυτό που θέλω απ’ τη ζωή, σ’ αυτά τα λόγια κλείνεται.'


Μπίλι Χολιντέι, Η Κυρία Τραγουδάει τα Μπλουζ, μτφρ. Ιουλία Ραλλίδη, εκδ. Άγρα

  'Ένα πρωί, βάδιζα προς το δάσος με τη γιαγιά μου. Η μέρα ήταν πανέμορφη και ήσυχη. Ήμουν μόλις τεσσάρων ετών, μια σταλιά κοριτσάκι. Τότε είδα κάτι πολύ παράξενο, μια ευθεία γραμμή κάθετα πάνω στο δρόμο. Ήταν τόση η περιέργειά μου, που πλησίασα. Ήθελα να την αγγίξω αυτή τη γραμμή. Μετά άκουσα τη γιαγιά μου να ουρλιάζει δυνατά. Το θυμάμαι πολύ έντονα. Ήταν ένα τεράστιο φίδι.
   Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα πραγματικό φόβο, αν και δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό που έπρεπε να φοβάμαι. Στην πραγματικότητα, αυτό που με τρόμαξε ήταν η φωνή της γιαγιάς μου. Το φίδι γλίστρησε γρήγορα μακριά.
   Είναι εκπληκτικό πώς χτίζεται μέσα μας ο φόβος, από τους γονείς μας, από τους άλλους γύρω μας. Είμαστε τόσο αθώοι στην αρχή, που δεν το καταλαβαίνουμε.'

  'Κάποτε, ένα μεγάλο τσίρκο ήρθε σε μια μικρή πόλη. Έστησαν την τέντα στην πλατεία και όλη η πόλη πήγε να δει την παράσταση. Είχαν λιοντάρια, τίγρεις, ελέφαντες και ακροβάτες. Κάποια στιγμή, ανέβηκε στη σκηνή ένας ταχυδακτυλουργός και ζήτησε έναν εθελοντή απ’ το κοινό. Μια μητέρα πήρε το αγοράκι της απ’ το χέρι, το πήγε στον ταχυδακτυλουργό και γύρισε στη θέση της. Ο ταχυδακτυλουργός έβαλε το παιδί σ’ ένα φέρετρο, το έκλεισε από πάνω, κούνησε τα χέρια και πρόφερε τη μαγική λέξη: «άμπρακατάμπρα». Όταν το άνοιξε, το φέρετρο ήταν άδειο. Ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του απ’ την αγωνία. Ο ταχυδακτυλουργός το έκλεισε ξανά, είπε τα μαγικά λόγια και το άνοιξε πάλι. Το παιδί βγήκε και γύρισε χαρούμενο στη μητέρα του. Κανείς, ούτε καν η μητέρα, δεν πρόσεξε πως δεν ήταν το ίδιο παιδί.'

  'Είναι λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα και κάθομαι στην παραλία μόνη. Κανείς γύρω. Κοιτάζω τον ορίζοντα, εκεί που ενώνεται ο ουρανός με τον ωκεανό. Απ’ το πουθενά, περνάει μπροστά μου ένα μεγάλο μαύρο σκυλί απ’ τα δεξιά μου. Όταν φτάνει σε μένα, γυρίζει πίσω, πηγαίνει κατευθείαν προς τη θάλασσα κι αρχίζει να περπατάει πάνω στο νερό προς τον ορίζοντα. Όταν φτάνει στον ορίζοντα, αρχίζει να περπατάει προς τα δεξιά, παράλληλα προς αυτόν. Όλα μου φαίνονται κανονικά και φυσιολογικά, ακόμα και ότι το σκυλί περπατάει πάνω στο νερό. Μετά, ένα δυνατό λευκό φως απ’ τον ουρανό πέφτει πάνω στο σκυλί κι αυτό εξαφανίζεται στο φως. Νιώθω πως είμαι παρούσα σε κάτι εκπληκτικό. Μετά ξυπνάω και η πραγματικότητα του ονείρου είναι πιο δυνατή από την πραγματικότητα της μέρας.'

  'Ένιωσα μια παράξενη ζέστη μέσα στο σώμα μου. Κατάφερα να σταματήσω τον πόνο στο κεφάλι, το λαιμό και τη σπονδυλική στήλη. Τώρα ξέρω πως καμία στάση δεν είναι πιο άνετη από την άλλη: ακόμα και η πιο άνετη στάση γίνεται ανυπόφορη μετά από λίγο. Ξέρω πλέον πως πρέπει απλώς να αποδέχομαι το αβάσταχτο: να αντιμετωπίζω τον πόνο και να τον υπομένω.
   Συνέβη αμέσως: όλα έγιναν ακίνητα ─δεν υπήρχε πόνος, μόνο παλμοί─, όλα έγιναν ελαφρύτερα. Αυτή η κατάσταση ήταν πολύτιμη για μένα. Πέρα απ’ αυτή υπήρχε ο πόνος και η αλλαγή. Ο Ουλάι συνέχισε ν’ αλλάζει. Σε κλάσματα δευτερολέπτου μεταμορφώθηκε σε εκατοντάδες πρόσωπα και σώματα, μέχρι που έγινε ένα μπλε κενό μέσα σε φως. Αισθάνομαι πως συμβαίνει κάτι σημαντικό. Το κενό είναι αληθινό. Όλα τα άλλα πρόσωπα και σώματα είναι απλώς διάφοροι τρόποι προβολής. Κι εγώ τέτοιο κενό είμαι. Αυτό με βοηθάει να μην κινούμαι.'

  'Έζησα την απόλυτη ελευθερία, ένιωσα το κορμί μου απεριόριστο, χωρίς φραγμούς. Δεν είχε σημασία ο πόνος, τίποτα δεν είχε σημασία. Είχα μεθύσει από την τεράστια ποσότητα ενέργειας που δέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως βρήκα το δικό μου μέσο. Κανένας πίνακας, κανένα αντικείμενο που θα δημιουργούσα δε θα μπορούσαν να μου χαρίσουν αυτό το συναίσθημα. Συνειδητοποίησα πως αυτό το συναίσθημα έπρεπε να το αναζητώ ασταμάτητα, ξανά και ξανά και ξανά.'

  'Έβγαλα τα ρούχα μου και έπεσα. Τα κύματα ήταν τεράστια και το καταγάλανο νερό σπινθήριζε στο φως το του ήλιου. Τι πελώριος που ήταν ο ωκεανός…. Μερικές φορές έχω απλώς την ανάγκη να έρθω σε επαφή με το μεγαλείο της ζωής και να τη νιώσω να διαπερνά όλους τους πόρους του κορμιού μου. Βγήκα από τη θάλασσα πλήρως αναζωογονημένη. Αισθανόμουν να λάμπω ολόκληρη. Ντύθηκα και περπάτησα προς το δάσος ακριβώς πάνω από την παραλία. Όπως έμπαινα πιο βαθιά στο δάσος, ο ήχος των κυμάτων χανόταν και ένιωσα μεμιάς παντού γύρω μου υπάρξεις. Όλα ήταν ζωή.'


Μαρίνα Αμπράμοβιτς, Περνώντας από Tοίχους, μτφρ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, εκδ. Ροπή

  '- Ολόκληρο το έργο σας προδίδει μιαν άποψη για την ιστορία που σχετίζεται στενά με την άποψη των γνωστικών. Πιστεύετε, όντως, ότι πρέπει να συσχετίσουμε την ιστορία με το κακό;

   - Περί αυτού είμαι πεπεισμένος. Ο άνθρωπος ήταν καταδικασμένος εξ υπαρχής. Μέσα στη δράση λησμονά την αρχική πληρότητα που τον διαφύλασσε από το χρόνο και το θάνατο. Με δική του βούληση, οδηγήθηκε στην καταστροφή. Η ιστορία που προέκυψε από το χρόνο και την κίνηση είναι καταδικασμένη στην αυτοκαταστροφή. Τίποτε καλό δεν μπορεί να προέλθει από κάτι που, αρχέγονα, ήταν αποτέλεσμα ανωμαλίας.


   - Κατά συνέπεια, κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να εννοήσουμε τη φράση σας «Η Ιστορία είναι η ειρωνεία εν εξελίξει», έτσι δεν είναι;

   - Οτιδήποτε επιχειρεί ο άνθρωπος στρέφεται εναντίον του. Κάθε πράξη είναι πηγή δυστυχίας επειδή η δράση αντιστρατεύεται την ισορροπία του κόσμου, θέτει ένα σκοπό και προβάλλεται στο γίγνεσθαι. 
   Η παραμικρή κίνηση είναι ολέθρια. Απελευθερώνουμε δυνάμεις που τελικά μας συντρίβουν. Η αληθινή ζωή είναι αυτή που δεν θέτει στόχους. Αυτό συνιστά η ανατολική φιλοσοφία, η οποία έχει συλλάβει ορθά τις αρνητικές επιπτώσεις της δράσης. Δεν υπάρχει ούτε μία ανακάλυψη που να μην έχει ολέθριες συνέπειες. Ο άνθρωπος θα χαθεί εξαιτίας της μεγαλοφυΐας του. Κάθε δύναμη που απελευθερώνει τον ζημιώνει. Είναι ένα ζώο που πρόδωσε και η ιστορία είναι η τιμωρία του. Όλα τα συμβάντα που έλαβαν χώρα από την αυγή του χρόνου αποκαλύπτουν την παντοδυναμία ενός αδυσώπητου νόμου. Ακόμα και το αγαθό είναι κακό. Κάθε προμηθεϊκή βούληση συνεπάγεται τιμωρία. Εϊναι εκπληκτική η διορατικότητα της αρχαίας σοφίας, η οποία φρονούσε ότι η μοίρα θα πλήξει όποιον τολμά να αψηφήσει τους θεούς. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να συγκρατηθεί, αλλά δεν μπορούσε να διακόψει τη μεγαλειώδη και καταστροφική διαδικασία στην οποία είχε εμπλακεί.'



από το Ο Σιοράν Mιλάει για τον Σιοράν: Συζήτηση με τη Sylvie Jaudeau, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Printa
Untitled (1975-80) - Francesca Woodman

  'Θυμήθηκε τα βιβλία από τα οποία διδάχτηκε τη ζωή και χαμογέλασε πικρά. Βιβλία! Να, τούτη εδώ είναι ένα βιβλίο, κάθεται με γυμνά τα μπράτσα, με τα μάτια κλειστά, με μια έκφραση μακαριότητας στο χλομό, τυραννισμένο πρόσωπο και περιμένει υπομονετικά. Είναι ντροπή να είσαι καλός... Και άξαφνα, με θλίψη, με φρίκη, με πόνο ανείπωτο, ένιωσε ότι η ζωή γι’ αυτόν είχε τελειώσει μια για πάντα, ότι δεν μπορούσε πια να είναι καλός. Αυτός ζούσε γι’ αυτό και μόνο το πράγμα, για να είναι καλός, αυτό μονάχα τον έκανε να χαίρεται, αυτό μονάχα είχε να αντιπαράθεσει και στη ζωή και στο θάνατο, κι αυτό δεν υπάρχει, δεν υπάρχει τίποτα πια. Έρεβος.'

Λεονίντ Αντρέγιεφ, Έρεβος, μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Ρόες